
Μια διπλωματική και στρατιωτική ψυχρολουσία περίμενε την Άγκυρα, διά στόματος του αμερικανού πρεσβευτή στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, την ώρα που ήταν μετέωρη και μια κατ’ ιδίαν συνάντηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη.
Μιλώντας στο CNN Türk, ο αμερικανός αξιωματούχος ακύρωσε με κυνικό τρόπο τις τουρκικές προσδοκίες για άμεση επιστροφή στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν προτίθεται να υποχωρήσει στο ζήτημα των ρωσικών πυραύλων S-400. Ο Μπάρακ, μάλιστα, δεν περιορίστηκε στη γνωστή αμερικανική νομική τροχοπέδη. Ο πρεσβευτής προχώρησε σε μια επικοινωνιακή υποβάθμιση του αεροσκάφους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι τα F-35 «δεν είναι το σημαντικότερο όπλο που χρειάζεται η Τουρκία».
Η αποστροφή αυτή μεταφράζεται ως ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι οι ΗΠΑ δεν θεωρούν πλέον την Αγκυρα απαραίτητο συμπαραγωγό, στερώντας της το δικαίωμα να αποκτήσει την αεροπορική υπεροχή στην Ανατολική Μεσόγειο, τη στιγμή που η Αθήνα έχει «κλειδώσει» τη δική της προμήθεια F-35.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια στροφή από τον αμερικανό πρεσβευτή στην Άγκυρα, ο οποίος μέχρι πρότινος ήταν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του τουρκικού αιτήματος. Ο ίδιος, εξάλλου, είχε προαναγγείλει προ ημερών και συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν, η οποία έως και χθες το βράδυ δεν υπήρχε στο πρόγραμμα του αμερικανού προέδρου. Για να χρυσώσει το χάπι αυτής της στρατηγικής απόρριψης, ο Μπάρακ κατέφυγε σε μια τακτική «διπλωματικού καρότου».
Εξήρε με θέρμη την τουρκική αμυντική βιομηχανία, σημειώνοντας ότι η χώρα διαθέτει την υποδομή να λειτουργεί αυτόνομα. Εστίασε, δε, στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και την ανάπτυξη του τουρκικού μαχητικού KAAN, το οποίο πλέον φέρει δικό του κινητήρα, αλλά βρίσκεται ακόμη σε στάδιο δοκιμών.
Η αμερικανική ρητορική επιχειρεί τεχνηέντως να εγκλωβίσει την Αγκυρα στο αφήγημα της «εγχώριας επάρκειας», προκειμένου να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των F-35. Για την κυβέρνηση Ερντογάν, που επένδυσε δισεκατομμύρια και πολιτικό κεφάλαιο στα αμερικανικά stealth μαχητικά, η δήλωση ότι «δεν τα χρειάζεται» αποτελεί βαρύ πλήγμα, ενώ η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή αλλάζει εις βάρος της.