
Πριν από 20 χρόνια, λες και ήταν χθες συγκεκριμένα, η εθνική ομάδα μπάσκετ έκανε «το μπαμ της ζωής της» και υπέταξε με σκορ 101- 95 στη Σαϊτάμα τις ΗΠΑ για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.
Πάταγος. Γιατί ελάχιστοι ανέμεναν ότι μπορούσε να χάσει μια ομάδα με αστέρες του ΝΒΑ και με τον Μάικ Σιζέφσκι στον πάγκο της. Κι όμως, το κατάφεραν οι έλληνες άσοι, έχοντας βέβαια την καθοδήγηση του Παναγιώτη Γιαννάκη από τον πάγκο.
Δεν πέρασε ένας… αιώνας. Αλλά στον αθλητισμό ο χρόνος κυλά γρήγορα. Και το ελληνικό μπάσκετ αντί να ανεβαίνει, προφανώς φθίνει και η επιτυχία το βράδυ της Δευτέρας κόντρα στην Ισπανία δεν μπορεί να ρίξει στάχτη στα μάτια.
Εχουν αλλάξει οι ισορροπίες και ομάδες όπως η Πορτογαλία ή η Ουκρανία μπορούν πλέον να έχουν… απαιτήσεις όποιον αντίπαλο κι αν βρίσκουν απέναντί τους.
Eίναι σχεδόν βέβαιο πως θα πάμε για ένα ματς που θα μοιάζει με τελικό απέναντι στη Γεωργία. Δεν υπάρχουν πλέον «εύκολες ομάδες» στην Ευρώπη και παράλληλα η δυναμική του γαλανόλευκου συνόλου μειώθηκε κατά πολύ.
Ποιοι αγωνίζονταν το 2006 στη Σαϊτάμα; Προσέξτε ονόματα: Κακιούζης, Διαμαντίδης, Σπανούλης, Ντικούδης, Φώτσης, Παπαλουκάς, Τσαρτσαρής και βέβαια ο Σχορτσιανίτης που έκανε ένα ματς καριέρας, αυτό που θα μείνει αξέχαστο σε όλους.
Οι περισσότεροι είχαν σημαίνοντα ρόλο στις ομάδες τους, πρωταγωνιστές ήταν. Φέρτε στον νου, τώρα, τους παίκτες του σήμερα που φορούν τη φανέλα της εθνικής μας ομάδας.
Εκτός του Ντόρσεϊ και (ίσως) του Μήτογλου, ποιος θεωρείται αυτό που λέμε «βασικός και αναντικατάστατος». Ναι, ξεχωρίζει ο Καλάθης των 37 ετών και της μεγάλης εμπειρίας, οι υπόλοιποι όμως δεν λογίζονται ως παίκτες Ευρωλίγκας.
Και ίσως το Παγκόσμιο ή το Ευρωπαϊκό να μην είναι δύσκολες διοργανώσεις όπως είναι το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα σε συλλογικό επίπεδο, αυτό όμως δεν συνεπάγεται πως οι απαιτήσεις μοιάζουν χαμηλές.
Καλά τα λέει ο Σπανούλης για την κριτική που κάνει πολλούς καλύτερους και τη θέλει, είναι όμως και ο ίδιος στην αρχή της διαδρομής του, άρα έχει πολλά να μάθει.
Και κυρίως να συμφιλιωθεί με την ιδέα πως παίκτες «πρώτης γραμμής» δεν διαθέτει πλέον το ελληνικό μπάσκετ. Αρα, πέρα από τις φωνές ή τις γκρίνιες, το μείζον σχετίζεται με το πώς θα δούμε ξανά παιδιά να έρχονται, να ξεπετάγονται και να «απειλούν» τις παλιές καραβάνες.
Γιατί όσο βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα, προκοπή δεν θα προκύψει.