Στα ύψη οι τιμές, στα όριά τους οι αντοχές

Η ακρίβεια επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις στην Αυστραλία, σε μια περίοδο που σημαδεύτηκε από τις διαταραχές στην παγκόσμια προσφορά αγαθών μετά την πανδημία COVID-19, αλλά και από τις ενεργειακές αναταράξεις που συνδέονται με τους πολέμους στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

Το κόστος ζωής αυξάνεται, καθώς ο πληθωρισμός… τρέχει. Και τι μας λένε τα νέα στοιχεία της Στατικής Υπηρεσίας της Αυστραλίας (ABS);

Σε γενικές γραμμές, τίποτε παραπάνω από αυτά που ήδη βιώνουν και πολλοί συμπάροικοι, οι οποίοι βλέπουν τα εισοδήματά τους να μη… φτουράνε πια.

Τα πορτοφόλια τους -ή.και οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί- αδειάζουν πιο σύντομα από ό,τι στο παρελθόν, παρότι οι ίδιοι δεν έχουν αλλάξει, ριζικά τουλάχιστον, τις αγοραστικές τους συνήθειες.

Γιατί; Για παράδειγμα, όπως ανέφερε το ABC, μόνο το γέμισμα του αυτοκινήτου κοστίζει σχεδόν 24% περισσότερο σε σχέση με έναν χρόνο πριν (+35% σε τρεις μήνες).

Το ηλεκτρικό ρεύμα έχει ακριβύνει κατά 24,9% σε μία εξαετία, ενώ την ίδια περίοδο, το φυσικό αέριο κατά 48,8% και τα ενοίκια κατά 25,5%.

Όσον αφορά τα «βασικά», σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2020, τα αυγά που αγοράζουμε από τα σούπερ μάρκετ είναι ακριβότερα κατά περισσότερο από 40%. Οι τιμές του ψωμιού, του γάλακτος και των φρούτων έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 30%.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών σε αυτήν την περίοδο της εξαετίας καταγράφονται στα καπνικά προϊόντα, με άνοδο 81,5%, και στα ασφάλιστρα (+54,2%).

Ακολουθούν τα έλαια και τα λίπη με 49,5% καθώς και η αγορά νέας κατοικίας από ιδιοκτήτες που προορίζεται για ιδιοκατοίκηση, με αύξηση 47,6%.

Σημαντικές είναι επίσης οι αυξήσεις στις ιατρικές υπηρεσίες και τη νοσοκομειακή περίθαλψη (36,6%), στο γάλα (36,4%), στα νερά, τα αναψυκτικά και τους χυμούς (36,3%) και στο μοσχαρίσιο και βοδινό κρέας (35,5%).

Τα δημοτικά τέλη και οι άλλες επιβαρύνσεις ακινήτων έχουν αυξηθεί κατά 33,7%, ενώ ο καφές, το τσάι και το κακάο καταγράφουν άνοδο 33,4%.

ΤΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

Και για όσους αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο, έχουμε ήδη τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026 -που μπορεί να γίνουν και πέντε- καθώς ο πληθωρισμός συνεχίζει να τρέχει και η Αποθεματική Τράπεζα (RBA) ψάνει το… φρένο.

Για την ώρα, το βασικό επιτόκιο της RBA βρίσκεται στο 4,60%, το υψηλότερο από το 2011. Το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο των τραπεζών κυμαίνεται κοντά στο 6,60%, σύμφωνα με τον ιστότοπο σύγκρισης χρηματοοικονομικών προϊόντων Canstar.

Οι τέσσερις αυξήσεις του βασικού επιτοκίου μέσα στο 2026, συνολικού ύψους μίας ποσοστιαίας μονάδας, έχουν προσθέσει περίπου 364 δολάρια τον μήνα στην ελάχιστη δόση ενός στεγαστικού δανείου 600.000 δολαρίων, με 25 χρόνια να απομένουν για την αποπληρωμή του, σύμφωνα με υπολογισμούς της Canstar. Σε ετήσια βάση, αυτό αντιστοιχεί σε επιπλέον 4.368 δολάρια.

Και ο «πόνος» ενδέχεται να μεγαλώσει, αν οι πληθωριστικές πιέσεις δεν υποχωρήσουν.

«ΣΤΕΝΑΖΟΥΝ» ΤΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται νοικοκυριά που αναγκάζονται να μετρούν κάθε δολάριο, γονείς που δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες των παιδιών τους και, συχνά, όπως καλά γνωρίζουν πολλοί συμπάροικοι, παππούδες και γιαγιάδες που βάζουν πλάτη, όσο και όπως μπορούν.

Σύμφωνα δε με την έκθεση της Foodbank Australia για το 2026, η επισιτιστική ανασφάλεια εντείνεται στην Αυστραλία, καθώς 100.000 περισσότερα νοικοκυριά αντιμετώπισαν πρόβλημα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Συνολικά, πλέον 3,6 εκατομμύρια νοικοκυριά έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες στην εξασφάλιση επαρκούς τροφής τους τελευταίους 12 μήνες.

Σχεδόν επτά στα δέκα βρέθηκαν για πρώτη φορά σε αυτή την κατάσταση μέσα στον τελευταίο χρόνο.

