
Στον «Κίτρινο φάκελλο» (το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση) ο συγγραφέας περιγράφει τον κεντρικό ήρωα Μάνο Τασάκο, έναν διανοούμενο δικηγόρο και συγγραφέα της Αθήνας του μεσοπολέμου, ως έναν σπουδαίο «homme d’État manqué». Δηλαδή έναν ανεκπλήρωτο, μη ολοκληρωμένο, πολιτικό. Οχι ακριβώς αποτυχημένο, ελλειμματικό θα έλεγα καλύτερα. Σαν να έχουν μπει σωστά – για να το κάνω πιο παραστατικό – κάποια κομμάτια του παζλ, η εικόνα όμως δεν είναι ολοκληρωμένη.
Αυτήν ακριβώς την εντύπωση έχω για την πολιτική και τους πολιτικούς στη χώρα μας, ειδικά τον τελευταίο καιρό. Ολα μοιάζουν να βαίνουν κανονικά, τίποτα όμως δεν μου φαίνεται ολοκληρωμένο.
Τα ελλείμματα χάσκουν σαν τρύπες, αλλά σαν να κάνουμε ότι δεν τα βλέπουμε. Εκτός κι αν, επικεντρωμένοι στο έλασσον, δεν μπορούμε να διακρίνουμε το μείζον. Σαν να βλέπουμε το φόντο και όχι ολόκληρο τον πίνακα, να παρακολουθούμε ένα πλάνο και να αγνοούμε την ταινία. Ελλειμματικοί ηγέτες με ακόμη πιο ελλειμματικά στελέχη, ελλειμματικός πολιτικός λόγος. Κι εδώ δεν υπάρχει καταμερισμός ευθυνών ως προς το από πού προκύπτει το έλλειμμα. Από κάπου να γίνει η αρχή, λίγο να πέσει ο πήχης, αρχίζει και λειτουργεί αντανακλαστικά. Εξίσωση προς τα κάτω δηλαδή, όλο και πιο χαμηλά. Διότι όλους τους συμφέρει αυτή η έκπτωση. Καλύπτει τα ελλείμματα.
Θα πει μια χοντράδα ο Άδωνις Γεωργιάδης. Θα του την πέσουν, θα ζητήσει κάποια, όνομα και μη χωριό, «βουλεύτρια» να του αφαιρεθεί ο δημόσιος λόγος και μάλιστα κατά προτροπή της ΕΣΗΕΑ, θα ξύσει τα νύχια του ο υπουργός, θα πει ακόμη μεγαλύτερη χοντράδα, θα απαντήσει με βρυχηθμούς ο Πολάκης, θα του απαντήσουν οι οπαδοί ανάλογα και κάπως έτσι ο πολιτικός λόγος θα πιάσει πάτο, ενώ η ουσία θα έχει χαθεί κάπου στον δρόμο και θα έχει αντικατασταθεί από την ατάκα και τις εντυπώσεις που προκαλεί.
Τα κακά παραδείγματα προς αποφυγή, ο ελλειμματικός λόγος όχι απλώς δεν απομονώνεται αλλά κανονικοποιείται και εγκαθίσταται. Οπως και στην περίπτωση του υφυπουργού Εξωτερικών Χάρη Θεοχάρη. Αυτά τα περί κομμάτων των κακομοίρηδων δεν εκστομίζονται από κυβερνητικά χείλη. Elementary. Φαντάζεται δηλαδή κάποιος τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου ή τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να έλεγαν κάτι τέτοιο;
Μπορεί να έλεγαν άλλα, πιο αιχμηρά αλλά ουσιαστικά. Δεν θα χρησιμοποιούσαν λέξεις που θα έδιναν πάσα για να του απαντήσουν, όλοι μα όλοι όμως, με τον τίτλο της ταινίας του Ορέστη Λάσκου «Ο εμίρης κι ο κακομοίρης». Λες και πρόκειται για επιχείρημα. Διότι αυτό που είπε ο υφυπουργός δεν είναι ούτε ταξικό ούτε τοξικό. Είναι βλακεία. Και στη βλακεία θα απαντήσουν με βλακείες.
Και το εκλογικό σώμα, ένας διαδικτυακός όχλος στην ουσία, από κάτω θα χειροκροτεί. Με καμάρι, έστω και χωρίς να το συνειδητοποιεί, αφού κατάφερε να κατεβάσει τον πολιτικό λόγο σε επίπεδο καφενέ, πιο κάτω κι απ’ τον δικό του δηλαδή. Διότι, όπως επίσης γράφει ο Καραγάτσης στον «Κίτρινο Φάκελλο», «…Η πλειοψηφία του όχλου δεν δημιουργείται στην τύχη, αλλά με βάση ορισμένες κοινές ομοιότητες των ατόμων που το αποτελούν. Και οι πιο κοινές, οι πιο θεμελιώδεις ομοιότητες είναι η βλακεία και η κακεντρέχεια». Και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, όπως ουδείς θα έπρεπε να αυτοεξαιρεθεί. Ολοι μας κάποια στιγμή έχουμε συντονισθεί και με τη βλακεία και με την κακεντρέχεια.
Ενα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό
Μέσα σε τέτοιο πολιτικό περιβόλι, πώς να μην ανθίσει, ως αρχηγός κόμματος, η κβαντική Μαρία Καρυστιανού. Η οποία μέσα μόνο στις δύο τελευταίες μέρες προεξόφλησε ότι δεν θα αποδοθεί δικαιοσύνη στη δίκη για τα Τέμπη (ακόμη κι αν το πιστεύει δεν μπορεί, ως έστω και αυτοαποκαλούμενη πολιτικός, να το πει με αυτά τα λόγια), ότι δεν πιστεύει στις δημοσκοπήσεις (αυτό δα έλειπε) και ότι είναι απόλυτα εφικτό η «Ελπίδα (της) για τη Δημοκρατία» να πάρει την εξουσία. Και αυτό δεν το λέει με αλαζονεία, αλίμονο, παρόλο που τα γκάλοπ δίνουν στο κόμμα της το συγκλονιστικό ποσοστό του 4% συν κάτι ψιλολοΐδια. Α, ξέχασα, δεν πιστεύει στα γκάλοπ.