Λαμίν Γιαμάλ: «Δεν φοβάμαι τίποτα στο ποδόσφαιρο, θέλω να γίνω ο καλύτερος όλων»

Στα 19 του χρόνια, ο Λαμίν Γιαμάλ έχει ήδη κατακτήσει πράγματα που για τους περισσότερους ποδοσφαιριστές αποτελούν όνειρο ζωής. Πρωταθλητής Ευρώπης με την Ισπανία το 2024, παγκόσμιος πρωταθλητής το 2026, πρωταθλητής Ισπανίας με την Μπαρτσελόνα και πλέον ένα από τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν πάνω τους τα βλέμματα ολόκληρου του ποδοσφαιρικού πλανήτη.

Κι όμως, όταν περιγράφει τον εαυτό του, η εικόνα που βγαίνει δεν είναι εκείνη ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι έχει φτάσει στην κορυφή. Είναι περισσότερο ενός παιδιού που εξακολουθεί να θέλει να παίξει ποδόσφαιρο. Να πάρει την μπάλα, να ντριμπλάρει, να ακούσει τις εξέδρες να αντιδρούν και να επιστρέψει σπίτι έχοντας απολαύσει το παιχνίδι.

Σε μια μεγάλη συνέντευξη στη Guardian, ο Γιαμάλ μίλησε για τη ζωή του μετά την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τη σχέση του με τη Ροκαφόντα, την οικογένειά του, τον Λιονέλ Μέσι, την πίεση που συνοδεύει το όνομά του, αλλά και την πεποίθησή του ότι η καριέρα του δεν έχει καν πλησιάσει ακόμη στο ταβάνι της.

«Στον τελικό δεν ήθελα να τελειώσει το παιχνίδι»

Η εικόνα του Γιαμάλ μετά τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο.

Η Ισπανία είχε μόλις νικήσει την Αργεντινή και είχε στεφθεί παγκόσμια πρωταθλήτρια. Για έναν 19χρονο ποδοσφαιριστή θα ήταν λογικό να περιμένει απλώς το τελευταίο σφύριγμα. Ο ίδιος, όμως, ήθελε να συνεχίσει.

«Ήμασταν στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου και εγώ ήθελα να συνεχίσω να παίζω», εξήγησε, θυμούμενος εκείνη τη βραδιά στο Νιου Τζέρσεϊ.

Δεν αισθανόταν φόβο. Δεν σκεφτόταν πότε θα τελειώσει το παιχνίδι ή τι θα μπορούσε να πάει στραβά.

«Δεν σκέφτηκα ποτέ “απλώς σφύριξέ το”. Το απολάμβανα».

Αυτό ίσως είναι και το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του χαρακτήρα του. Ο Γιαμάλ μοιάζει να λειτουργεί καλύτερα όσο μεγαλώνει η σκηνή. Όσο περισσότερος κόσμος παρακολουθεί, όσο μεγαλύτερη είναι η προσδοκία, τόσο περισσότερο μοιάζει να θέλει να πάρει την μπάλα και να δοκιμάσει κάτι.

«Προσπαθώ να μην μπορούν να με κάνουν ρομπότ»

Η αντιμετώπιση του Γιαμάλ από τους αντιπάλους έχει εξελιχθεί σε ξεχωριστή επιστήμη. Ολόκληρα αμυντικά πλάνα σχεδιάζονται πλέον γύρω από τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να περιοριστεί.

Ο ίδιος το αντιλαμβάνεται και περιγράφει τη μονομαχία με τον προσωπικό του αντίπαλο ως ένα παιχνίδι ψυχολογίας.

«Ένας αμυντικός θα έχει έναν προπονητή που θα του πει τι κάνει ο Λαμίν και πώς πρέπει να τον σταματήσει. Εγώ τον σκέφτομαι σαν ρομπότ που προσπαθεί να με σταματήσει».

Και κάπου εκεί βρίσκεται η δική του απάντηση. Δεν θέλει να γίνει προβλέψιμος.

