Ο αρχηγός της σιωπής

Στο Μιλάνο, ακόμη και το αποχαιρετιστήριο πλήθος έμοιαζε να ακολουθεί τις κινήσεις του. Πειθαρχημένο, συγκρατημένο, με το βλέμμα προσηλωμένο στη νεκρική πομπή που έφθανε στη Βασιλική του Αγίου Αμβροσίου. Στις σημαίες και στις φανέλες υπήρχε ένας αριθμός: το 6. Στα χείλη μία φράση: «Ciao, capitano».

Ο Πάολο Μαλντίνι, ο Φάμπιο Καπέλο, παλιοί συμπαίκτες, αντίπαλοι και χιλιάδες φίλοι της Μίλαν είχαν συγκεντρωθεί για να αποχαιρετίσουν τον Φράνκο Μπαρέζι, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 31 Ιουλίου, σε ηλικία 66 ετών. Η επίσημη ανακοίνωση της Μίλαν δεν μιλούσε απλώς για την απώλεια ενός παλαίμαχου ποδοσφαιριστή. Μιλούσε για έναν χαμένο χτύπο από την καρδιά του συλλόγου.

Δεν ήταν υπερβολή. Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που ανήκουν σε μια ομάδα και υπάρχουν κάποιοι σπάνιοι που γίνονται η ίδια η ομάδα. Ο Μπαρέζι πέρασε ολόκληρη την επαγγελματική του ζωή με τη φανέλα της Μίλαν. Είκοσι χρόνια, περισσότερες από 700 εμφανίσεις, δεκαπέντε σεζόν ως αρχηγός, έξι πρωταθλήματα Ιταλίας και τρεις κατακτήσεις του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Οταν σταμάτησε το 1997, ο σύλλογος απέσυρε τη φανέλα με τον αριθμό 6. Ήταν η πρώτη φορά που η Μίλαν έκανε κάτι τέτοιο.

Γεννήθηκε στο Τραβαλιάτο, μια κωμόπολη κοντά στην Μπρέσια, και έχασε και τους δύο γονείς του προτού ενηλικιωθεί. Μαζί με τον αδελφό του, Τζουζέπε, δοκιμάστηκε στην Ιντερ. Οι Νερατζούρι κράτησαν τον Τζουζέπε, αλλά απέρριψαν τον μικρόσωμο Φράνκο. Δεν τους φάνηκε αρκετά δυνατός για αμυντικός.

Αυτή η λανθασμένη εκτίμηση έγινε ένα από τα πρώτα επεισόδια του μύθου του. Η Μίλαν είδε εκείνο που οι γείτονές της δεν είχαν διακρίνει: όχι το σώμα ενός κλασικού στόπερ, αλλά ένα μυαλό ικανό να προβλέπει την επόμενη φάση. Ο Μπαρέζι δεν χρειαζόταν να είναι δυνατότερος από τον επιθετικό, επειδή είχε ήδη φθάσει στο σημείο όπου θα κατέληγε η μπάλα. Δεν ακολουθούσε το παιχνίδι. Το διάβαζε προτού ακόμη γραφτεί.

Έκανε το ντεμπούτο του το 1978, σε ηλικία 17 ετών. Πολύ γρήγορα έγινε βασικός και στα 22 του ήταν ήδη αρχηγός. Δεν κληρονόμησε, όμως, αμέσως τη λαμπερή Μίλαν που αργότερα θα κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Εζησε τις σκοτεινότερες ημέρες της: το σκάνδαλο των παράνομων στοιχημάτων, τον υποβιβασμό, την επιστροφή και έναν δεύτερο υποβιβασμό, αυτή τη φορά αγωνιστικό. Θα μπορούσε να φύγει. Οι προτάσεις υπήρχαν και το ταλέντο του ήταν ήδη αναγνωρισμένο. Εκείνος έμεινε στη Serie B.

Σε μια εποχή κατά την οποία η πίστη στη φανέλα δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε διαφημιστικό σύνθημα, ο Μπαρέζι την έκανε πράξη. Εμεινε επειδή θεωρούσε ότι η μοίρα του ήταν δεμένη με τη μοίρα της Μίλαν. Η αφοσίωσή του ήταν η σιωπηλή αποδοχή μιας ευθύνης.

Με την άφιξη του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και του Αρίγκο Σάκι, η πληγωμένη ομάδα μεταμορφώθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες μηχανές της ποδοσφαιρικής Ιστορίας. Μπροστά υπήρχαν οι Ολλανδοί, ο Φαν Μπάστεν, ο Γκούλιτ και ο Ράικαρντ. Πίσω, όμως, βρισκόταν ο Μπαρέζι. Δίπλα του ο Μάουρο Τασότι, ο Αλεσάντρο Κοστακούρτα και ο νεαρός Πάολο Μαλντίνι. Τέσσερις αμυντικοί που κινούνταν σαν ένας οργανισμός, με τον αρχηγό να καθορίζει τον ρυθμό της αναπνοής τους.

