
Η σημερινή εποχή είναι περίοδος που χαρακτηρίζεται από τη φθίνουσα πορεία των ΗΠΑ ως παγκόσμιας οικονομικής υπερδύναμης και την εμφάνιση της Κίνας ως της ανερχόμενης υπερδύναμης, με έντονο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Συγχρόνως, επικρατεί μεγάλη γεωπολιτική αβεβαιότητα καθώς δεν υπάρχει ορατότητα ως προς το τέλος του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ενώ ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας συνεχίζεται για περισσότερο από 4½ χρόνια και με κίνδυνο επέκτασής του.
Το γεωπολιτικό αυτό σκηνικό είναι πολύ διαφορετικό από την περίοδο 2007-2009 της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Τότε οι ΗΠΑ ήταν ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος οικονομικός ηγέτης, ενώ η Ρωσία δεν είχε ακόμα δείξει τόσο έντονα την επιθυμία της να ξαναζήσει την παλιά δόξα της Σοβιετικής Ενωσης.
Σήμερα, η παγκόσμια οικονομία επηρεάζεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις πολύ περισσότερο από το παρελθόν. Ο πόλεμος στον Κόλπο έχει επιπτώσεις στον χώρο της ενέργειας, που φέρνουν πληθωρισμό και μείωση των ρυθμών ανάπτυξης παγκοσμίως. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, καθώς και μια πιο περιοριστική νομισματική πολιτική τα επόμενα δύο περίπου χρόνια μέσω αύξησης και των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων. Τα υψηλότερα επιτόκια με τη σειρά τους αναμένεται να δράσουν περιοριστικά στις επενδύσεις, την κατανάλωση και τη στεγαστική πίστη, ενώ φέρνουν και στο προσκήνιο το υψηλό δημόσιο χρέος σε πολλές οικονομίες του πλανήτη, κάτι που δεν υπήρχε ως πρόβλημα την περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Τα χρηματιστήρια, σήμερα, δεν φαίνονται να συμμερίζονται την ανησυχία στις αγορές ομολόγων. Το ρίσκο, όμως, είναι μεγάλο. Οι δείκτες τιμών προς κέρδη ορισμένων αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας βρίσκονται στη στρατόσφαιρα, ενώ οι ανάγκες τους για χρηματοδότηση είναι τεράστιες, κυρίως λόγω του ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης. Η πιθανότητα μιας βραχυπρόθεσμης διόρθωσης στις τιμές των μετοχών αυτών των εταιρειών δεν είναι αμελητέα. Δεν πιστεύω, όμως, ότι μια τέτοια διόρθωση θα είχε ανησυχητικά μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις εκτός ΗΠΑ.
Είναι φυσιολογικό σε περιπτώσεις αυξημένων αποτιμήσεων όπως η σημερινή να σκεφτόμαστε τα χειρότερα και να συγκρίνουμε το σήμερα με την κρίση του 2007-2009. Εκείνη η κρίση, όμως, είχε πολύ πιο βαθιές ρίζες. Ξεκίνησε από μια πολυετή φούσκα στην αγορά ακινήτων σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ, και συνεχίστηκε με αχαλίνωτο δανεισμό μέσω τιτλοποιήσεων, οι οποίες όχι μόνο διευκόλυναν την πιστωτική επέκταση, αλλά έκρυβαν συγχρόνως τον πιστωτικό κίνδυνο από τα μάτια των επενδυτών, των αξιολογικών οίκων, ακόμα και των εποπτικών νομισματικών Αρχών. Ηταν μια κρίση που ξάφνιασε και ήρθε από τον χρηματοοικονομικό τομέα.
Σήμερα, οι νομισματικές εποπτικές Αρχές έχουν το πάνω χέρι. Εχουν επιβάλει αυστηρούς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας στις τράπεζες, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, και παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, ενώ πραγματοποιούν ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests) σε τακτική βάση. Υπάρχει βέβαια κάποιος κίνδυνος από το σκιώδες τραπεζικό σύστημα διότι το μέγεθός του αυξήθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά κατά την άποψή μου είναι προς το παρόν ελέγξιμος.
Πέραν των γεωπολιτικών κινδύνων, οι μεγάλοι κίνδυνοι σήμερα προέρχονται κυρίως από τον χώρο της άναρχης επέκτασης της τεχνητής νοημοσύνης χωρίς διεθνές κανονιστικό πλαίσιο. Ορισμένοι κίνδυνοι είναι εμφανείς (π.χ. κυβερνοασφάλεια), πολλοί όμως δεν έχουν ακόμα εκδηλωθεί, και η αγορά δεν τους έχει τιμολογήσει.