
Αποδείξεις που εξαφανίζονται, παραγγελίες που μετατρέπονται σε «κεράσματα», εισπράξεις που δεν φτάνουν ποτέ στα ηλεκτρονικά συστήματα της ΑΑΔΕ και ειδικά λογισμικά που εμφανίζουν μικρότερο τζίρο από τον πραγματικό. Πίσω από τις «πειραγμένες» ταμειακές μηχανές κρύβεται ένας ολόκληρος μηχανισμός φοροδιαφυγής με τις επιχειρήσεις να εισπράττουν κανονικά από τους πελάτες τους αλλά να αποκρύπτουν μέρος των εσόδων τους από τις φορολογικές αρχές.
Η υπόθεση της Pizza Fan φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα ηλεκτρονικά κόλπα απόκρυψης τζίρου αλλά και το αυστηρό ποινολόγιο της ΑΑΔΕ που προβλέπει πρόστιμα τα οποία υπολογίζονται με βάση τον τζίρο και δεν έχουν ανώτατο πλαφόν, χρηματικές κυρώσεις 100.000 ευρώ για προγραμματιστές και τεχνικούς που συμμετέχουν στην παραποίηση και λουκέτα που μπορούν να φτάσουν έως και δυο χρόνια.
Τα κόλπα με τις αποδείξεις
Το «κλειδί» για την παραποίηση των φορολογικών στοιχείων βρίσκεται στα εμπορικά προγράμματα και στα συστήματα παραγγελιοληψίας που συνδέονται με τους φορολογικούς μηχανισμούς.
Με τη χρήση ειδικού λογισμικού μια συναλλαγή μπορεί να πραγματοποιείται κανονικά, ο πελάτης να πληρώνει, αλλά η πραγματική είσπραξη να μην καταγράφεται. Άλλοτε οι αποδείξεις εκδίδονται αρχικά κανονικά και στη συνέχεια αλλοιώνονται τα δεδομένα τους ως προς τις ποσότητες, τις αξίες, τα είδη των προϊόντων ή ακόμη και την ασφαλή σήμανσή τους. Το αποτέλεσμα είναι τα ηλεκτρονικά δεδομένα που φτάνουν στην ΑΑΔΕ να εμφανίζονται τυπικά συνεπή χωρίς όμως να αποτυπώνουν τις πραγματικές συναλλαγές.
Πρόστιμα 15% επί του τζίρου χωρίς «ταβάνι»
Μεγάλες είναι οι κυρώσεις για την παραβίαση ή παραποίηση φορολογικών μηχανισμών. Όταν διαπιστώνεται παράνομη επέμβαση στη λειτουργία Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών ή συστημάτων παρόχων ηλεκτρονικής έκδοσης στοιχείων το πρόστιμο υπολογίζεται με συντελεστή 15% επί του μέσου όρου των εσόδων από επιχειρηματική δραστηριότητα, για κάθε ελεγχόμενο έτος, όπως αυτά προκύπτουν από τον μέσο όρο των δηλωθέντων εσόδων με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τριών (3) τελευταίων φορολογικών ετών, μη συμπεριλαμβανομένου εκείνου για το οποίο δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Το πρόστιμο επιβάλλεται ανά ελεγχόμενο φορολογικό έτος, χωρίς να ισχύουν τα ανώτατα όρια των 30.000 ευρώ για επιχειρήσεις με απλογραφικά βιβλία και των 90.000 ευρώ για επιχειρήσεις με διπλογραφικά βιβλία. Για παράδειγμα επιχείρηση με μέσο ετήσιο τζίρο 500.000 ευρώ μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με πρόστιμο 75.000 ευρώ, για μέσο ετήσιο τζίρο 1 εκατ. ευρώ το πρόστιμο διαμορφώνεται σε 150.000 ευρώ και για μέσο ετήσιο τζίρο 2 εκατ. ευρώ η επιβάρυνση φτάνει τις 300.000 ευρώ. Εάν οι παραβάσεις διαπιστωθούν σε περισσότερα φορολογικά έτη, ο συνολικός λογαριασμός ανεβαίνει καθώς οι κυρώσεις υπολογίζονται ανά έτος.
Καμπάνες 100.000 ευρώ και λουκέτα
Πρόστιμο 100.000 ευρώ προβλέπεται και για επιχειρήσεις που έχουν λάβει έγκριση λογισμικού ή εξοπλισμού φορολογικών μηχανισμών, κατασκευαστές, μεταπωλητές λογισμικού και πρόσωπα που παρέχουν τεχνική υποστήριξη, εφόσον αποδειχθεί η συμμετοχή τους στην παράνομη επέμβαση.
Παράλληλα, προβλέπεται αναστολή λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης από δύο έως δώδεκα μήνες όταν υπαίτιος της παραποίησης είναι ο επιχειρηματίας που χρησιμοποιεί τον φορολογικό μηχανισμό. Όταν η παραποίηση αποδίδεται σε κατασκευαστές, προμηθευτές λογισμικού ή τεχνικούς που πραγματοποιούν την παράνομη επέμβαση, η αναστολή λειτουργίας μπορεί να κυμανθεί από τρεις έως 24 μήνες. Πρόστιμα ύψους 5.000 ευρώ για επιχειρήσεις με απλογραφικά βιβλία και 10.000 ευρώ για επιχειρήσεις με διπλογραφικά, προβλέπονται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις χρήσης μη εγκεκριμένου μηχανισμού ή έκδοσης στοιχείων χωρίς την προβλεπόμενη διαδικασία, εφόσον έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις καταχώρισης ή διαβίβασης των συναλλαγών πριν από τον έλεγχο.
Πώς εντοπίζει η ΑΑΔΕ τις «πειραγμένες» ταμειακές
Η αποκάλυψη τέτοιων μηχανισμών αποτελεί δύσκολη υπόθεση για τους ελεγκτές καθώς τα παράνομα λογισμικά είναι σχεδιασμένα ώστε να μην αφήνουν εμφανή ίχνη. Η ΑΑΔΕ αξιοποιεί ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, ανάλυση δεδομένων και ψηφιακά εργαλεία με στόχο τον εντοπισμό ύποπτων αποκλίσεων μεταξύ πραγματικών εισπράξεων και δηλωμένων πωλήσεων. Βασικό εργαλείο αποτελεί η διασταύρωση των αποδείξεων που διαβιβάζονται μέσω του συστήματος eSend, στην πλατφόρμα myDATA και τις φορολογικές δηλώσεις των επιχειρήσεων. Παράλληλα, η διασύνδεση των POS με τις ταμειακές επιτρέπει τον εντοπισμό ασυμφωνιών μεταξύ ηλεκτρονικών πληρωμών και εκδοθεισών αποδείξεων.