Ποιανού η ενοχή;

Πρόσφατα δημοσιεύματα για τη δυσφορία ορισμένων συμπαροίκων μας απέναντι στις καθιερωμένες τελετές υποδοχής στην παραδοσιακή γη των αυτοχθόνων ανέδειξαν μια ιδιότυπη ιστορική αντίφαση. Μέλη μιας μεταναστευτικής κοινότητας που χρειάστηκε να αγωνιστεί επί δεκαετίες για την κοινωνική της αποδοχή εμφανίζονται να αμφισβητούν μια δημόσια τελετουργία μέσω της οποίας οι πρώτοι κάτοικοι της ηπείρου, των οποίων η γη καταλήφθηκε και η κυριαρχία παραμερίστηκε, διεκδικούν την αναγνώριση της ιστορικής τους παρουσίας και της συνεχιζόμενης σχέσης τους με τον τόπο.

Οι αντιδράσεις αυτές ενδέχεται να πηγάζουν από ρατσιστικές αντιλήψεις, πολιτική δυσφορία ή διαφορετικές αντιλήψεις για τη θέση τέτοιων τελετών στον δημόσιο βίο. Όταν εκδηλώνονται ως προσβολή προς τους αυτόχθονες εκπροσώπους, είναι καταδικαστέες, ανεξαρτήτως κινήτρων. Η ηθική αποτίμησή τους, ωστόσο, αφήνει ανοιχτό ένα ευρύτερο ερώτημα σχετικά με τις αντιφάσεις που διαμορφώνουν τη σχέση των μεταναστευτικών κοινοτήτων με το αποικιακό παρελθόν της Αυστραλίας. Πέρα από τις προθέσεις συγκεκριμένων προσώπων, ανακύπτει μια βαθύτερη σύγκρουση γύρω από την ιστορική ενοχή, την κοινωνική ένταξη και την εξουσία καθορισμού της εθνικής μνήμης.

Το ζήτημα ανάγεται στην ίδια την έννοια της συλλογικής ευθύνης. Όταν γίνεται λόγος για «το αποικιακό μας παρελθόν», η κτητική αντωνυμία δημιουργεί την εντύπωση μιας ενιαίας ιστορικής κοινότητας. Μέσα σε αυτήν, όμως, συνυπάρχουν οι απόγονοι των αποίκων, οι μεταγενέστεροι μετανάστες και οι απόγονοί τους, καθώς και οι αυτόχθονες λαοί των οποίων η γη καταλήφθηκε. Μέσα από την υπαγωγή όλων σε ένα αδιαφοροποίητο εθνικό «εμείς» συγκαλύπτονται οι διαφορετικές σχέσεις τους με την εξουσία, την ιδιοκτησία και την ιστορική βία. Άλλωστε, οι φυλετικές ιεραρχίες που περιθωριοποίησαν τους αυτόχθονες πληθυσμούς είχαν ήδη διαμορφωθεί από την κυρίαρχη αποικιακή κοινωνία πολύ πριν από τη μαζική άφιξη των Ελλήνων μεταναστών. Επί δεκαετίες, η αγγλοαυστραλιανή κοινωνία αμφισβητούσε την πλήρη συμμετοχή των Ελλήνων στο εθνικό σώμα, ενώ σήμερα, μέσω των θεσμών της, εμφανίζεται να τους εντάσσει σε μια συλλογική ηθική ταυτότητα που περιλαμβάνει και τις ευθύνες της αποικιοκρατίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποδοχή τους ως Αυστραλών μπορεί να βιώνεται ως απαίτηση αναδρομικής ανάληψης ενός ιστορικού βάρους, ενώ η δυνατότητά τους να διαμορφώνουν την επίσημη αφήγηση παραμένει συγκριτικά περιορισμένη.

Ωστόσο, η συλλογιστική αυτή στηρίζεται σε μια αντίληψη της ιστορικής αθωότητας που χρειάζεται και η ίδια να εξεταστεί. Άλλο είναι η απουσία προσωπικής συμμετοχής στην αρχική αρπαγή της γης και άλλο η μεταγενέστερη αξιοποίηση των οικονομικών και κοινωνικών δυνατοτήτων που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της. Η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν στραφούμε στον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες της Αυστραλίας αφηγούνται τη δική τους ιστορία.

Γύρω από τον μόχθο, τις στερήσεις, τις διακρίσεις και την τελική καταξίωση έχει οργανωθεί η συλλογική μνήμη της παροικίας. Κεντρική μορφή αυτής της αφήγησης αποτελεί ο μετανάστης που εργάστηκε εξαντλητικά, απέκτησε το πρώτο του σπίτι, δημιούργησε επιχείρηση και εξασφάλισε καλύτερες προοπτικές για τα παιδιά του. Πρόκειται για μια ιστορία με πραγματικό κοινωνικό περιεχόμενο, η οποία όμως παρουσιάζει την οικονομική πρόοδο σχεδόν αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ατομικής προσπάθειας και οικογενειακής θυσίας. Μέσα από την ταλαιπωρία των προγόνων αντλείται έτσι η ηθική νομιμοποίηση της μεταγενέστερης ευημερίας.

