Μεθαύριο Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2026, στις 3:00 το απόγευμα, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Παλλακωνικής Αδελφότητας Μελβούρνης, θα γίνει μια διπλή λογοτεχνική-πολιτιστική εκδήλωση, σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στον Λάκωνα άνθρωπο και κορυφαίο ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο (1912-1991), με αφορμή τα 35 χρόνια από τον θάνατό του (στις 4 Αυγούστου 1991). Για το έργο του Νικηφόρου Βρεττάκου θα μιλήσει ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας Δρ Γιάννης Βασιλακάκος, καθώς και ο ομογενής ποιητής Δημήτρης Τρωαδίτης, ενώ θα διαβαστούν και ποιήματα του τιμώμενου ποιητή. Στο δεύτερο μέρος, και σε συνεργασία με τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Οδός Πανός, θα γίνει η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Δρα Γιάννη Βασιλακάκου, με τίτλο: «Στο κάτω-κάτω της γραφής: De Profundis – Συνεντεύξεις-Συνομιλίες-Εκμυστηρεύσεις».
Τελετάρχης θα είναι ο κ. Χρήστος Παϊκόπουλος πρόεδρος της Παλλακωνικής Αδελφότητας Μελβούρνης. Στο τέλος της εκδήλωσης θα προσφερθούν καφές, τσάι και γλυκίσματα, ενώ ο συγγραφέας θα υπογράψει βιβλία του.
Το κτήριο της Παλλακωνικής Αδελφότητας βρίσκεται στη διεύθυνση 253 Albert St., Brunswick.
Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Με αφορμή αυτή τη διπλή εκδήλωση και προκειμένου να μπούμε στο όλο κλίμα, τόσο του έργου του Νικηφόρου Βρεττάκου όσο και του νέου βιβλίου του Γιάννη Βασιλακάκου, είχαμε την κατωτέρω συνομιλία με τον συγγραφέα:
-Κύριε Βασιλακάκο, υπάρχει η εντύπωση ότι ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι κάπως παραμελημένος σε σχέση με άλλους Έλληνες ποιητές. Κατά πόσο η Ελληνική Πολιτεία, αλλά και οι λογοτεχνικοί φορείς, γιόρτασαν τα 35 χρόνια από την αποδημία του (τον Αύγουστο του 1991);
-Έχετε δίκιο. Αν όχι «παραμελημένος», σίγουρα υπήρξε κάπως παραγκωνισμένος, αν όχι και αδικημένος, εν συγκρίσει με την αξία του ποιητικού του έργου και της εν γένει προσφοράς του στα Ελληνικά Γράμματα. Αυτό όμως οφείλεται εν πολλοίς και στον ίδιο τον χαρακτήρα του, καθώς ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων, σεμνός, ταπεινός, μειλίχιος κ.λπ. Θέλω να πω ότι σου έδινε την εντύπωση περισσότερο ενός κοσμοκαλόγερου, αλά Παπαδιαμάντη, παρά κοσμοπολίτη διανοούμενου που πούλαγε την ψυχή του για προβολή και δημοσιότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, άλλωστε, που μοιραζόταν το χρόνο του μεταξύ της γενέτειράς του στην απομονωμένη αγροτική περιοχή Πλούμιτσα στις Κροκεές Σπάρτης, που αγαπούσε υπερβολικά και του διαμερίσματός του στο Παγκράτι της Αθήνας. Πάντως φρονώ ότι ελάχιστα εκμεταλλευόταν τη διαμονή του στην Αθήνα, αφού δεν ήταν δημοσιοσχεσίτης, όπως οι περισσότεροι ομότεχνοί του. Διότι δεν ήταν στο χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του να φιγουράρει ως λογοτεχνική «βεντέτα». Αυτή τη συμπεριφορά την θεωρούσε ποταπή, γιατί ήταν σοβαρός, αξιοπρεπής άνθρωπος, αφήνοντας το έργο του να μιλάει από μόνο του και όχι ο ίδιος να μιλάει για αυτό. Δεν χρειαζόταν συνηγόρους. Ανήκε σ’ αυτή τη σπάνια για το σινάφι του κατηγορία των «αφανών» δημιουργών που δεν τους εξίταρε η… «πασαρέλα». Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, απ’ όσο γνωρίζω δεν έχει γίνει έως τώρα κάτι από την Ελληνική Πολιτεία ή άλλον φορέα προκειμένου να τιμηθούν τα 35χρονα της αποδημίας του. Μόνο η αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα» δημοσίευσε μια τελευταία αδημοσίευτη συνέντευξη που παραχώρησε στον δημοσιογράφο και επικοινωνιολόγο Μάνο Σιφονιό στις 04-08-2026 με τίτλο «Περιμένουμε μια Ανάσταση». Αφού, για να φανταστείτε, ούτε καν η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης, στην οποία χάρισε όλο του το αρχείο (τον Δεκέμβρη του 2000) δεν έχει αξιωθεί ακόμη να το αξιοποιήσει οριστικά μετά από 26 ολόκληρα χρόνια! Δείτε τη σχετική «Ανακοίνωσή» στην επίσημη ιστοσελίδα τους για να πιστείτε. Χρειάζεται άλλο σχόλιο εκ μέρους μου;
Γνωρίζουμε ότι η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου υμνεί τη φύση, το φως, την αγάπη για τον άνθρωπο και την παγκόσμια ειρήνη και ότι ο ίδιος τιμήθηκε με Κρατικά Βραβεία Ποίησης, το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1976) και προτάθηκε τέσσερις φορές για το Νόμπελ Λογοτεχνία. Τι μπορούμε εμείς σήμερα να αποκομίσουμε από αυτό το τεράστιο σε σημασία έργο;
-Επ’ ευκαιρία της ερώτησής σας, οφείλω να σας εξομολογηθώ ότι κι εγώ είχα αδικήσει τον εν λόγω ποιητή στα χρόνια της νεότητάς μου και νιώθω ακόμη ενοχές. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν είχα προσέξει και μελετήσει όσο θα έπρεπε τότε το έργο του, αλλά το είχα αντιμετωπίσει κάπως επιπόλαια. Απόδειξη αυτού είναι ότι, σ’ ένα παλαιότερο δημοσίευμά μου έγραφα τα εξής: «Για τον Βρεττάκο είχα ένα αίσθημα περισσότερο συμπάθειας για έναν αδικημένο ποιητή, παρά μεγάλου θαυμασμού για το καθαυτό ποιητικό του έργο, πράγμα που με έκανε να τον αδικώ κάπως. Κι εξηγούμαι: Η ποίησή του δεν με γοήτευε ιδιαίτερα, λόγω των “λαϊκίστικων” θεμάτων του τα οποία έβρισκα τετριμμένα, πέρα του ότι ήταν “τυπική μανιέρα” και “επαγγελματική έκφραση” για τους διανοητές της Αριστεράς, όπως παρατηρεί ο Κυριάκος Κάσσης». Για να επανέλθω τώρα στην ερώτησή σας, με την παρέλευση 35 ετών και την επανεξέταση του έργου του, μπορώ να ισχυριστώ ανεπιφύλακτα πλέον ότι, ιδιαίτερα στη σημερινή παγκόσμια συγκυρία της σύγχυσης, της αβεβαιότητας, του παραλογισμού, της κλιματικής κρίσης, των διεθνών πολεμικών συγκρούσεων, της πολυσυζητημένης και αμφιλεγόμενης τεχνητής νοημοσύνης και των άλλων κινδύνων που επαπειλούν το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας και του ίδιου του πλανήτη μας, το έργο του Βρεττάκου παραμένει όσο ποτέ άλλοτε προφητικό και επίκαιρο. Προσθέτω εδώ κάτι που έγραφα παλαιότερα σχετικά με αυτό το ζήτημα: «Προσωπικά θεωρώ ότι ολόκληρο το ποιητικό έργο του Βρεττάκου είναι καθαρά ουμανιστικό και διέπεται από την πίκρα για την απώλεια της ανθρωπιάς. Ρωτώντας τον “πώς μπορεί να βρει ο άνθρωπος σήμερα τη χαμένη του αξιοπρέπεια και τον ‘χαμένο Παράδεισο’, μου απάντησε ως εξής: “Όλα σήμερα εργάζονται σε βάρος της ανθρώπινης υπόστασης. Η αξιοπρέπεια, η αρετή, η συμπεριφορά προς το συνάνθρωπο, γενικά προς τη ζωή, προς τις ιδέες, προς τα ιδεώδη, όλα αυτά τα πράγματα πλήττονται σήμερα, στον κόσμο. Όταν βλέπεις ότι το πνεύμα το ίδιο, αντί να καλλιεργεί τη γη και να φτιάχνει στάρι για όλους, φτιάχνει πυραύλους και ατομικές βόμβες, είναι φυσικό να καλέσει κανείς σε συναγερμό την ανθρώπινη ψυχή, τον άνθρωπο. Κινδυνεύει ο άνθρωπος αυτή τη στιγμή. Αντιμετωπίζει ένα είδος καταστροφής πριν απ’ την πυρηνική καταστροφή”».
