Ημέρα του ΟΧΙ: Τιμώντας τους νικητές και τους συμπολεμιστές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου

Μέρος Α’

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, η κυβέρνηση Μεταξά στην Ελλάδα απέρριψε το τελεσίγραφο του Μουσολίνι και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους φωνάζοντας «ΟΧΙ». Η ιταλική εισβολή έφερε τον ελληνικό λαό στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσα ακολούθησαν σημαδεύτηκαν από μεγάλες πράξεις γενναιότητας και αντίστασης, από νίκες και ήττες στα πεδία των μαχών, από την Κατοχή και τον αντιστασιακό αγώνα, μέχρι την τελική απελευθέρωση, καθώς οι δυνάμεις του Άξονα υποχωρούσαν προς την οριστική τους ήττα.

Της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα είχε προηγηθεί η εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία, στις 7 Απριλίου 1939. Η Βρετανία και η Γαλλία έσπευσαν να εκφράσουν την υποστήριξή τους προς την Ελλάδα, με τον Βρετανό πρωθυπουργό Neville Chamberlain να προσφέρει, στις 13 Απριλίου, εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της χώρας. Η Ελλάδα συνήψε επίσης διμερή αμυντική συμφωνία με την Τουρκία, βάσει της οποίας οι δύο χώρες συμφώνησαν να υποστηρίξουν η μία την άλλη σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης εναντίον οποιασδήποτε από τις δύο. Η Τουρκία, ωστόσο, θα παρέμενε ουδέτερη σε περίπτωση ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας.

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Σημερινή» της Πάτρας για τον ιταλικό βομβαρδισμό της πόλης, στις 28 Οκτωβρίου 1941. Το ιστορικό τεκμήριο εκτίθεται στο Μουσείο Καταφυγίων της Πάτρας. Φωτογραφία: Jim Claven

Τους μήνες που προηγήθηκαν της έναρξης του πολέμου σημειώθηκαν πολυάριθμες ιταλικές ναυτικές προκλήσεις. Κατά τη διάρκεια του Ιουλίου και του Αυγούστου, ιταλικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε σκάφη του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στον Κορινθιακό Κόλπο, στη Ναύπακτο, στην Κίσσαμο και κοντά στη Σαλαμίνα, ενώ βύθισαν και το ελαφρύ καταδρομικό «Έλλη» στην Τήνο.

Ο Μεταξάς απάντησε στις 22 Αυγούστου ζητώντας βρετανική στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση ιταλικής εισβολής, με ιδιαίτερη έμφαση στη ναυτική και αεροπορική υποστήριξη.

Τα πολεμικά σχέδια του Μουσολίνι αποσκοπούσαν στη μετατροπή της Ελλάδας σε κράτος-δορυφόρο της Ιταλίας. Η Ιταλία και η ελεγχόμενη από αυτήν Αλβανία θα προσαρτούσαν μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας, μεταξύ των οποίων τα Ιόνια Νησιά, την Ήπειρο, καθώς και τις Σποράδες και τις Κυκλάδες.

Οι εχθροπραξίες άρχισαν αμέσως μετά την απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της εκστρατείας, όπως καταγράφεται από τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, στα ελληνοαλβανικά σύνορα βρέθηκαν αντιμέτωποι περισσότεροι από 230.000 Έλληνες στρατιώτες και περίπου 240.000 με 250.000 Ιταλοί.

Το ελαφρύ καταδρομικό «Έλλη» του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο βυθίστηκε από ιταλικό υποβρύχιο στις 15 Αυγούστου 1940, στο λιμάνι της Τήνου. Φωτογραφία: Public Domain

Η ιταλική πλευρά διέθετε αριθμητική υπεροχή στον αέρα, με 400 επιχειρησιακά αεροσκάφη έναντι 143 ελληνικών, τα περισσότερα από τα οποία ήταν παλαιά, περιορισμένων δυνατοτήτων και γενικά κατώτερα από εκείνα του αντιπάλου. Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία διέθετε μόλις δώδεκα σχετικά σύγχρονα αεροσκάφη, τα βρετανικά βομβαρδιστικά Blenheim.

