Η Δημοκρατία χρειάζεται ανθρώπους που να μιλούν και ανθρώπους που να ακούν

ΥΠΗΡΧΕ κάποτε ένας παλιός, καλός καιρός. Όχι απαραίτητα καλύτερος σε όλα, αλλά τουλάχιστον οι πολιτικοί που έρχονταν από την Ελλάδα είχαν την κακή συνήθεια να συναντούν και τον κόσμο που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν.

Μάλιστα, τολμούσαν να κάνουν και κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: να διοργανώνουν ανοιχτές συγκεντρώσεις, να ανεβαίνουν στο βήμα, να μιλούν στους ομογενείς και, Θεός φυλάξοι, να δέχονται ερωτήσεις!

ΚΑΙ δεν επρόκειτο για μονοκομματικές φιέστες, με χειροκροτητές που γνώριζαν εκ των προτέρων πότε έπρεπε να σηκώσουν τα χέρια και πότε να φωνάξουν «μπράβο». Έρχονταν βουλευτές από διαφορετικά κόμματα, υπήρχε διάλογος, ακούγονταν διαφωνίες και, έστω για λίγες ώρες, η παροικία είχε την αίσθηση ότι η φωνή της μπορούσε να φτάσει μέχρι την Αθήνα.

Σήμερα, φαίνεται πως οι εποχές άλλαξαν. Οι επισκέψεις των Ελλήνων πολιτικών στην Αυστραλία οργανώνονται συχνά με άλλες προτεραιότητες. Λίγες επαφές με τον πολύ κόσμο, περισσότερες δεξιώσεις, επίσημες συναντήσεις, χειραψίες, χαμόγελα και φωτογραφίες που αποδεικνύουν ότι όλοι πέρασαν υπέροχα.

Κι αν υπάρχει κάπου ένα μικρόφωνο, καλό είναι να βρίσκεται σε ασφαλή απόσταση από το κοινό. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να ρωτήσει ένας ομογενής που έχει πληρώσει εισιτήρια, φόρους και λογαριασμούς και δεν εντυπωσιάζεται πλέον από ένα κοστούμι, έναν τίτλο ή μια φωτογραφία με φόντο την ελληνική σημαία.

ΔΙΟΤΙ άλλο πράγμα να μιλάς για τη Διασπορά σε μια δεξίωση και άλλο να μιλάς με τη Διασπορά σε μια ανοιχτή συγκέντρωση.

Στην πρώτη περίπτωση, οι ομιλίες είναι συνήθως προβλέψιμες, τα χειροκροτήματα ευγενικά και τα ερωτήματα περιορισμένα.

Στη δεύτερη, μπορεί να εμφανιστεί κάποιος και να ρωτήσει γιατί καθυστερεί τόσο πολύ το ελληνικό διαβατήριό του. Ή γιατί η ελληνική πολιτεία θυμάται τους ομογενείς όταν χρειάζεται να μιλήσει για τον Ελληνισμό, αλλά ξεχνά ορισμένες από τις καθημερινές τους ταλαιπωρίες όταν έρχεται η ώρα να δώσει λύσεις.

Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα.

ΓΙΑΤΙ, λοιπόν, περιορίστηκαν οι ανοιχτές συναντήσεις;

Μήπως οι πολιτικοί μας δεν έχουν χρόνο; Μήπως οι σύμβουλοί τους θεωρούν ότι οι ερωτήσεις του κοινού ενέχουν μεγαλύτερο πολιτικό κίνδυνο από μια κακοστημένη φωτογραφία; Ή μήπως η παροικία έχει μετατραπεί σε ένα ωραίο σκηνικό, απαραίτητο για τις επίσημες επισκέψεις, αλλά όχι τόσο απαραίτητο όταν πρέπει να ακουστούν πραγματικά παράπονα;

Δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε, όμως, ότι η πολιτική δεν είναι τουριστική περιήγηση σε χώρους ομογενειακών εκδηλώσεων. Και η Διασπορά δεν είναι ντεκόρ για το φωτογραφικό άλμπουμ κανενός.

ΕΥΤΥΧΩΣ, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Και επειδή δεν θέλουμε να γκρινιάζουμε μονίμως χωρίς να προτείνουμε λύσεις, να μια καλή ευκαιρία να θυμηθούμε ότι ο δημόσιος διάλογος μπορεί ακόμη να λειτουργήσει.

Ο «Νέος Κόσμος» διοργανώνει την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου το φόρουμ υποψηφίων «Πριν Ψηφίσετε», στην Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης. Έξι υποψήφιοι από διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις θα βρεθούν στον ίδιο χώρο, όχι απλώς για να ανταλλάξουν φιλοφρονήσεις, αλλά για να παρουσιάσουν τις θέσεις τους και να δεχθούν ερωτήσεις από την παροικία.