-Για να πάμε τώρα στο νέο σας βιβλίο, to 27o, από τις Εκδόσεις Οδός Πανός. Aπ’ ό,τι έχουμε δει, το έργο αυτό απαρτίζεται από συνεντεύξεις που δώσατε σε διάφορα ελλαδικά, ομογενειακά, αυστραλιανά και άλλα ξένα ΜΜΕ καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφικής σας πορείας. Γιατί αποφασίσατε να εκδώσετε ένα τέτοιο βιβλίο;
-Βασικά οι λόγοι είναι τρεις: Ο πρώτος σχετίζεται άμεσα με την παράφορη αγάπη που ανέκαθεν έτρεφα για το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος (genre) της συνέντευξης. Το όλο σκεπτικό το διατυπώνω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ως εξής: «Μέσα από τις συνεντεύξεις των συγγραφέων μυούμαστε στα μυστικά και τη μαγεία της ζωής και της τέχνης τους. Το συναρπαστικότερο όλων είναι η εντύπωση πως, μέσα απ’ τις συνεντεύξεις τους, οι συγγραφείς παρουσιάζονται ως οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες/πρωταγωνιστές των έργων τους, καθώς αποκαλύπτουν ουκ ολίγα απ’ τα μυστικά της ζωής και της τέχνης τους (πρακτικές, τεχνικές, μεθόδους, κ.λπ.) αφηγούμενοι – παρεμπιπτώντος κι ενδεχομένως – τις πιο συναρπαστικές ιστορίες που έχουν να μας πουν».
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με το γεγονός ότι πρόκειται για το πιο – αν θέλετε – αυτοβιογραφικό μου βιβλίο, από τις δεκάδες που έχω εκδώσει έως σήμερα. Τώρα, το αν και κατά πόσο το είδος της συνέντευξης είναι γνήσια και αυθεντική «αυτοβιογραφία» είναι σχετικό. Και αυτό γιατί, όπως εξηγώ και πάλι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου: «[…] δεν είναι οι συγγραφείς που χρειάζονται τις συνεντεύξεις-εξομολογήσεις αλλά κυρίως οι αναγνώστες τους, αφού οι συγγραφείς ούτως ή άλλως “εξομολογούνται” πρωταρχικά στα ίδια τους τα έργα. Έστω κι αν η λογοτεχνία γίνεται συνήθως εμμέσως, κρυπτικά, υπαινικτικά, διφορούμενα. Όμως εκεί ακριβώς βρίσκεται όλο το ενδιαφέρον και η γοητεία της. Ένας λόγος παραπάνω, λοιπόν, που οι συνεντεύξεις που των συγγραφέων είναι χρήσιμες στους αναγνώστες τους. Διότι ακόμη κι αν αυτές δεν βοηθούν αναγκαστικά στην κατανόηση των έργων τους, οπωσδήποτε βοηθούν στην κατανόηση των ίδιων των δημιουργών, της ζωής και κοσμοθεωρίας τους. Στο πώς σκέφτονται, βλέπουν, αντιλαμβάνονται, αισθάνονται και συμπεριφέρονται απέναντι στον κόσμο, τα πράγματα, την τέχνη κ.λπ. Άλλωστε οι συγγραφείς δεν δημιουργούν, αλλά παραχωρούν συνεντεύξεις (εξομολογήσεις), κι αυτό μόνο όταν τους το ζητούν». Ο τρίτος λόγος που συνέβαλε στην έκδοσή του βιβλίου οφείλεται εν πολλοίς, αλλά όχι μόνο, στις ανάγκες του φοιτητόκοσμου ο οποίος από τη δεκαετία του ’80 έως σήμερα μελετά και ασχολείται με διάφορα έργα μου (θεατρικά, μυθοπλαστικά, δοκιμιογραφικά, βιογραφικά, και άλλα) στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση (διατριβές μάστερ, διδακτορικά κ.λπ.) Κι επειδή από τότε πολλοί έψαχναν να βρουν συνεντεύξεις μου εδώ κι εκεί (σε βιβλιοθήκες, έντυπα κ.λπ.), και για να μη με ενοχλούν συνεχώς, θεώρησα ότι θα ήταν χρήσιμος ένας συγκεντρωτικός, συμπεριληπτικός τόμος με τις σημαντικότερες συνεντεύξεις μου, διαχρονικά. Εξού κι ευελπιστώ ότι το βιβλίο αυτό, αν μη τι άλλο, θα αποδειχθεί ένα εύχρηστο εργαλείο γι’ αυτούς τους σπουδαστές και μελετητές μου, καθώς και για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό το οποίο ενδιαφέρεται να ενδιατρίψει στα παραλειπόμενα των έργων μου και του δημιουργού τους.
