Στις ράγες νέα τριμερής Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ

Το πρωινό (ώρα Νέας Υόρκης) τετ α τετ διάρκειας περίπου μισής ώρας με τον ισραηλινό ομόλογό του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην έδρα του ΟΗΕ, το οποίο επιβεβαιώθηκε λίγες ώρες προτού πραγματοποιηθεί, καθώς και η απογευματινή ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού, έκλεισαν τον κύκλο δραστηριότητας του Κυριάκου Μητσοτάκη επί αμερικανικού εδάφους, ανάμεσα σε άλλες συναντήσεις του, χθες, κυρίως οικονομικού ενδιαφέροντος.

Ο έλληνας Πρωθυπουργός ήταν ο ένας από τους δύο Ευρωπαίους (ο άλλος ήταν ο σλοβένος Γιάνες Γιάνσα) με τους οποίους ο Νετανιάχου θέλησε κατ’ ιδίαν συνάντηση – σημειωτέον, μερικές ώρες αργότερα, όταν ο ίδιος ανέβηκε στο βήμα για την ομιλία, αντιπρόσωποι του ΟΗΕ αποχώρησαν μαζικά από την αίθουσα. Νωρίτερα στο τραπέζι της συζήτησης με τον Μητσοτάκη μπήκαν οι περιφερειακές εξελίξεις, μία εβδομάδα προτού η Ελλάδα αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καθώς και η ενεργειακή και η αμυντική συνεργασία σε διμερές ή ευρύτερο επίπεδο.

Στις ράγες μπαίνει, όπως συμφώνησαν Μητσοτάκης και Νετανιάχου, μια νέα τριμερής Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, η οποία πιθανόν να προωθηθεί πριν από το τέλος του 2026. Τελευταία σύνοδος Μητσοτάκη, Νετανιάχου και Νίκου Χριστοδουλίδη είχε γίνει τον Δεκέμβριο του 2025 στην Ιερουσαλήμ. Αθήνα και Τελ Αβίβ αποδίδουν άλλωστε σημασία στη στρατηγική σχέση τους για την περιφερειακή ασφάλεια, όπως επαναβεβαίωσαν οι δύο πρωθυπουργοί.

Στο φόντο υπάρχει τόσο η ενεργειακή συνεργασία και η ηλεκτρική διασύνδεση GSI (έργο που προκαλεί την αντίδραση της Τουρκίας και στο οποίο απέκτησε πλέον ενισχυμένο ρόλο η Γαλλία) όσο και η αμυντική σχέση με αιχμή την «Ασπίδα του Αχιλλέα» (η Ουάσιγκτον έχει χαιρετίσει αυτή τη συνεργασία). Την επιλογή ισραηλινών αμυντικών συστημάτων από την Ελλάδα χαιρέτισε εκ νέου ο Νετανιάχου, κατά τη συζήτηση με τον Μητσοτάκη.

Στο μεταξύ ο έλληνας Πρωθυπουργός άνοιξε ατζέντα ενέργειας, ασφάλειας και εμπορίου, εν μέσω διεθνούς ανησυχίας στα τρία αυτά επίπεδα, συμμετέχοντας και στο τρίτο Europe Gulf Forum, που διοργάνωσαν στο κεντρικό Μανχάταν ο Θοδωρής Κυριακού (ΑΝΤ1) και το Atlantic Council, δίνοντας χώρο σε επαφές ευρωπαίων και αράβων αξιωματούχων καθώς και εκπροσώπων της επιχειρηματικής και επενδυτικής κοινότητας.

Χαμηλοί τόνοι από Ερντογάν

Ταυτόχρονα, η Αθήνα κατέγραφε προσεκτικά το μήνυμα αποκλιμάκωσης σε επίπεδο ρητορικής εκ μέρους του τούρκου προέδρου, μερικές ώρες πριν από την προγραμματισμένη για μετά τα μεσάνυχτα (ώρα Ελλάδας) ομιλία του Μητσοτάκη. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είπε ότι η Τουρκία δεν αποτελεί εχθρό της Ελλάδας, αλλά γείτονα και σύμμαχο στο NATO. Χαρακτήρισε τις διμερείς σχέσεις ευαίσθητες και σημαντικές για να εργαλειοποιούνται προεκλογικά, υποστηρίζοντας ότι η Αγκυρα «δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την πολιτική σκηνή της Ελλάδας» αλλά την αφορούν τα δικαιώματα και η ασφάλεια της Τουρκίας «και η διατήρηση της ειρήνης και της ηρεμίας» σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο». Ανώτατη κυβερνητική πηγή σχολίαζε ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις κινήθηκαν σε διαφορετική κατεύθυνση «από αυτά που ακούσαμε στο πρόσφατο παρελθόν», επιμένοντας ότι το σημαντικό είναι «να χαμηλώσει αυτή η ένταση που δεν την έχουμε ανεβάσει εμείς».

Ο Πρωθυπουργός εξάλλου επρόκειτο να απευθύνει μηνύματα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου κατά την ομιλία του, υπογραμμίζοντας ότι ο διάλογος Αθήνας – Αγκυρας πρέπει να συνεχιστεί αποκλειστικά με σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και αναγνωρίζοντας ως μόνη διαφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Με αιχμή το Δίκαιο της Θάλασσας (τη σύμβαση UNCLOS, που δεν έχει υπογράψει η Τουρκία), ο Μητσοτάκης επρόκειτο να επαναλάβει ότι δεν συμβαδίζουν ο διάλογος με απειλές πολέμου ή μονομερείς ενέργειες.

Εμφατική αναμενόταν η αναφορά του στο Κυπριακό – εξάλλου επανέλαβε στον Αντόνιο Γκουτέρες τη στήριξη της Ελλάδας στις προσπάθειες για επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Σημαντικό μέρος της ομιλίας του το είχε αφιερώσει στην τεχνητή νοημοσύνη, με κάλεσμα στις ΗΠΑ να αναλάβουν ευθύνες, επισημαίνοντας ότι είναι αναγκαία η διεθνής συνεργασία (συμπεριλαμβανομένης της Κίνας), ενώ προδιαγράφονταν εκτενείς αναφορές στον ρόλο της Ελλάδας ως γέφυρας μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.