Στο πάνελ συμμετέχουν ο Steve Dimopoulos των Εργατικών, υποψήφιος στο Oakleigh, η ανεξάρτητη Georgie Dragwidge (Tasoulis) στο Albert Park, ο Evan Mulholland των Φιλελευθέρων από τη Northern Metropolitan Region, η Angelica Panopoulos των Πρασίνων στο Pascoe Vale, ο Dimitrios Tafidis των Victorian Socialists στο Bulleen και η ανεξάρτητη Christine Zigouras στο Malvern.

Τη συζήτηση θα συντονίσει η Benita Kolovos, πολιτική συντάκτρια της Guardian Australia.

Εδώ, λοιπόν, έχουμε κάτι που αξίζει να στηριχθεί. Διαφορετικές πολιτικές θέσεις, διαφορετικές προσεγγίσεις και, κυρίως, τη δυνατότητα να τεθούν ερωτήματα για την εγκληματικότητα, την υγεία, το κόστος ζωής, την οικονομία και τον ρόλο της ελληνικής παροικίας στη Βικτώρια.

Οι πολιτικοί θα μιλήσουν. Οι πολίτες θα ακούσουν. Και μετά οι πολίτες θα έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν κι αυτοί.

Τι πρωτότυπο πράγμα, αλήθεια! Σχεδόν επαναστατικό για μια εποχή κατά την οποία πολλοί πολιτικοί προτιμούν να επικοινωνούν με τους ψηφοφόρους μέσω προσεκτικά επιλεγμένων αναρτήσεων, βίντεο και φωτογραφιών, όπου κανείς δεν μπορεί να πεταχτεί από την τελευταία σειρά και να ρωτήσει: «Συγγνώμη, όλα αυτά που λέτε είναι ωραία. Στην πράξη τι θα κάνετε;».

ΒΕΒΑΙΩΣ, το φόρουμ αφορά τις πολιτειακές εκλογές της Βικτώριας και όχι τις επισκέψεις πολιτικών από την Ελλάδα. Όμως η ουσία είναι κοινή: η Δημοκρατία χρειάζεται ανθρώπους που να μιλούν και ανθρώπους που να ακούν. Και η δεύτερη ιδιότητα είναι, ορισμένες φορές, δυσκολότερη από την πρώτη.

Ας περάσουμε, τώρα, από την πολιτική επικοινωνία στον τουρισμό. Γιατί και εκεί έχουμε μια ενδιαφέρουσα ιστορία.

Εγκαινιάστηκε επισήμως το γραφείο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού στο Ελληνικό Προξενείο της Μελβούρνης. Μια κίνηση που ασφαλώς μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, καθώς στόχος είναι να ενημερώνονται οι Αυστραλοί και να εντάσσουν την Ελλάδα στους ταξιδιωτικούς τους προορισμούς.

Να προβάλλουμε, λοιπόν, τις ομορφιές της πατρίδας μας, τα νησιά, τα βουνά, την ιστορία, τον πολιτισμό, τη γαστρονομία και όλα εκείνα που κάνουν την Ελλάδα έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς για τους Αυστραλούς. Πολύ σωστά.

ΑΛΗΘΕΙΑ πόσος χρόνος χρειάζεται για να εκδοθεί ένα διαβατήριο; Ποια είναι η διαδικασία; Πότε θα είναι έτοιμο; Υπάρχει ενημέρωση; Και, κυρίως, γιατί μια τόσο βασική διοικητική υπηρεσία μπορεί να μετατρέπεται σε πηγή άγχους για ανθρώπους που ζουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα;

Αυτά είναι ερωτήματα που αξίζουν απαντήσεις. Όχι γενικόλογες διαβεβαιώσεις, ούτε ένα ακόμη χαμόγελο μπροστά στον φωτογραφικό φακό.

Την ημέρα, των εγκαινίων του τουριστικού γραφείου, ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Μακάριος υποδεχόταν στην Κωνσταντινούπολη περίπου 300 Έλληνες από την Αυστραλία. Μια συνάντηση με ιδιαίτερο συμβολισμό για την οργανωμένη Ομογένεια, η οποία αποδεικνύει ότι οι δεσμοί της παροικίας με τον ευρύτερο ελληνικό κόσμο παραμένουν ισχυροί.

Άσχετο; Ίσως. Αλλά στην Ομογένεια, οι συμπτώσεις συχνά προσφέρουν αφορμές για σκέψη.