Οι Ιταλοί είχαν επίσης συντριπτική υπεροχή στη θάλασσα, με ναυτικές δυνάμεις συνολικού εκτοπίσματος 658.000 τόνων έναντι μόλις 14.000 τόνων του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Ωστόσο, αυτά τα φαινομενικά πλεονεκτήματα επρόκειτο να αντισταθμιστούν σε μεγάλο βαθμό από άλλους σημαντικούς παράγοντες.

Πρώτα απ’ όλα, οι Ιταλοί ήταν εκείνοι που εισέβαλλαν στην Ελλάδα, γεγονός που προσέφερε στους υπερασπιστές της ένα σαφές πλεονέκτημα ως προς το ηθικό. Το έδαφος στο οποίο θα διεξάγονταν οι συγκρούσεις ήταν κυρίως ορεινό, με κακό οδικό δίκτυο και ανεπαρκείς επικοινωνίες.

Επιπλέον, στην άμυνα της Ελλάδας θα προστίθετο η ισχύς της Βρετανίας και της Αυτοκρατορίας της, ιδιαίτερα στον ναυτικό και αεροπορικό τομέα.

Το αυστραλιανό πολεμικό πλοίο HMAS Sydney το 1940, χρονιά κατά την οποία συμμετείχε σε σημαντικές ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο εναντίον των ιταλικών δυνάμεων. Φωτογραφία: Australian War Memorial (AWM).

Ο συνδυασμός της επίμονης ελληνικής χερσαίας αντίστασης, της υποστήριξης ενός αποφασισμένου να αντισταθεί πληθυσμού και της βρετανικής ναυτικής και αεροπορικής ισχύος επρόκειτο να αποδειχθεί καθοριστικός.

Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΑΝΑΧΑΙΤΙΖΕΤΑΙ

Ο πόλεμος μπορεί να εξεταστεί μέσα από τρεις διακριτές φάσεις.

Η πρώτη περιλάμβανε την ιταλική εισβολή στη βορειοδυτική Ελλάδα, από την πλευρά της Αλβανίας, σε ένα μέτωπο μήκους 150 χιλιομέτρων, και την επακόλουθη ελληνική απόκρουση της επίθεσης.

Η φάση αυτή διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου έως τις 13 Νοεμβρίου 1940 και χαρακτηρίστηκε από την αναχαίτιση της ιταλικής προέλασης στην Ήπειρο, κατά τη Μάχη Ελαίας–Καλαμά, καθώς και από τη Μάχη της Πίνδου, όπου η επιτυχής ελληνική αντεπίθεση ανέκοψε την ιταλική προέλαση στην περιοχή.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας, μια ολόκληρη ιταλική μεραρχία περικυκλώθηκε βόρεια του Μετσόβου και σχεδόν εξουδετερώθηκε, με τους Έλληνες πολίτες να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον ανεφοδιασμό.

Από την έναρξη του πολέμου, 77 αεροσκάφη πρώτης γραμμής της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας συμμετείχαν στις επιχειρήσεις, αντιμετωπίζοντας τις πολυάριθμες εχθρικές αεροπορικές δυνάμεις και διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην περιοχή της Πίνδου.

Σε προσωπικό επίπεδο, αρκετά μέλη της οικογένειας Κυρίτση, από την οποία κατάγεται η σύντροφός μου Βίκυ και η οποία έχει τις ρίζες της στο Τρίκορφο, βόρεια της Ναυπάκτου, συμμετείχαν στην ελληνική άμυνα και αντεπίθεση.

Πολέμησαν στον τομέα του Καλπακίου, κατά τη Μάχη Ελαίας–Καλαμά. Φωτογραφίες του Ηλία, του Κωνσταντίνου και του Γιάννη Κυρίτση, όλοι από το χωριό Τρίκορφο, τους απεικονίζουν στο μέτωπο το 1940.

Πολλοί Έλληνες της Αυστραλίας θα έχουν παρόμοιες οικογενειακές ιστορίες συμμετοχής στον πόλεμο.

Από την αρχή της επίθεσής της, η Ιταλική Πολεμική Αεροπορία πραγματοποίησε επίσης σοβαρούς βομβαρδισμούς ελληνικών πόλεων μακριά από το μέτωπο, μεταξύ των οποίων η Κέρκυρα, η Πρέβεζα, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και η Πάτρα.