«Τα ρομπότ μπορούν να είναι σχεδόν τέλεια, αλλά ο άνθρωπος έχει κάτι που δεν έχει το ρομπότ. Το ποδόσφαιρο γίνεται όλο και πιο μηχανικό, όμως υπάρχουν παίκτες όπως εγώ, ο Πέδρι και πολλοί άλλοι που έχουν αυτή την ξεχωριστή σπίθα».

Ο Γιαμάλ έχει μελετήσει ποδοσφαιριστές που μπορούσαν να κάνουν ακριβώς αυτό. Ανάμεσά τους και τον Νεϊμάρ.

Παρακολουθώντας αμέτρητα βίντεο του Βραζιλιάνου, προσπάθησε να καταλάβει πώς μπορεί να παρασύρει τον αντίπαλο σε μια λάθος κίνηση. Να τον κάνει να περιμένει το ένα και να εκτελεί το άλλο.

«Προσπαθώ να παίζω με τους αντιπάλους μου, ώστε να μην μπορούν να με κάνουν προβλέψιμο και να μην ξέρουν πού θα πάω».

«Δεν ήθελα να γίνω Μέσι»

Υπάρχει, φυσικά, ένας άνθρωπος με τον οποίο ο Γιαμάλ δεν θα μπορούσε να μην συγκρίνεται.

Ο Λιονέλ Μέσι υπήρξε το απόλυτο σημείο αναφοράς της Μπαρτσελόνα και η ιστορία της φωτογραφίας του νεαρού Γιαμάλ στην μπανιέρα μαζί με τον Αργεντινό έχει ήδη αποκτήσει μυθικές διαστάσεις.

Ο ίδιος, όμως, είχε φροντίσει για χρόνια να κρατήσει αυτή την ιστορία μακριά από τη δημοσιότητα.

«Δεν ήθελα να γίνω Μέσι. Ήθελα να είμαι ο Λαμίν».

Γι’ αυτό και είχε ζητήσει από τον πατέρα του να μην αναδημοσιεύσει τη συγκεκριμένη φωτογραφία. Φοβόταν ότι οι συγκρίσεις θα επισκίαζαν τη δική του διαδρομή.

Η στιγμή που οι δύο τους αγκαλιάστηκαν μετά τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου είχε, επομένως, ιδιαίτερο συμβολισμό. Ο Μέσι στα 39 και ο Γιαμάλ στα 19, δύο διαφορετικές γενιές του ποδοσφαίρου, βρέθηκαν μαζί αμέσως μετά από έναν τελικό που ο νεότερος είχε μόλις κερδίσει.

Ο Γιαμάλ αποκάλυψε πως του είπε «ευχαριστώ» για όσα πρόσφερε στο ποδόσφαιρο. Δεν το έκανε για τη φωτογραφία. Ήταν μια αυθόρμητη στιγμή.

«Έχω ήδη επίπεδο Χρυσής Μπάλας»

Η αυτοπεποίθηση του Γιαμάλ δεν κρύβεται. Ούτε όταν η συζήτηση φτάνει στη Χρυσή Μπάλα.

Ο 19χρονος θεωρεί πως η συζήτηση για το αν μπορεί να γίνει ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στον κόσμο δεν είναι πρόωρη.

«Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν είμαι σε επίπεδο Χρυσής Μπάλας μόνο φέτος, αλλά εδώ και περισσότερο καιρό. Όλοι το γνωρίζουν. Ξέρουν ότι είμαι διαφορετικός».

Ο ίδιος πιστεύει πως η ηλικία του λειτουργεί ακόμη ως εμπόδιο στην αναγνώριση που θεωρεί ότι δικαιούται.

«Νομίζω ότι ο κόσμος σκέφτεται πως είμαι 19 και κάποια στιγμή θα την κερδίσω, οπότε ας την πάρει κάποιος άλλος τώρα. Εγώ πρέπει απλώς να κερδίζω, να κερδίζω, να κερδίζω και κάποια στιγμή δεν θα υπάρχει συζήτηση».