Ως ουδέτερο υπόβαθρο εμφανίζεται η γη πάνω στην οποία οικοδομήθηκε αυτή η πρόοδος. Αρκεί, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η νομιμότητα της συναλλαγής για τη δικαίωση της ιδιοκτησίας, ενώ η διαδικασία μέσα από την οποία η γη εντάχθηκε στην αγορά ακινήτων παραμένει έξω από το οπτικό πεδίο. Έτσι, η ιστορία της ελληνικής εγκατάστασης αρχίζει ουσιαστικά από τη στιγμή της άφιξης του μετανάστη, σαν να υπήρχε προηγουμένως ένας διαθέσιμος χώρος που περίμενε την εργατικότητα και την επιχειρηματικότητά του.

Το φαινόμενο θυμίζει, με τις απαραίτητες ιστορικές διακρίσεις, την εμπειρία του ελληνισμού της Αιγύπτου. Στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, η ακμή των ελληνικών κοινοτήτων συνδέθηκε με την επιχειρηματικότητα και την πολιτισμική τους δημιουργία, αλλά και με ένα καθεστώς ευρωπαϊκών προνομίων και αποικιακών ανισοτήτων. Από τη μεταγενέστερη νοσταλγία για τη χαμένη κοσμοπολίτικη Αίγυπτο διατηρήθηκε κυρίως η μνήμη των επιτευγμάτων και των απωλειών της παροικίας, με τις πολιτικές συνθήκες που είχαν διευκολύνει την ευημερία της να παραμένουν συχνά στο περιθώριο. Αντίστοιχα, στην Αυστραλία, η ελληνική μεταναστευτική αφήγηση μπορεί να προβάλλει την ιστορία της κοινωνικής ανόδου αποσυνδέοντάς την από την προηγούμενη αποστέρηση της αυτόχθονης γης. Σε αυτή την επιλεκτικότητα της διασπορικής μνήμης εντοπίζεται το στοιχείο της σύγκρισης, καθώς οι δύο αποικιακές εμπειρίες διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τις ιστορικές και πολιτικές τους συνθήκες.

Στην Αυστραλία, η σταδιακή μεταβολή της κοινωνικής θέσης των Ελλήνων περιέπλεξε ακόμη περισσότερο τη σχέση τους με την αποικιακή κληρονομιά. Οι άνθρωποι που κάποτε αντιμετωπίζονταν ως ανεπαρκώς λευκοί εντάχθηκαν προοδευτικά σε μια ευρύτερη κατηγορία κοινωνικής κανονικότητας. Μέσω της οικονομικής ανόδου, της απόκτησης περιουσίας και της συμμετοχής στους θεσμούς, απέκτησαν πρόσβαση σε πλεονεκτήματα από τα οποία προηγουμένως ήταν αποκλεισμένοι. Έτσι, η εμπειρία του ρατσισμού συνυπήρχε με τη συμμετοχή σε ένα σύστημα ιδιοκτησίας θεμελιωμένο πάνω στην αποστέρηση της αυτόχθονης κυριαρχίας. Τόσο η μεταναστευτική ταλαιπωρία όσο και η ωφέλεια από τις δομές του εποικισμού αποτελούν πραγματικές πλευρές της ίδιας ιστορίας.

Από τη συμμετοχή στα υλικά οφέλη του εποικισμού απορρέουν σύγχρονες πολιτικές υποχρεώσεις, οι οποίες αφορούν τη θέση των μεταναστών μέσα σε κοινωνικές δομές που εξακολουθούν να παράγουν ανισότητες. Σε διαφορετική κατηγορία ανήκει η προσωπική ενοχή για τις πράξεις των αρχικών αποίκων. Με αυτή τη διάκριση καθίσταται δυνατή η αναγνώριση της ιστορικής πολυπλοκότητας, χωρίς η καταγωγή να ανάγεται σε κριτήριο ηθικής καταδίκης. Η αναγνώριση αυτής της ευθύνης, ωστόσο, εγείρει ένα δεύτερο ζήτημα: από πού αντλούν την ηθική τους αυθεντία οι θεσμοί που αναλαμβάνουν να την προσδιορίσουν δημόσια, όταν η δική τους ισχύς έχει επίσης διαμορφωθεί μέσα από την ιστορία του εποικισμού;

Στις δημόσιες τελετουργίες των κρατικών οργανισμών, των μεγάλων επιχειρήσεων, των πανεπιστημίων και των αθλητικών θεσμών έχει πλέον ενσωματωθεί η αναγνώριση των Αβορίγινων. Ως διαχειριστές της δημόσιας μεταμέλειας για την αποικιοκρατία εμφανίζονται έτσι θεσμοί που διαδέχθηκαν εκείνους της αποικιακής κοινωνίας. Μια αθλητική διοργάνωση μπορεί να αναγνωρίζει την παραδοσιακή κυριότητα της γης και ταυτόχρονα να λειτουργεί μέσα σε ένα οικονομικό σύστημα που εξακολουθεί να αντανακλά τις συνέπειες της αποικιακής αποστέρησης. Μέσω της δημόσιας επίδειξης ηθικής ευαισθησίας, οι ισχυροί οργανισμοί μπορούν να αποκομίζουν κύρος με πολύ μικρότερο κόστος από εκείνο που θα απαιτούσε η ουσιαστική ανακατανομή της εξουσίας και των πόρων.