Έλληνες στρατιώτες από το Τρίκορφο στο αλβανικό μέτωπο, το 1940, με πολυβόλο. Από αριστερά, ο Ηλίας, ο Κωνσταντίνος και ο Γιάννης Κυρίτσης, μαζί με έναν ακόμη στρατιώτη, αγνώστων στοιχείων, που δείχνει προς τα εμπρός. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση της Roula Kallirroi Kyritsis από το οικογενειακό της αρχείο

Η τελευταία ήταν η πρώτη μεγάλη ελληνική πόλη που βομβαρδίστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν η ιταλική αεροπορία επιτέθηκε στις 28 Οκτωβρίου, προκαλώντας εκτεταμένες πυρκαγιές.

Τα ελληνικά αντιαεροπορικά πυρά προκάλεσαν ζημιές σε ένα από τα ιταλικά βομβαρδιστικά, αναγκάζοντάς το να εγκαταλείψει την επιδρομή.

Οι Ιταλοί έφεραν έτσι στην Ελλάδα τον «ολοκληρωτικό πόλεμο», στον οποίο ούτε οι άμαχοι θα έμεναν αλώβητοι.

Έχω επισκεφθεί τις υπόγειες στοές της αρχαιότητας που χρησιμοποιήθηκαν από τους κατοίκους της Πάτρας ως καταφύγια κατά τους βομβαρδισμούς και οι οποίες σήμερα στεγάζουν ένα εντυπωσιακό μουσείο αφιερωμένο στον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο.

Greek Army soldiers from Trikorfo – from left Ilias Kyritsis and Vasilis Koustas – at the front, 1940. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση της Roula Kallirroi Kyritsis από το οικογενειακό της αρχείο

Η ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Η δεύτερη φάση διήρκεσε από τις 14 Νοεμβρίου 1940 έως τις 6 Ιανουαρίου 1941.

Ήταν η περίοδος κατά την οποία εκδηλώθηκε η μεγάλη ελληνική αντεπίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο της εισβολής, με τις ελληνικές δυνάμεις να περνούν με επιτυχία τα αλβανικά σύνορα και να προελαύνουν στη Βόρεια Ήπειρο.

Η φάση αυτή άρχισε με την ελληνική στρατιωτική νίκη στη Μάχη Μόροβας–Ιβάν, κατά την οποία ο Ελληνικός Στρατός είχε σχεδόν 3.000 νεκρούς και τραυματίες, και με την έναρξη της ιταλικής υποχώρησης.

Οι επιτυχίες αυτές οδήγησαν στην καταδίωξη των υποχωρούντων ιταλικών δυνάμεων πέρα από τα σύνορα, στο εσωτερικό της Αλβανίας.

Έως τις αρχές Δεκεμβρίου, ο Ελληνικός Στρατός είχε καταλάβει την Κορυτσά, το λιμάνι των Αγίων Σαράντα, το Πόγραδετς και το Αργυρόκαστρο.

Η κατάληψη των Αγίων Σαράντα αποτέλεσε σημαντική διεθνή επικοινωνιακή επιτυχία για την Ελλάδα, καθώς οι Ιταλοί είχαν πρόσφατα μετονομάσει την πόλη προς τιμήν της Έντα, κόρης του Μουσολίνι.

Οι στρατιώτες της οικογένειας Κυρίτση από το Τρίκορφο συμμετείχαν σε αυτή την προέλαση, καθώς και στην κατάληψη του Αργυροκάστρου και των Αγίων Σαράντα.

Οι συγκρούσεις διεξάγονταν σε βουνά και ορεινά περάσματα, κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες, που δυσχέραιναν την ορατότητα, τις επικοινωνίες και τον ανεφοδιασμό.

Οι μεταφορές μέσα από τα βουνά ανάγκασαν και τους δύο στρατούς να βασίζονται σε υποζύγια.

Οι μάχες περιλάμβαναν ακόμη και συγκρούσεις σώμα με σώμα, με ξιφολόγχες, στις ορεινές κορυφογραμμές.

Παράλληλα, οι ελληνικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν συνεχείς αντεπιθέσεις της ιταλικής αεροπορίας.

