Το 1994, στην Αγγλία, ένας Τσέχος ψυχολόγος και συγγραφέας έκανε κάτι που ακόμη και ως περιγραφή ακούγεται απίθανο. Έγραψε ένα έπος επιστημονικής φαντασίας περίπου 6.500 στίχων σε ομηρική ελληνική, σε δακτυλικό εξάμετρο, το χώρισε σε είκοσι τέσσερις ραψωδίες κατά τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου και έστειλε τον ήρωά του να περιπλανηθεί ανάμεσα σε πλανήτες, εξωγήινους, ρομπότ, υπολογιστές και παράξενους πολιτισμούς. Το έργο ήταν η Αστροναυτιλία του Jan Křesadlo, με ελληνικό τίτλο Ποιητοῦ ἀδήλου Ἀστροναυτιλία ἢ ἡ Μικροοδύσσεια ἡ κοσμική, μια «Κοσμική Μικροοδύσσεια» που δημοσιεύθηκε λίγο μετά τον θάνατό του.
Πίσω από το ψευδώνυμο Jan Křesadlo βρισκόταν ο Václav Pinkava, γεννημένος στην Πράγα το 1926, ψυχολόγος στο επάγγελμα και εξόριστος στη Βρετανία μετά τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Η Αστροναυτιλία, ένα από τα τελευταία έργα του, ανήκει σε μια μακρά, σήμερα σχεδόν λησμονημένη παράδοση συγγραφής νέων λογοτεχνικών έργων στα αρχαία ελληνικά. Ο Křesadlo, ωστόσο, προσέδωσε στην παράδοση αυτή μια εξαιρετικά παράδοξη κατεύθυνση, επιλέγοντας την ομηρική ελληνική για ένα έργο που κοιτάζει προς το τεχνολογικό μέλλον.
Η σχέση του έπους με την Οδύσσεια δηλώνεται από τους πρώτους κιόλας στίχους. Όπως ο αρχαίος επικός ποιητής, ο Křesadlo αρχίζει επικαλούμενος τις Μούσες και τον Απόλλωνα, μόνο που το θέμα που τους ζητά να τραγουδήσουν έχει μεταφερθεί από τη θάλασσα στο σύμπαν:
«Ἀρχόμενος πρῶτον Μουσῶν χορῷ εἰξ Ἑλικῶνος
εὔχομαι ἐκπάγλως καὶ Ἀπόλλωνι ἄνακτι…
ὄφρ᾽ εἴποιεν ἐμὴν κόσμου γλαφυροῖο πόρευσιν».
Και αμέσως μετά προσδιορίζει τον σκοπό της αποστολής: ο πλοίαρχος και οι σύντροφοί του ταξιδεύουν «Μανδὺν ζητοῦντες καὶ μῆλον κοσμοθεωροῦν», αναζητώντας δηλαδή τον Μανδύ και ένα μυθικό πρόβατο που παρατηρεί το σύμπαν. Η σοβαρότητα της επικής επίκλησης συγκρούεται απολαυστικά με το αντικείμενό της, χωρίς όμως να καταστρέφεται η επική μορφή. Το αντίθετο συμβαίνει: το παράλογο αποκτά, μέσω του Ομήρου, τη δική του μεγαλοπρέπεια.
Ακόμη και το όνομα του ήρωα αποτελεί φιλολογικό παιχνίδι. Ο πλοίαρχος ονομάζεται Οὐδείς, «Κανένας». Ο Οδυσσέας είχε χρησιμοποιήσει το όνομα Οὖτις για να εξαπατήσει τον Πολύφημο, ενώ ο Πλοίαρχος Νέμο του Ιουλίου Βερν φέρει ακριβώς το ίδιο όνομα στα λατινικά. Ο ίδιος ο Οὐδείς εξηγεί ότι επιλέγει την ονομασία κατά το πρότυπο του μυστηριώδους «Νήμω καπιτᾶνον». Μέσα σε μία λέξη, λοιπόν, ο Křesadlo συνενώνει τον Οδυσσέα, τον Βερν και την επιστημονική φαντασία.
Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται μια αποστολή διάσωσης με κοσμικές διαστάσεις. Ο Μανδύς έχει κλέψει το πρόβατο που, σύμφωνα με τη σατιρική κοσμολογία του έργου, παρατηρεί το σύμπαν και επομένως εξασφαλίζει την ύπαρξή του. Ο Οὐδείς αναλαμβάνει να το ανακτήσει και ξεκινά με το πλήρωμά του μια αναζήτηση από πλανήτη σε πλανήτη, μέσα από αλλόκοτους πολιτισμούς, συγκρούσεις και παρεκκλίσεις, ώσπου η αναζήτηση οδηγεί τελικά ακόμη και σε ταξίδι μέσα στον χρόνο.