Συνολικά, ένα στα τρία νοικοκυριά στη χώρα επηρεάστηκε, καθώς η κρίση του κόστους ζωής και τα υψηλότερα επιτόκια αναγκάζουν πολλές οικογένειες να περικόπτουν ακόμη και τις δαπάνες για τρόφιμα, προκειμένου να πληρώνουν το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τις μετακινήσεις τους.

Την ίδια ώρα, το ποσοστό ανεργίας στην Αυστραλία βρέθηκε στο 4,7% τον Σεπτέμβριο, ξεπερνώντας τις προβλέψεις της αγοράς και φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών.

Παράλληλα, νέα ανάλυση της Επιτροπής Οικονομικής Ανάπτυξης της Αυστραλίας (CEDA) δείχνει ότι ο δείκτης οικονομικής δυσπραγίας (misery index), ο οποίος συνδυάζει τον πληθωρισμό, την ανεργία και τα επιτόκια, έχει επιστρέψει κοντά στα υψηλά της μεταπανδημικής περιόδου.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η βελτίωση που είχε καταγραφεί από το 2023 έχει πλέον αντιστραφεί, ενώ ο δείκτης… μιζέριας εκτιμάται ότι θα παραμείνει σημαντικά υψηλότερος από τους ιστορικούς μέσους όρους τουλάχιστον έως το τέλος του 2028.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οικονομική δυσχέρεια τροφοδοτεί τη γκρίνια και τον θυμό, δοκιμάζει τις οικογενειακές σχέσεις και μπορεί να διαβρώσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ενώ συνδέεται και με το μίσος που πλέον διαχέεται από το διαδίκτυο στη ζωή μας.

ΑΓΟΡΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ

Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται πρώτα απ όλα πάντως στις αγοραστικές συνήθειες. Η Woolworths, ο μεγαλύτερος όμιλος σούπερ μάρκετ της χώρας, διαπιστώνει ότι οι καταναλωτές στρέφονται όλο και περισσότερο σε οικονομικότερα προϊόντα, αναζητώντας τρόπους να περιορίσουν τις δαπάνες τους.

Ο φθηνότερος κιμάς ξεχωρίζει στις πωλήσεις φρέσκων τροφίμων, ενώ αυξημένη ζήτηση καταγράφεται και για άλλα προσιτά πρωτεϊνούχα προϊόντα, ειδικά ψωμιά, γάλα μακράς διαρκείας, γιαούρτι και τυρί. Πολλά από αυτά διατίθενται με την επωνυμία του ίδιου του σούπερ μάρκετ.

Η διευθύνουσα σύμβουλος της Woolworths, Amanda Bardwell, αναγνώρισε ότι οι πελάτες βρίσκονται υπό «πραγματική πίεση», επισημαίνοντας ιδιαίτερα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέες οικογένειες και τα νοικοκυριά γενικότερα.

Η εταιρεία πάντως ανακοίνωσε αύξηση των συνολικών πωλήσεών της κατά 4,7%, στα 19,4 δισ. δολάρια, κατά το πρώτο τρίμηνο έως τις 4 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το AAP. Οι μέσες τιμές της, εξαιρουμένων των προϊόντων καπνού, υποχώρησαν κατά 0,7%, αν και η εξέλιξη αυτή αντισταθμίστηκε εν μέρει από τις υψηλότερες τιμές του κρέατος.

ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Σε κάθε περίπτωση, η ακρίβεια επηρεάζει και τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρότερες και εκείνες που εξαρτώνται από τις μεταφορές, την ενέργεια και τις καθημερινές προμήθειες. Το αυξημένο κόστος των καυσίμων προστίθεται στις ήδη υψηλές λειτουργικές δαπάνες, ενώ η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης δημιουργεί ένα ακόμη δύσκολο περιβάλλον.

Όταν οι επιχειρήσεις καλούνται να απορροφήσουν μεγαλύτερα έξοδα, οι επιλογές τους είναι περιορισμένες: να περιορίσουν τα περιθώρια κέρδους τους, να μειώσουν άλλες δαπάνες ή να μετακυλίσουν μέρος του κόστους στους πελάτες. Σε κάθε περίπτωση, οι επιπτώσεις φτάνουν τελικά και στα νοικοκυριά.

Η καταιγίδα της ακρίβειας δεν πλήττει όλους με την ίδια ένταση. Για ορισμένους, σημαίνει λιγότερες επιλογές και περιορισμό των εξόδων. Για άλλους, σημαίνει πραγματική αδυναμία να καλύψουν βασικές ανάγκες. Το ζητούμενο είναι να μη θεωρηθεί αυτή η κατάσταση αναπόφευκτη κανονικότητα.

Επί του παρόντος πάντως δε διαφαίνεται φως στο τούνελ.

Ερωτηθείς σχετικά μάλιστα ο ομοσπονδιακός πρωθυπουργός, Anthony Albanese δηλώνει ότι οι οικονομικές προκλήσεις δεν πρόκειται να «λυθούν από τη μια μέρα στην άλλη».

«Υπάρχουν πιέσεις για τις οποίες έχουμε ευθύνη να αναλάβουμε δράση στο εσωτερικό της Αυστραλίας, αλλά ορισμένες από αυτές είναι παγκόσμιες», είπε. «Δεν είμαστε ανεπηρέαστοι από αυτές τις επιπτώσεις».

The post Στα ύψη οι τιμές, στα όριά τους οι αντοχές appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.