Με την έλευση του χειμώνα, η μεγάλη ελληνική επίθεση σταδιακά ολοκληρώθηκε, με τον Ελληνικό Στρατό να κατέχει πλέον αλβανικό έδαφος κατά μήκος της γραμμής Χειμάρρας–Πόγραδετς.

Ο Ηλίας Κυρίτσης (δεξιά) με αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού στο αλβανικό μέτωπο, το 1940. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση της Roula Kallirroi Kyritsis από το οικογενειακό της αρχείο

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Κατά την τρίτη και τελευταία φάση του πολέμου, ο Ελληνικός Στρατός έλαβε μέτρα για την υπεράσπιση των θέσεών του, πραγματοποιώντας παράλληλα τοπικές επιθετικές επιχειρήσεις με στόχο τη βελτίωσή τους.

Η περίοδος αυτή εκτείνεται από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 1941 και περιλαμβάνει συγκρούσεις μεταξύ ιταλικών και ελληνικών δυνάμεων στις περιοχές Κλεισούρας–Τρεμπεσίνας και Μπούμπεσι, καθώς και γύρω από τον ποταμό Δρίνο.

Στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν τους Γερμανούς συμμάχους τους και να αποτρέψουν την ανάγκη παρέμβασής τους, οι Ιταλοί παρέταξαν περισσότερες από 25 μεραρχίες για την επιχείρηση Primavera, τη λεγόμενη Εαρινή Επίθεση, που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο.

Στόχος της ήταν να διασπάσει την ελληνική άμυνα και να καταλάβει τα Ιωάννινα.

Ο ίδιος ο Μουσολίνι επισκέφθηκε την αλβανική πρωτεύουσα, επιχειρώντας να ενισχύσει το ηθικό των στρατευμάτων του.

«Ιδιαίτερα σκληρές συγκρούσεις σημειώθηκαν γύρω από το Ύψωμα 731, όπου οι Ιταλοί εξαπέλυσαν αλλεπάλληλες επιθέσεις, με ιδιαίτερη σφοδρότητα κατά τις πρώτες έξι ημέρες, ενώ οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν μέχρι τις 24 Μαρτίου 1941».

Οι υπερασπιστές της ελληνικής 1ης Μεραρχίας υπέστησαν σφοδρούς βομβαρδισμούς από το πυροβολικό και την αεροπορία, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη μείνει ούτε ένα δέντρο πάνω στο ύψωμα.

Στις μάχες των πολυβόλων και των τυφεκίων προστέθηκαν οι ξιφολόγχες, καθώς οι συγκρούσεις συνεχίζονταν μέσα στα χαρακώματα.

Οι στρατιώτες της οικογένειας Κυρίτση από το Τρίκορφο συμμετείχαν και σε αυτή τη μάχη, που έμεινε γνωστή μεταξύ των Ελλήνων στρατιωτών ως «η μάχη των μαχών».

Ο Έλληνας στρατηγός Μπάκος εξήρε τους υπερασπιστές, δηλώνοντας ότι «μπροστά στον ακατάβλητο ηρωισμό σας […] συντρίφτηκαν όλες οι απεγνωσμένες εχθρικές προσπάθειες».

Η ιταλική επίθεση είχε αποτύχει και έως τα τέλη Μαρτίου είχε πλέον καθηλωθεί.

Ο πόλεμος στην Αλβανία είχε κοστίσει στην Ιταλία σχεδόν 90.000 απώλειες μάχης, ενώ περισσότεροι από 21.000 Ιταλοί είχαν αιχμαλωτιστεί.

Οι ελληνικές απώλειες μάχης ανήλθαν σε σχεδόν 60.000.

Ωστόσο, αυτή η ελληνική νίκη επρόκειτο να επισφραγίσει την απόφαση για τη γερμανική εισβολή που θα ακολουθούσε.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΖΗΤΑ ΒΟΗΘΕΙΑ – Η ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Στον αγώνα της εναντίον της ιταλικής εισβολής, η Ελλάδα είχε τη βοήθεια της Βρετανίας και της τότε Αυτοκρατορίας της.

Παρά τις μεγάλες ανάγκες των βρετανικών και αυτοκρατορικών δυνάμεων στη Βρετανία και στη Βόρεια Αφρική, η χώρα κατάφερε να προσφέρει στην Ελλάδα τη ναυτική και αεροπορική βοήθεια που είχε ζητήσει.

