Λαϊκότητα; Ε, και;

Οσα έχω ζήσει τα έχει πει η Βίσση, λένε οι πολλοί φαν της πολύ πετυχημένης τραγουδίστριας, που γέμισε το ΟΑΚΑ το περασμένο Σάββατο – και έκτοτε όλοι συζητάνε αυτή την επιτυχία, αφού όταν αποσύρονται οι καλλιτέχνες πλακώνουν οι κοινωνιολόγοι.

Είναι φαινόμενο η τραγουδίστρια που έχει τόσο πολύ και τόσο φανατικό κοινό; Είναι, όπως άλλωστε φαινόμενα είναι ο Ρέμος, που μια νύχτα με βροχή έκανε μια πολύ πετυχημένη συναυλία στη Θεσσαλονίκη και, έστω και για άλλους λόγους, ο Μαζωνάκης.

Πού στηρίζονται αυτά τα φαινόμενα; Καταρχήν, στην ανάγκη των ανθρώπων να καθρεφτίζουν τον εαυτό τους και τις αξίες τους σε καλλιτέχνες, όσο το δυνατόν σε πιο αναγνωρίσιμα είδωλα. Να ταυτίζονται μαζί τους.

Η λαϊκή μουσική, τα ιδιώματα που αναγνωρίζονται ως λαϊκή μουσική, που έχουν κατοχυρωθεί ως λαϊκή διασκέδαση είναι κατεξοχήν σήματα ταύτισης. Οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες, που συνήθως τραγουδάνε κοινούς τόπους, έχοντας μεταστοιχειώσει την καψούρα και την κλαψούρα του ανατολίτικου λαϊκού σε κάτι πιο φαντεζί, με στοιχεία δυτικότροπου ποπ σόου, συναντιούνται με το μεγάλο κοινό σε αυτούς τους κοινούς τόπους. Με αυτούς ταυτίζονται.

Με το μελό περιτύλιγμα – που μπορεί να κατάγεται από τον ρομαντισμό αλλά το πολύ πολύ οδηγεί σε κάποιο ρομάντζο και στην εύκολη συγκίνησή του. Με τη χλιδάτη παραξενιά – την οποία οι οπαδοί των καλλιτεχνών θα ήθελαν να μπορούσαν να προσπελάσουν.

Τίποτα απ’ αυτά δεν μπορούν, γι’ αυτό η μεγάλη τους ικανοποίηση είναι να βρίσκονται στις συναυλίες των ειδώλων τους – ή, σε πιο προσωπική φάση, στα κέντρα όπου καίγονται τα ουίσκια, κι όπου οι οπαδοί καταναλώνουν τη διασημότητα και τα παραφερνάλιά της. Η πιο σπουδαία στιγμή τους, η αποθέωσή τους, αν καταφέρουν να αγγίξουν το είδωλο και να φωτογραφιστούν μαζί του.

Πολύ σωστά από τη σκοπιά της, λοιπόν, η Αννα Βίσση κάνει αυτές τις συναυλίες. Είναι σημαντικές γι’ αυτή, την τονώνουν, την επιβεβαιώνουν: είναι η σταρ ενός πολύ μεγάλου κοινού, που την περιβάλλει με την αγάπη του.

Αλλά είναι λάθος το σύνθημα. Οσα έχω ζήσει δεν τα ‘χει πει η Βίσση. Ούτε τώρα που απολαμβάνει τη δόξα της πλούσιας καριέρας, ούτε νωρίτερα όταν επέλεγε τις καμπές της διαδρομής που της βγήκαν, ούτε καν τα πρώτα χρόνια που στην εταιρεία Minos τραγουδούσε Κουγιουμτζή και τα Λιανοτράγουδα του Ρίτσου σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη.