Αυτή ή αναζήτηση αυτή δίνει στον Křesadlo το πλαίσιο για να ανασυνθέσει σε κοσμική κλίμακα τον αφηγηματικό μηχανισμό της Οδύσσειας. Η θάλασσα της Οδύσσειας γίνεται το διαστρικό κενό, τα νησιά μετατρέπονται σε πλανήτες και οι αλλόκοτοι λαοί που συναντά ο Οδυσσέας αντικαθίστανται από εξωγήινες κοινωνίες. Ο Οὐδείς αιχμαλωτίζεται, πολεμά τέρατα, αντιμετωπίζει ανταρσίες, συναντά κοινωνίες με παράδοξες σεξουαλικές και πολιτικές συνήθειες, συμμετέχει σε συμπόσια και αποδράσεις, χάνει συντρόφους και εξακολουθεί να ταξιδεύει. Ο Křesadlo μεταφέρει έτσι στο Διάστημα κάτι ουσιαστικότερο από τον Οδυσσέα: μεταφέρει τον αφηγηματικό μηχανισμό ολόκληρης της Οδύσσειας.
Η τεχνολογική διασταση της Αστροναυτιλίας αποκαλύπτει μια ακόμη απροσδόκητη συγγένεια με τον Όμηρο. Τα ρομπότ και η τεχνητή νοημοσύνη μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ξένα προς το αρχαϊκό έπος, όμως η ομηρική φαντασία είχε ήδη συλλάβει μηχανές και τεχνητά όντα με ιδιότητες που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε, με την αναγκαία ιστορική επιφύλαξη, ως ανάλογες προς την αυτοματοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη.
Το πρώτο παράδειγμα βρίσκεται μάλιστα στην Ιλιάδα. Στη ραψωδία Σ, το εργαστήριο του Ηφαίστου περιέχει αυτοκινούμενους τρίποδες που πηγαίνουν μόνοι τους στη σύναξη των θεών και επιστρέφουν, καθώς και τις περίφημες χρυσές θεραπαινίδες, τεχνητές γυναίκες που έχουν νόηση, φωνή και δύναμη και έχουν διδαχθεί έργα από τους θεούς. Η ομηρική φαντασία συλλαμβάνει έτσι κατασκευασμένα όντα που κινούνται, γνωρίζουν και ενεργούν.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η περίπτωση των πλοίων των Φαιάκων στην Οδύσσεια. Δεν χρειάζονται κυβερνήτες ούτε πηδάλια. Ο Αλκίνοος εξηγεί στον Οδυσσέα ότι τα ίδια τα πλοία «καταλαβαίνουν» τις σκέψεις των ανθρώπων και γνωρίζουν τις πόλεις και τις χώρες προς τις οποίες πρέπει να ταξιδέψουν. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή αρχαία σύλληψη αυτόνομης πλοήγησης: ο επιβάτης δηλώνει ουσιαστικά τον προορισμό και το πλοίο γνωρίζει πώς θα φθάσει εκεί.
Η Αστροναυτιλία προχωρεί ένα βήμα παραπέρα, εντάσσοντας τις μηχανές της στους ίδιους τους κώδικες της ηρωικής ποίησης. Οι ήρωες του έπους Ίβο και Τόντα δεν λειτουργούν απλώς ως τεχνολογικά βοηθήματα του πληρώματος· τα κατορθώματα των ρομπότ μπορούν να αποκτήσουν ακόμη και τη μορφή ἀριστείας, της επικής επίδειξης υπεροχής που στον Όμηρο ανήκει στους μεγάλους πολεμιστές. Η τεχνολογία γίνεται έτσι φορέας ομηρικής ηρωικής δράσης, ενώ υπολογιστές και τεχνητά όντα καταλαμβάνουν μέσα στην αφήγηση θέσεις που το αρχαίο έπος επιφύλασσε σε ήρωες, συντρόφους και θαυμαστά δημιουργήματα των θεών.
Ανάλογη δοκιμασία υφίσταται η ίδια η γλώσσα. Πώς γράφεται «υπολογιστής», «ρομπότ», «διαστημόπλοιο» ή μια τεχνολογική λειτουργία σε μια ελληνική που υποτίθεται ότι ανήκει στον κόσμο του Ομήρου; Ο Křesadlo κατασκευάζει λέξεις, μεταφέρει σύγχρονες έννοιες σε αρχαίες μορφολογικές δομές και επιστρατεύει το ομηρικό λεξιλόγιο για να εκφράσει όσα βρίσκονταν έξω από τον ορίζοντα της εποχής του. Η συστηματικότητα του εγχειρήματος φαίνεται και από το φιλολογικό περίβλημα του έργου, το οποίο συνοδεύεται από ελληνοαγγλικό γλωσσάρι ασυνήθιστων λέξεων και ελληνικό ευρετήριο. Το κωμικό αποτέλεσμα συνυπάρχει έτσι με ένα σοβαρό γλωσσικό πείραμα: μια αρχαία γλώσσα καλείται να επινοήσει το μέλλον.