Και δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η προσωπικότητά του μπορεί να διχάζει.

«Θα υπάρχουν άνθρωποι που θα με αγαπούν και άνθρωποι που θα λένε “τι ενόχληση είναι αυτός”. Και αυτό είναι εντάξει».

Από το Euro στην κατάκτηση του κόσμου

Η ταχύτητα με την οποία ο Γιαμάλ έχει κατακτήσει το ποδόσφαιρο είναι σχεδόν παράλογη.

Στο Euro 2024 ήταν μόλις 16 ετών. Την επόμενη ημέρα των 17ων γενεθλίων του έπαιξε στον τελικό και σήκωσε το τρόπαιο. Δύο χρόνια αργότερα, στα 19 του, πανηγύρισε το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Ο ίδιος παραδέχεται ότι το 2024 δεν είχε καν αντιληφθεί πλήρως το μέγεθος αυτού που συνέβαινε.

«Στο Euro δεν ήξερα καν ποιος ήμουν, πού βρισκόμουν και τι σήμαιναν όλα αυτά. Μπορούσα να δώσω εξετάσεις και την επόμενη μέρα να παίξω με τη Γαλλία, χωρίς να καταλαβαίνω πραγματικά τη διαφορά».

Μετά την κατάκτηση του τροπαίου, η σκέψη του ήταν απλή: το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι μεγαλύτερο.

Τώρα, όμως, ξέρει τι σημαίνει και το ένα και το άλλο. Και δεν θέλει να σταματήσει εκεί.

«Γιατί να μην είμαστε η καλύτερη εθνική ομάδα στην ιστορία; Η καλύτερη Μπαρτσελόνα; Αν υπάρχει κάποιος στον κόσμο που δεν επαναπαύεται στην επιτυχία και δεν έχει φυσιολογικά στάνταρ, αυτός είμαι εγώ».

«Οι γονείς μου έζησαν δύσκολες στιγμές για να παίξω εγώ ποδόσφαιρο»

Πίσω από την αυτοπεποίθηση, τις ντρίμπλες και τις δηλώσεις βρίσκεται μια πολύ πιο προσωπική ιστορία.

Ο Γιαμάλ δεν ξεχνά από πού ξεκίνησε. Η Ροκαφόντα παραμένει σημείο αναφοράς στη ζωή του και η οικογένειά του είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο ως ευκαιρία και όχι ως αυτοσκοπό.

«Είδα τη μητέρα μου να δυσκολεύεται για να μπορώ να παίζω ποδόσφαιρο. Είδα τον πατέρα μου να γυρίζει στους δρόμους μαζεύοντας παλιοσίδερα για να μπορώ να φάω. Αυτό είναι φόβος».

Σήμερα, όπως εξηγεί, η κατάσταση είναι διαφορετική.

«Αν είχα τώρα έναν γιο, θα μπορούσα να τον φροντίσω. Αν η μητέρα ή ο πατέρας μου χρειάζονται κάτι, μπορώ να βοηθήσω. Δεν έχω πλέον αυτόν τον φόβο και αυτός είναι ο μόνος φόβος που θα μπορούσα να έχω στη ζωή μου».

Γι’ αυτό και η πίεση που αισθάνεται στο γήπεδο δεν συγκρίνεται με τις ευθύνες που έχει έξω από αυτό.

«Δεν αισθάνομαι πίεση στο ποδόσφαιρο. Είναι ευθύνη. Έχω την οικογένειά μου. Έχω υποφέρει και έχω περάσει δύσκολες στιγμές μαζί τους και τώρα που απολαμβάνουμε τη ζωή, πρέπει να συνεχίσω».

«Το ποδόσφαιρο είναι το 0,000001% της ζωής»

Ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση της συνέντευξης είναι εκείνη που δείχνει πώς αντιλαμβάνεται ο Γιαμάλ τη ζωή πέρα από το γήπεδο.

