
Δεν είναι να ανοίξω τηλεόραση, στις «ζώνες» της ενημέρωσης, μην πω και της ψυχαγωγίας, τις τελευταίες μέρες. Ή για υπνωτισμούς θα ακούσω, ή για υπνοθεραπείες ή για αναδρομοθεραπευτές ή ό,τι άλλο σχετικό. Και δεν υπάρχει περίπτωση σε μια παρέα να μη σκάσει, κάποια στιγμή, το συγκεκριμένο θέμα – άντε με μια χρονοκαθυστέρηση, ίσα για να τηρηθούν τα προσχήματα. Εκθαμβοι ακούμε όλα αυτά τα δήθεν πρωτάκουστα. Ελα όμως που είμαστε κι εμείς οι παλιοί· και κάποιες ειδήσεις τις ακούμε, ως υπενθυμίσεις.
Πάμε πίσω λοιπόν – χωρίς υπνωτισμό, με στοιχειώδη μνήμη και απόλυτη συνείδηση – στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, πριν από τριάντα και βάλε χρόνια. Τότε λέγαμε πως ήταν η δεκαετία του new age· μια στροφή δηλαδή, μετά την εποχή του «γιαπισμού» και του «μπεσεμπεζισμού» (οι νεότεροι ας ψάξουν στα λεξικά να βρουν τι σημαίνει), στην έννοια του εναλλακτικού. Αρχισαν να γίνονται τάση και στην Ελλάδα η γιόγκα, ο βιγκανισμός, μιλούσαμε για την αξία του ζεν, ανακαλύψαμε το φενγκ σούι, μάθαμε καινούργιες εκφράσεις που υποτίθεται ότι είχαν να κάνουν με μία νέου είδους πνευματικότητα, μία στροφή προς την Ανατολή, φορτωμένη ωστόσο με τα πλουμίδια της Δύσης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αρχίσαμε να μιλάμε και για τον υπνωτισμό· όχι ως θεραπευτική μέθοδο – σε καμία περίπτωση – αλλά ως μέσον αναδρομής σε προηγούμενες ζωές. Γιατί, μέσα σε όλα, μας ενδιέφερε και η μετενσάρκωση ή μετεμψύχωση (υπάρχει, λένε, τεράστια διαφορά, είχα μάθει ποια ακριβώς ήταν, τώρα το έχω ξεχάσει και ούτε με ενδιαφέρει να το ξαναθυμηθώ). Αποφασίσαμε λοιπόν στο «Marie Claire» όπου δούλευα τότε, να κάνουμε ένα σχετικό θέμα – όχι θεωρητικό, με «ζωντανές» μαρτυρίες. Απευθύνθηκα σε έναν κύριο με προϋπηρεσία στις ΗΠΑ, κατ’ επάγγελμα ψυχολόγο, που έκανε τέτοιες αναδρομές, εμφανιζόταν μάλιστα και σε τηλεοπτικές εκπομπές.
Το σχέδιο ήταν να κάνουν αναδρομή τρεις διάσημοι της εποχής κι εγώ να την κατέγραφα. Αρχίσαμε με μια σχεδιάστρια μόδας. Η διαδικασία ξεκίνησε με τον «αναδρομέα» να κινεί ένα ρολόι με αλυσίδα μπροστά στα μάτια της, περιήλθε σε μια κατάσταση ύπνωσης, μετά της έλεγε ότι περπατάει σε ένα λιβάδι, ακουμπάει σε έναν κορμό δένδρου για να πάρει δύναμη και περνάει ένα ρυάκι που υποτίθεται ότι είναι το «σύνορο» μεταξύ νυν και προηγούμενης ζωής. Η σχεδιάστρια έμοιαζε να είχε αποκοιμηθεί, ο «αναδρομέας» τη ρωτούσε πού βρίσκεται, εκείνη έλεγε ότι δεν μπορούσε να μιλήσει, ψέλλισε κάποιες φορές τη λέξη αγόρι και μετά ξύπνησε. Ο ειδικός είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι επέστρεψε σε μια προηγούμενη ζωή κατά την οποία ήταν αγόρι, μουγγό, υπηρέτης κάποιου αξιωματούχου δεν θυμάμαι σε ποια από τις Σταυροφορίες.
Αναδρομή δέχθηκε επίσης να κάνει μία τραγουδίστρια. Με εκείνη τα πράγματα ήταν πιο επεισοδιακά. Αντε πάλι η πορεία στο λιβάδι, το δένδρο, το ρυάκι. Ο «αναδρομέας» τη ρώτησε πού βρισκόταν, του απάντησε σε ένα σπίτι, της ζήτησε να κοιταχτεί σε έναν καθρέφτη, δεν είδε τίποτα, «Πέσαμε σε περίοδο που περιπλανιόσουν ως φάντασμα» της είπε, φτου κι απ’ την αρχή, η «υπνωτισμένη» τραγουδίστρια ταράχτηκε, σαν να αγρίεψε μου φάνηκε, άρχισε να βγάζει κάτι άναρθρες κραυγές, μετά ξύπνησε. Το συμπέρασμα ήταν πως είχε προϋπάρξει, ως ιέρεια στην Ατλαντίδα, κι έκανε ανθρωποθυσίες.
Ο τρίτος που θα έμπαινε στη διαδικασία ήταν ένας σόουμαν. Στο τέλος όμως υπαναχώρησε. «Ασε καλή μου. Κι αν βρει ότι στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν καπάκι από μπουκάλι μπίρας; Θα έχω υπαρξιακό πρόβλημα».
Επί προσωπικού
Για να μη μείνει το θέμα λειψό, αποφάσισα να υπνωτιστώ εγώ. Ακολουθήθηκε η γνωστή διαδικασία, πέρασα και το ρυάκι, αλλά εξακολουθούσα να έχω πλήρη επίγνωση του περιβάλλοντος. Και τότε έκανα τη λαδιά. Αρχισα να λέω, απολύτως συνειδητά, ό,τι μου ερχόταν στο κεφάλι ώστε να συγκροτηθεί μια ιστορία. Επεφτα όμως σε ιστορικές ανακρίβειες. Αναφερόμουν στη Γιουγκοσλαβία αλλά σε μια εποχή που δεν υφίστατο με αυτό το όνομα. Ο υπνωτιστής το κατάλαβε, με ξύπνησε, ξαναπροσπαθήσαμε, αποτύχαμε και πάλι, ε, είπα πια να φύγω.