Το Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας δραστηριοποιήθηκε στην παρεμπόδιση και στην προσβολή των ιταλικών ναυτικών επιχειρήσεων στην περιοχή, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Αλβανία.

Τον Ιούλιο του 1940, το αυστραλιανό καταδρομικό HMAS Sydney, επιχειρώντας στο πλευρό του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, συνέβαλε καθοριστικά στη βύθιση του ιταλικού καταδρομικού Bartolomeo Colleoni κατά τη Ναυμαχία του Ακρωτηρίου Σπάδα, στα ανοικτά της Κρήτης.

Τον Νοέμβριο του 1940, επιτέθηκε με επιτυχία σε ιταλική νηοπομπή στα Στενά του Οτράντο, στην είσοδο της Αδριατικής, ενώ προκάλεσε ζημιές σε έξι ιταλικά πολεμικά πλοία κατά την αεροπορική επίθεση με τορπίλες του Βασιλικού Ναυτικού εναντίον της ιταλικής ναυτικής βάσης στον Τάραντα.

Τον Μάρτιο του 1941, το Ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό έχασε πέντε πολεμικά πλοία κατά τη Ναυμαχία του Ακρωτηρίου Ματαπά, στα ανοικτά της νότιας Ελλάδας.

Το αυστραλιανό πολεμικό πλοίο HMAS Sydney επιχειρούσε σε αυτά τα ύδατα και συμμετείχε τόσο στη Ναυμαχία του Ακρωτηρίου Σπάδα όσο και στις επιχειρήσεις στα Στενά του Οτράντο.

Τα HMAS Perth και HMAS Stuart συμμετείχαν στη Ναυμαχία του Ακρωτηρίου Ματαπά.

Με τη συμμετοχή τους σε αυτές τις επιχειρήσεις, οι Αυστραλοί ναύτες συνέβαλλαν στην άμυνα της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας, ασκώντας συνεχή πίεση στις ιταλικές ναυτικές δυνάμεις, οι οποίες ήταν ζωτικής σημασίας για τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων που πολεμούσαν κατά μήκος των ελληνοαλβανικών συνόρων.

Επιπλέον, τον Νοέμβριο, μια βρετανική ταξιαρχία στρατού έφτασε στην Κρήτη για να συνδράμει στην άμυνα του νησιού απέναντι σε ενδεχόμενη επίθεση των ιταλικών δυνάμεων από τα Δωδεκάνησα.

Η παρουσία της επέτρεψε στην Κρητική Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού να αποδεσμευτεί και να μεταφερθεί στο αλβανικό μέτωπο.

Την Ημέρα του ΟΧΙ θυμόμαστε τις ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις που αντιστάθηκαν στην ιταλική εισβολή και κατάφεραν να την αποκρούσουν.

Θυμόμαστε τους Έλληνες πολίτες που βοήθησαν τα στρατεύματά τους.

Και θυμόμαστε τις περίπου 60.000 ελληνικές απώλειες μάχης κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Στο δεύτερο μέρος θα αναφερθώ στη σημαντική βρετανική αεροπορική υποστήριξη προς την ελληνική εκστρατεία εναντίον της ιταλικής εισβολής, καθώς και στην αυστραλιανή συμμετοχή σε αυτήν.

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος του 1940 έφερε Αυστραλούς στρατιωτικούς στο ελληνικό έδαφος και στον ελληνικό εναέριο χώρο, όπου υποστήριξαν τα ελληνικά χερσαία στρατεύματα και αντιμετώπισαν την ιταλική αεροπορία στους αιθέρες.

Ορισμένοι Αυστραλοί πιλότοι πλήρωσαν τη συμμετοχή τους με την ίδια τους τη ζωή.

Θα αναφερθώ επίσης στον τρόπο με τον οποίο η αυστραλιανή κοινή γνώμη πληροφορήθηκε τις ελληνικές επιτυχίες και στο πώς αυτές έφεραν ελπίδα στην Αυστραλία, μέσα στις σκοτεινές ημέρες του 1940.

Ας μην ξεχνάμε.

 

 

The post Ημέρα του ΟΧΙ: Τιμώντας τους νικητές και τους συμπολεμιστές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.