Ωστόσο, η καθιέρωση αυτών των τελετών αποτελεί και κατάκτηση των ίδιων των αυτόχθονων κοινοτήτων, οι οποίες αγωνίστηκαν επί δεκαετίες για να αποκτήσει η ιστορία τους δημόσια παρουσία και η σχέση τους με τη γη θεσμική αναγνώριση. Για τους Αβορίγινες, η υποδοχή στη χώρα τους εκφράζει μια ζωντανή παράδοση και επιβεβαιώνει έναν δεσμό με τον τόπο που προϋπήρχε της αποικιακής εγκατάστασης. Μέσα από τη δημόσια τέλεσή της, μια ιστορικά περιθωριοποιημένη φωνή αποκτά τη δυνατότητα να ακουστεί σε χώρους από τους οποίους είχε αποκλειστεί. Η θεσμική ενσωμάτωση της τελετής, επομένως, μπορεί να δημιουργεί ένταση ανάμεσα στην αυτονομία της αυτόχθονης πολιτισμικής έκφρασης και στον έλεγχο που ασκούν οι διοργανωτές επί του δημόσιου πλαισίου της.

Για ορισμένους μετανάστες, η σημερινή επίσημη γλώσσα της συμφιλίωσης ενδέχεται να θυμίζει έναν παλαιότερο μηχανισμό πολιτισμικής καθοδήγησης. Το αγγλοαυστραλιανό κατεστημένο που άλλοτε απαιτούσε από τους γονείς τους να εγκαταλείψουν τη γλώσσα και την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα εμφανίζεται τώρα να προσδιορίζει τις ηθικές υποχρεώσεις της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Από τον εορτασμό του εποικισμού, η εθνική αφήγηση μετατοπίστηκε στην αναγνώριση της αποικιακής βίας, ενώ η εξουσία διαμόρφωσης του επίσημου πλαισίου της δημόσιας μνήμης εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε ισχυρούς θεσμούς. Μια τέτοια συνέχεια μπορεί να προκαλεί δυσφορία σε ανθρώπους που αναγνωρίζουν την ιστορική αδικία εις βάρος των Αβορίγινων, αλλά αντιμετωπίζουν με καχυποψία τους θεσμούς που τους καλούν να την ομολογήσουν.

Σε αυτές τις συνθήκες, η δυσαρέσκεια απέναντι στην ηθική αυθεντία του κυρίαρχου κατεστημένου ενδέχεται να μετατοπιστεί προς το πρόσωπο που εμφανίζεται να εκφράζει την επίσημη τελετουργία. Ο αυτόχθονας εκπρόσωπος μπορεί έτσι να αντιμετωπιστεί ως φορέας μιας εξουσίας την οποία ιστορικά υπέστη ο δικός του λαός. Ανεξάρτητα από τα κίνητρα μιας τέτοιας αντίδρασης, όταν η δυσφορία εκδηλώνεται ως δημόσια προσβολή, άμεσος αποδέκτης της είναι ένας άνθρωπος που ασκεί το δικαίωμα να καλωσορίζει τους άλλους στη γη των προγόνων του. Μια τέτοια αντίδραση, όταν στρέφεται εναντίον των αυτόχθονων πληθυσμών, αναπαράγει τον αποκλεισμό που οι ίδιες οι μεταναστευτικές κοινότητες γνώρισαν ιστορικά και αποδυναμώνει τη δυνατότητα κοινής αμφισβήτησης των υφιστάμενων ανισοτήτων.

Η ιστορική ενοχή δεν μεταβιβάζεται αυτομάτως από γενιά σε γενιά, ούτε κατανέμεται εξίσου σε όσους βρέθηκαν, από διαφορετικούς δρόμους, να κατοικούν στην ίδια χώρα. Η ευθύνη, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η επίκληση της αθωότητας. Και για μια παροικία που οικοδόμησε την αυτοσυνειδησία της γύρω από την αξιοπρέπεια, τον μόχθο και τη δικαίωση, η μεγαλύτερη δοκιμασία ίσως είναι να αναγνωρίσει ότι η δική της ιστορία, όσο αληθινή και αν είναι, δεν εξαντλεί την ιστορία του τόπου στον οποίο διαδραματίστηκε.

The post Ποιανού η ενοχή; appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.