-Γνωρίζουμε ότι η συνέντευξη, όσον αφορά τη λογοτεχνία γενικότερα, έχει μια δισυπόστατη, θα λέγαμε, πρόσληψη: κάποιοι τη θεωρούν λογοτεχνικό είδος, όπως τα άλλα είδη (νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίηση κ.λπ.), κάποιοι άλλοι όχι. Επειδή όμως ξεφυλλίσαμε το βιβλίο και είδαμε ότι όλες σχεδόν οι συνεντεύξεις είναι αυτό ακριβώς που καταδεικνύει και ο τίτλος του «De Profundis –Συνομιλίες-Εκμυστηρεύσεις» τι έχετε να πείτε επ’ αυτού;
-Κατ’ αρχάς να διευκρινίσω ότι ελάχιστοι πλέον αμφισβητούν ότι μια συνέντευξη δεν αποτελεί λογοτεχνικό είδος. Προσωπικά είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι οι λογοτεχνικές συνεντεύξεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του καθαυτού συγγραφικού έργου και σύμπαντος όλων των δημιουργών. Ίσως και σημαντικότερο θα έλεγα, αφού ούτως ή άλλως φωτίζουν πολλές πτυχές τόσο του έργου όσο και του δημιουργού του. Καθόλου τυχαίο λοιπόν που πολλοί άνουν λόγο για την «κουζίνα του συγγραφέα» και τις αλχημείες του. Ούτε είναι τυχαίο ότι όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς ηδονίζονται να κάνουν διάφορα συναρπαστικά παιχνίδια, εκμεταλλευόμενοι τις συνεντεύξεις που παραχωρούν, συνήθως πρόθυμα, συναγωνιζόμενοι, ενίοτε, τους δημοσιογράφους όσον αφορά το performance και ποιος θα είναι ο… πρωταγωνιστής αυτού του παιχνιδιού. Έπειτα, κάθε συνέντευξη έχει τη δική της γοητεία για πολλούς και διαφόρους λόγους. Για παράδειγμα, πώς μπορεί μια οποιαδήποτε συνέντευξη να μιλήσει για ένα καλλιτεχνικό έργο το οποίο χρειάστηκε πολλά χρόνια για να γίνει; Ο Marcel Marceu είχε πει ότι 40 χρόνια δουλειάς χρειάζονται περισσότερο χρόνο από μια 20άλεπτη συνέντευξη. Το μυστικό όμως και η γοητεία των συνεντεύξεων είναι όχι να ειπωθούν όλα, αλλά να εντοπιστεί η πεμπτουσία τους. Κάτι που κι εγώ προσπαθώ να κάνω σε αυτή τη συνέντευξη, και μάλιστα την τελευταία στιγμή. Προσωπικά γοητεύομαι τα μέγιστα να παίρνω και να δίνω συνεντεύξεις. Καθόλου τυχαίο άλλωστε που το 2018 εξέδωσα έναν πολυσέλιδο τόμο με τίτλο «Η περιπέτεια της γραφής: Καταθέσεις/Μαρτυρίες 27 Ελλήνων πρωταγωνιστών»
(Οδός Πανός). Σύντομα δε ευελπιστώ να ολοκληρώσω ένα ακόμη τόμο, αλλά αυτή τη φορά με Έλληνες και ξένους… τεθνεώτες συγγραφείς (!) που είναι πολύ της μόδας τελευταία, κυρίως στον αγγλόφωνο κόσμο.
The post Ο Γιάννης Βασιλακάκος ομιλεί για τον μεγάλο ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, καθώς και για τη γοητεία των λογοτεχνικών συνεντεύξεων appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.