«Ξέρω ότι το ποδόσφαιρο είναι το 0,000001% της ζωής».

Παρά το γεγονός ότι από τα 13 του άρχισε να γνωρίζει τη δημοσιότητα, ο Γιαμάλ προσπαθεί να προστατεύσει ένα κομμάτι της ιδιωτικής του ζωής. Η τεράστια προβολή, τα social media και οι συνεχείς συγκρίσεις με τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών έχουν δημιουργήσει μια πραγματικότητα στην οποία ο ίδιος έπρεπε να προσαρμοστεί πολύ νωρίς.

«Κανείς δεν με γνωρίζει πραγματικά. Κανείς. Μόνο ο στενός μου κύκλος ξέρει τι σκέφτομαι και πώς είμαι».

Η Ροκαφόντα, όπως λέει, τον έμαθε να προστατεύει τον εαυτό του. Όσο λιγότερα γνωρίζουν οι άλλοι για εσένα, τόσο πιο ήσυχη είναι η ζωή σου.

Και αυτό είναι κάτι που προσπαθεί να διατηρήσει ακόμη και τώρα που η εικόνα του έχει γίνει παγκόσμιο φαινόμενο.

«Δεν παίζω για τα χρήματα»

Ο Γιαμάλ δεν κρύβει τι αγαπά περισσότερο στο ποδόσφαιρο: το ίδιο το παιχνίδι.

«Δεν παίζω για τα χρήματα. Παίζω επειδή αγαπώ το ποδόσφαιρο».

Δεν τον ενδιαφέρει να κυνηγά αποκλειστικά αριθμούς και στατιστικές. Για εκείνον η χαρά βρίσκεται στην ενέργεια του παιχνιδιού, στη ντρίμπλα, στην πάσα, στη δημιουργία μιας φάσης και στην αντίδραση της εξέδρας.

«Παίζω για τη διασκέδαση. Για να ντριμπλάρω, να παίξω με μία ή δύο επαφές, να βοηθήσω έναν συμπαίκτη που δεν έχει σκοράρει να βάλει γκολ. Για τη χαρά των φιλάθλων. Για να ακούω τα “ολέ”».

Και αυτή η αίσθηση είναι, για εκείνον, η μεγαλύτερη ανταμοιβή.

«Γυρίζω σπίτι και λέω: “Πέρασα υπέροχα”. Αν κάθε παίκτης το έκανε αυτό, θα το απολαμβάναμε πολύ περισσότερο».

«Νιώθεις σαν Superman»

Στο τέλος, ο Γιαμάλ επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στο παιδί που απλώς θέλει να παίξει.

Περιγράφει τι αισθάνεται όταν παίρνει την μπάλα και χιλιάδες άνθρωποι σηκώνονται περιμένοντας να δουν τι θα κάνει. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο, όπως και στο Καμπ Νόου, γνωρίζει πλέον ότι η προσδοκία είναι τεράστια.

Και αντί να την αποφεύγει, την απολαμβάνει.

«Υπάρχει κάτι μέσα σου που σε κάνει να νιώθεις πιο δυνατός από οποιονδήποτε άλλον. Ελπίζω να το έχω μέχρι την ημέρα που θα αποσυρθώ».

Και κάπως έτσι περιγράφει την αίσθηση που του δίνει το ποδόσφαιρο:

«Υπάρχει ένα κύμα γύρω σου. Νιώθεις σαν Superman, σαν Spider-Man. Νιώθεις εκπληκτικά».

Στα 19 του χρόνια, ο Λαμίν Γιαμάλ έχει ήδη κατακτήσει την Ευρώπη και τον κόσμο. Αυτό που δεν έχει κατακτήσει ακόμη είναι το ίδιο του το όριο. Και, αν τον ακούσει κανείς να μιλά για το μέλλον, είναι ξεκάθαρο πως ούτε ο ίδιος πιστεύει ότι υπάρχει.