Και δεν τα ‘χει πει η Βίσση επειδή η Βίσση ήταν ανέκαθεν ετερόφωτη. Απλώς εκτελούσε μια διαδρομή καριέρας, την οποία σχεδίαζαν άλλοι για εκείνη. Θα πείτε ότι έτσι δουλεύει η σόουμπιζ. Θα συμφωνήσω. Αλλά δεν είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω και με τις επιλογές της σόουμπιζ. Ούτε με το μελό περιτύλιγμα ούτε με την γκλαμουριά ούτε με το σελέμπριτι σύστεμ επιθυμώ να ταυτιστώ εν προκειμένω. Δεν ταυτίζομαι, όμως, όχι επειδή έστρωσαν μάνατζερ τον δρόμο της τραγουδίστριας, αλλά επειδή αυτό που έφτιαξαν είναι επιφανειακό, αβαθές, συναισθηματικά αδιάφορο. Δεν με συγκινεί.

Κι όσο για τη λαϊκότητα της αποδοχής της, δεν έχω μάθει να θαυμάζω τη λαϊκότητα. Ο Σαββόπουλος ή ο Χατζιδάκις άλλο περιεχόμενο έδιναν στη λαϊκότητα. Δεν είναι όλα με όλους. Δεν ξεχνώ, άλλωστε, ότι αυτή η επιφανειακή λαϊκότητα μας οδήγησε στον Τσίπρα το 2015 ως λύση για τη χρεοκοπία.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, κάποτε, είχε τραγουδήσει ένα πολύ ωραίο τραγούδι με τίτλο «Νάιλον ντέφια και ψόφια κέφια». Η Βίσση βρίσκεται στους στίχους εκείνου του τραγουδιού. Μπράβο της, αλλά δεν με αφορά.

Σημείωση: το διάστημα 2000-25 το θεώρησα αντί πρώτο, τελευταίο τέταρτο του αιώνα, στο χθεσινό σημείωμα. Το απωθημένο της απολεσθείσης νεότητος βάζει το φαντασιακό μου στον προηγούμενο αιώνα. Ημαρτον.

Δικαιοσύνη, έστω κι έτσι

Δεν έπρεπε να γίνουν έτσι τα πράγματα, αλλά έστω κι έτσι η υπόθεση του λεγόμενου «μπαζώματος», της επέμβασης δηλαδή στον χώρο όπου έγινε το δυστύχημα των Τεμπών για να σηκωθούν τα βαγόνια και να διευκολυνθεί η έρευνα για επιζώντες και η ανάσυρση των νεκρών, ορθώς φτάνει στο ακροατήριο. Ορθώς μια υπόθεση τις περισσότερες όψεις της οποίας γνωρίσαμε μέσα από θεωρίες συνωμοσίας θα αντιμετωπιστεί σε ένα δικαστήριο, έστω και σε ειδικό δικαστήριο, που θα επιτρέψει να ξεδιπλωθούν οι συνθήκες του δυστυχήματος, να αντικρουστούν τα ψέματα τα οποία ήδη έχουν γίνει αποδεκτά ως ψέματα, να ακούσουμε λεπτομέρειες μιας υπόθεσης που, εκτός από τραυματική για πολλούς, η χρήση της από οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις επέφερε τραύμα και στη δημοκρατία.

Δυστυχώς, για παράβαση καθήκοντος παραπέμπονται οι πυροσβέστες και οι αστυνομικοί, οι άνθρωποι οι οποίοι επιχείρησαν επί του πεδίου, σε μια τραυματική επιχείρηση πρωτίστως για τους ίδιους. Επίσης δυστυχώς, όλο το πανηγύρι της παρέλκυσης το πληρώνει και ο Χρήστος Τριαντόπουλος, η πολιτική καριέρα του οποίου έγινε το ύστατο διακύβευμα του λαϊκιστικού κινήματος των συναισθημάτων – που παρότι διαλύθηκε πριν φτάσουμε στις κάλπες, μεταμορφώνεται πολλαπλώς με μόνιμο στόχο τη δημοκρατική σταθερότητα. Παρ’ όλα αυτά, προσδοκώ την αλήθεια. Και την πραγματική δικαιοσύνη – όχι την ψεύτικη των κινημάτων και των λαϊκών δικαστηρίων.