Από τη μία, εγκαίνια για να προσελκύσουμε περισσότερους Αυστραλούς στην Ελλάδα. Από την άλλη, Έλληνες της Αυστραλίας που εξακολουθούν να διατηρούν στενούς δεσμούς με την πατρίδα, την Εκκλησία και την ιστορία τους. Και κάπου ανάμεσα, ένας πολίτης που θέλει απλώς να ταξιδέψει χωρίς να χρειάζεται να αναπτύξει υπομονή μοναχού του Αγίου Όρους για να αποκτήσει διαβατήριο.

ΚΑΙ ΕΔΩ φτάνουμε στον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος έχει επανειλημμένα αναφερθεί στην ανάγκη να έρθει η Διασπορά πιο κοντά στην Ελλάδα.

Εξαιρετικός στόχος. Η Ομογένεια αποτελεί τεράστιο κεφάλαιο για τη χώρα, όχι μόνο οικονομικά και πολιτιστικά, αλλά και ως ζωντανός σύνδεσμος με τον διεθνή ελληνισμό. Χρειάζεται, όμως, κάτι περισσότερο από ομιλίες, συνεντεύξεις και επικοινωνιακές πρωτοβουλίες.

Χρειάζεται πρακτικές λύσεις.

Αν η κυβέρνηση θέλει να ενισχύσει τους δεσμούς με τους Έλληνες του εξωτερικού, ας εξετάσει σοβαρά πώς μπορούν να επιταχυνθούν οι διαδικασίες έκδοσης διαβατηρίων, να βελτιωθεί η ενημέρωση των πολιτών και να γίνει αποτελεσματικότερη η εξυπηρέτησή τους.

Γιατί η Διασπορά δεν ζητά πάντα μεγάλες εξαγγελίες. Μερικές φορές ζητά απλώς να μην αισθάνεται πολίτης δεύτερης ταχύτητας.

ΚΑΙ ΚΑΤΙ ακόμη: αν οι Έλληνες πολιτικοί θέλουν πραγματικά να ακούσουν την Ομογένεια, ας επιστρέψουν στις ανοιχτές συγκεντρώσεις. Ας καθίσουν απέναντι από τους ανθρώπους της παροικίας, χωρίς να φοβούνται τις ερωτήσεις και χωρίς να χρειάζονται τρεις συμβούλους για να αποφασίσουν αν μια απάντηση θα γράψει καλά στην κάμερα.

Το ίδιο ισχύει και για τους πολιτικούς εδώ στη Βικτώρια. Οι εκλογές της 28ης Νοεμβρίου δεν είναι διαγωνισμός χαμόγελων, ούτε παρέλαση υποσχέσεων. Είναι η στιγμή κατά την οποία οι ψηφοφόροι καλούνται να αποφασίσουν ποιον εμπιστεύονται για να διαχειριστεί τα προβλήματά τους.

Γι’ αυτό και το φόρουμ «Πριν Ψηφίσετε» έχει σημασία. Γιατί δίνει στον πολίτη την ευκαιρία να ακούσει, να συγκρίνει και να ρωτήσει. Και στους υποψηφίους την ευκαιρία να αποδείξουν ότι δεν εμφανίζονται μόνο όταν χρειάζονται ψήφους.

ΤΕΛΙΚΑ, είτε μιλάμε για την Αθήνα είτε για τη Μελβούρνη, το πρόβλημα είναι το ίδιο: οι πολιτικοί αγαπούν τη δημόσια εικόνα τους, αλλά η δημόσια λογοδοσία δεν είναι πάντοτε τόσο δημοφιλής.

Οι φωτογραφίες διαρκούν λίγα δευτερόλεπτα. Οι κορδέλες κόβονται σε μια στιγμή. Οι ομιλίες τελειώνουν και οι δεξιώσεις κάποτε αδειάζουν.

Τα προβλήματα, όμως, μένουν.

Και ο πολίτης, είτε περιμένει το διαβατήριό του είτε περιμένει απαντήσεις από τους υποψηφίους του, δεν μπορεί να ζήσει για πάντα με υποσχέσεις, χαμόγελα και αναμνηστικές φωτογραφίες.

Γιατί η πατρίδα δεν είναι μόνο προορισμός για διακοπές, η Ομογένεια δεν είναι μόνο κοινό για δεξιώσεις και η Δημοκρατία δεν είναι μόνο μια φωτογραφία με όλους χαμογελαστούς.

Είναι, πάνω απ’ όλα, η υποχρέωση να ακούς τον άλλον — και να του απαντάς.

Κατά προτίμηση πριν από την επόμενη εκλογή. Και, αν γίνεται, πριν λήξει το διαβατήριό του!

Τ.Τ.

The post Η Δημοκρατία χρειάζεται ανθρώπους που να μιλούν και ανθρώπους που να ακούν appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.