Ο Μπαρέζι επαναπροσδιόρισε τη θέση του λίμπερο. Δεν ήταν ο τελευταίος παίκτης μιας φοβισμένης άμυνας, αλλά ο πρώτος δημιουργός μιας επιθετικής ομάδας. Εβγαινε μπροστά με την μπάλα, έσπαζε γραμμές, έδινε την πρώτη πάσα. Με μια κίνηση του χεριού ανέβαζε ολόκληρη την άμυνα και παγίδευε τον αντίπαλο στο οφσάιντ. Ηταν μια λεπτή χορογραφία που απαιτούσε απόλυτη εμπιστοσύνη. Αν ένας καθυστερούσε μισό δευτερόλεπτο, όλα μπορούσαν να καταρρεύσουν.

Σπάνια τον έβλεπες να πανικοβάλλεται. Τα τάκλιν του δεν ήταν πράξεις απελπισίας αλλά χειρουργικές επεμβάσεις. Δεν ταπείνωνε τον αντίπαλο, δεν προκαλούσε το πλήθος, δεν αναζητούσε την κάμερα. Σε ένα άθλημα που άρχιζε να λατρεύει την εικόνα, εκείνος παρέμενε αυστηρά ουσιαστικός. Το πρόσωπό του είχε σχεδόν πάντοτε τη σοβαρότητα ενός ανθρώπου που γνώριζε ότι το παιχνίδι μπορούσε να χαθεί από μία στιγμή απροσεξίας.

Με αυτόν στην καρδιά της άμυνας, η Μίλαν κατέκτησε την Ευρώπη το 1989 και το 1990. Το 1994, όταν συνέτριψε την Μπαρτσελόνα με 4-0 στον τελικό της Αθήνας, ο τιμωρημένος Μπαρέζι δεν αγωνίστηκε. Ακόμη και από την εξέδρα, όμως, η ομάδα έφερε τη σφραγίδα του: συγκέντρωση, πειθαρχία, απόλυτη κυριαρχία του χώρου.

Με την εθνική Ιταλίας κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 χωρίς να αγωνιστεί, αλλά η προσωπική του πορεία στη διοργάνωση ταυτίστηκε κυρίως με το 1994. Στον δεύτερο αγώνα των ομίλων, απέναντι στη Νορβηγία, τραυματίστηκε στο γόνατο. Υποβλήθηκε σε επέμβαση και όλα έδειχναν ότι το Μουντιάλ είχε τελειώσει για εκείνον. Είκοσι πέντε ημέρες αργότερα βγήκε στον αγωνιστικό χώρο της Πασαντίνα για τον τελικό απέναντι στη Βραζιλία. Έπαιξε για 120 λεπτά, καθοδήγησε την άμυνα της Ιταλίας και πραγματοποίησε μία από τις σπουδαιότερες εμφανίσεις κεντρικού αμυντικού σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στη διαδικασία των πέναλτι εκτέλεσε πρώτος. Η μπάλα πέρασε πάνω από το δοκάρι.

Ο Μπαρέζι στάθηκε ακίνητος, έπειτα έσκυψε και έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια. Η εικόνα έμεινε στην Ιστορία, αν και συχνά επισκιάστηκε από το τελευταίο χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο. Εκείνη η αστοχία δεν αφαίρεσε τίποτε από το μεγαλείο του. Αντιθέτως, το έκανε πιο ανθρώπινο. Ο τέλειος αμυντικός είχε φθάσει πέρα από τα σωματικά του όρια, είχε κρατήσει όρθια την Ιταλία και στο τέλος είχε λυγίσει μόνος απέναντι στα έντεκα μέτρα.

Ο Φράνκο Μπαρέζι δεν υπήρξε θορυβώδης. Δεν χρειάστηκε θεαματικές δηλώσεις ούτε μια δεύτερη δημόσια ζωή μετά το ποδόσφαιρο. Παρέμεινε κοντά στη Μίλαν, ως πρεσβευτής και θεματοφύλακας των αξιών της, με την ίδια διακριτικότητα που τον χαρακτήριζε ως αρχηγό.

Τώρα το «6» μοιάζει ακόμη πιο βαρύ στην πλάτη της Ιστορίας. Ο Μπαρέζι έφυγε, αλλά η γραμμή που χάραξε παραμένει: ίσια, θαρραλέα, πάντοτε ένα βήμα μπροστά από τον αντίπαλο. Ο τελευταίος λίμπερο δεν βρίσκεται πια πίσω από όλους. Προπορεύεται και πάλι.