Το παιχνίδι εκτείνεται ακόμη και στην πατρότητα του έργου. Ο Křesadlo παρουσιάζεται προσχηματικά ως μεταφραστής ενός ελληνικού πρωτοτύπου «ἀδήλου ποιητοῦ»: ο Οὐδείς υποτίθεται ότι υπαγόρευσε τις περιπέτειές του στον Φράντα, τον καθολικό μεταφραστή του, ο οποίος τις κατέγραψε στην ομηρική ελληνική, και το χειρόγραφο έφθασε αργότερα στον Křesadlo για μετάφραση. Η αλυσίδα αφήγησης, καταγραφής και μετάφρασης προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο στην ομηρική μίμηση. Ένα έργο που παίζει με την αρχαιότητα της γλώσσας του παίζει συγχρόνως με το ερώτημα ποιος μιλά, ποιος καταγράφει και ποιος τελικά δικαιούται να ονομαστεί ποιητής.
Υπάρχει όμως ένας βαθύτερος λόγος για τον οποίο η Οδύσσεια προσφέρεται τόσο φυσικά για μια τέτοια μεταφορά στην επιστημονική φαντασία. Η Οδύσσεια και η επιστημονική φαντασία μοιράζονται μια βασική αφηγηματική περιέργεια. Κάθε φορά που ο Οδυσσέας φθάνει σε έναν άγνωστο τόπο, πρέπει να ανακαλύψει ποιοι κατοικούν εκεί, αν είναι δίκαιοι ή βίαιοι, πώς αντιμετωπίζουν τον ξένο, τι τρώνε, ποιους θεούς αναγνωρίζουν και ποιοι κανόνες οργανώνουν την κοινωνία τους. Ο ίδιος ο Αλκίνοος βασιλιάς των Φαιάκων του ζητεί να διηγηθεί σε ποιους λαούς περιπλανήθηκε, διακρίνοντας ανάμεσα σε «ὅσοι χαλεποί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι» και σε εκείνους που είναι «φιλόξεινοι» και έχουν «νόον θεουδῆ».
Αυτή ακριβώς είναι και μια θεμελιώδης λειτουργία της επιστημονικής φαντασίας. Η προσγείωση σε έναν άγνωστο πλανήτη επιτρέπει στον συγγραφέα να επινοήσει διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης της εξουσίας, της οικογένειας, της θρησκείας, της τεχνολογίας ή της σεξουαλικότητας και, μέσα από αυτούς, να εξετάσει τη δική μας κοινωνία από απόσταση. Γι’ αυτό η Αστροναυτιλία μπορεί να θυμίζει συγχρόνως Star Trek και Οδύσσεια. Και στα δύο, το ταξίδι λειτουργεί ως μηχανισμός σύγκρισης: κάθε καινούργιος τόπος θέτει εκ νέου το ερώτημα τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος ανάμεσα σε όντα που ζουν διαφορετικά.
Η βαθύτερη οδυσσειακή συγγένεια βρίσκεται ίσως στον νόστο. Η περιπλάνηση αποκτά το ιδιαίτερο βάρος της επειδή υπάρχει ένας τόπος και ένας χρόνος από τους οποίους ο ταξιδιώτης έχει απομακρυνθεί και προς τους οποίους εξακολουθεί να μετρά την απόστασή του. Ακόμη και όταν ο Křesadlo επεκτείνει την αναζήτηση σε ολόκληρο το σύμπαν και τελικά στον ίδιο τον χρόνο, διατηρεί τη δυνατότητα της επιστροφής: οι σύντροφοι παίρνουν τον δρόμο για τη Γη, ενώ ο Οὐδείς καταλήγει να κυνηγά τον Μανδύ πίσω στον χρόνο, με κατεύθυνση και πάλι τη Γη. Η κοσμική περιπλάνηση παραμένει έτσι, στον πυρήνα της, οδυσσειακή.
Ίσως γι’ αυτό το μεγαλύτερο αστείο της Αστροναυτιλίας να στρέφεται τελικά προς τον ανγνώστη. Ο Křesadlo ξεκινά από τη φαινομενικά παράλογη υπόθεση ότι ο Όμηρος μπορεί να αφηγηθεί έναν κόσμο από ρομπότ, υπολογιστές, διαστημόπλοια και ταξίδια στον χρόνο και, μέσα σε χιλιάδες στίχους, δείχνει πόσο φυσικά η ομηρική μορφή μπορεί να χωρέσει όλα αυτά. Η τεχνολογία αλλάζει, η γεωγραφία επεκτείνεται από τη Μεσόγειο στο σύμπαν και τα τέρατα αποκτούν νέες μορφές, όμως στο κέντρο της αφήγησης παραμένει ο ταξιδιώτης που προσπαθεί να καταλάβει όσα συναντά, να επιβιώσει από αυτά και κάποτε να επιστρέψει. Τρεις περίπου χιλιετίες μετά τον Όμηρο, ο Křesadlo στέλνει έναν καινούργιο Οὐδεῖα στο άγνωστο και ανακαλύπτει ότι η παλιά επική μορφή μπορεί ακόμη να τον ακολουθήσει. Το ταξίδι φθάνει πια ως τα άστρα, όμως παραμένει αναγνωρίσιμα οδυσσειακό.
The post Ο Όμηρος στο διάστημα! appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.