Αρχής γενομένης από το 2027, οι επισκέπτες της Θεσσαλονίκης θα μπορούν να περιηγηθούν σε μια ιδιαίτερη πτυχή της ιστορίας της.
Τότε είναι στόχος να ολοκληρωθεί το έργο δημιουργίας της μόνιμης ψηφιακής έκθεσης για τη ιστορική εξέλιξη της βιομηχανίας στη Βόρεια Ελλάδα, η οποία θα στεγαστεί στο διατηρητέο κτήριο επί της οδού 26ης Οκτωβρίου, στα Παλαιά Σφαγεία, ακριβώς έξω από τα γραφεία του Συνδέσμου Βιομηχανιών- ΣΒΕ, όπως γνωστοποιεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η πρόεδρός του, Λουκία Σαράντη.
Η επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας, συμπληρώνει, στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου τοπόσημου κατά μήκος του συγκεκριμένου άξονα (σ.σ. όπου, σημειωτέον, βρίσκεται και το διατηρητέο βιομηχανικό συγκρότημα της ζυθοποιίας ΦΙΞ), συμβάλλοντας στην ανάδειξη της ιστορικής φυσιογνωμίας και στην αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Θεσσαλονίκης.

Η μόνιμη έκθεση, που θα είναι ανοιχτή στο κοινό και θα αξιοποιεί τα πλέον σύγχρονα ψηφιακά και διαδραστικά μέσα, θα στηριχθεί στο υλικό του βιβλίου «Ιστορική επισκόπηση της βιομηχανίας στη Βόρεια Ελλάδα 1870-1980», μια έκδοση που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του ΣΒΕ. Το έργο εντάσσεται στο πλαίσιο χρηματοδοτοτικού προγράμματος της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
ΒΕΛΕΝΤΖΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΕΡΟΙΑ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, η μελέτη για τη συγγραφή του οποίου διήρκεσε δύο χρόνια, οι συγγραφείς Ευάγγελος Χεκίμογλου και Ευφροσύνη Ρούπα συγκέντρωσαν υλικό που «ξεναγεί» τους αναγνώστες/τριες σε μια ιστορία 110 ετών, επιτρέποντάς τους να περιηγηθούν νοερά σε μια Μακεδονία εντελώς διαφορετική σε σχέση με σήμερα.
Τον 18ο και 19ο αιώνα, οι νερόμυλοι και τα εργαστήρια επεξεργασίας γούνας και κατασκευής κάπας και αμπά είναι αρχικά οι κυρίαρχες μεταποιητικές δραστηριότητες στη Μακεδονία· οι μακεδονικές βελέντζες (της Βέροιας) στρώνονται στα σπίτια της Βενετίας και το φημισμένο κόκκινο βαμβακερό νήμα της περιοχής εξάγεται στις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, με προστιθέμενη αξία διπλάσια εκείνης του βαμβακιού.

Χαρακτηριστικό της ζήτησης για αυτό το ιδιαίτερο νήμα είναι το γεγονός ότι το 1875 υπάρχει στην Έδεσσα ειδικότητα βαφέων αποκλειστικά κόκκινων νημάτων, οι «κοκκινάδες», ενώ οι άλλοι βαφείς, που χρωματίζουν τα φθηνότερα μπλε νήματα, αποκαλούνται απλώς «μπογιατζήδες».
Η δε τσόχα πρέπει να είναι τόσο συνηθισμένο προϊόν στη Βέροια, ώστε η τοπική φράση για την εικονική αγοραπωλησία -που συγκάλυπτε τον απαγορευμένο από το ισλαμικό δίκαιο τοκοφόρο δανεισμό- ήταν «η τιμή της τσόχας». Παράλληλα, μαθαίνουμε από το βιβλίο, στην περιοχή υπήρχε εξειδικευμένη παραγωγή βαμβακερών λουτρικών, που προορίζονταν για την αυτοκρατορική αυλή -και αυτή η παραγωγή δεν ήταν μικρή, καθώς για την πραγματοποίησή της απαιτούνταν τον 18ο αιώνα νηματοποιημένο βαμβάκι βάρους άνω των 200 τόνων ετησίως.
ΟΙ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ
Μερικές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, στη Θεσσαλονίκη, ο περιπατητής συναντά ουκ ολίγους γουναράδες, καθώς τα γουναρικά ήταν ο βασικότερος επαγγελματικός τομέας της ένδυσης: το 1792 καταγράφονται στην πόλη 141 Χριστιανοί γουναράδες, «ήταν δηλαδή το πιο πολυάριθμο επάγγελμα στον χριστιανικό πληθυσμό».

Ακόμη και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι ηλικιωμένοι και των δύο φύλων εξακολουθούν να φορούν παραδοσιακές φορεσιές της Θεσσαλονίκης με γούνινους γιακάδες. Την ίδια χρονιά (1792) καταγράφονται στην πόλη 53 Χριστιανοί «αμπατζήδες», ήτοι κατασκευαστές «αμπά», ενός βαριού κετσεδένιου υφάσματος.
Το 1835 ο αριθμός τους έχει φτάσει τους 108, «σημειώθηκε, δηλαδή, υπερεπαγγελματισμός, προφανώς λόγω της εγκατάστασης στη Θεσσαλονίκη μεταναστών από άλλες περιοχές». Η συντεχνία αυτή, ωστόσο, δεν θα μακροημερεύσει, αφού το 1890 δεν υπάρχει πια -με την επικράτηση της δυτικής ενδυμασίας, η ζήτηση αμπά φαίνεται να περιορίστηκε στη Θεσσαλονίκη, αν και όχι στην ύπαιθρο.
Δίπλα σε αυτούς τους επαγγελματίες, ζουν και εργάζονται οι «κεπετζήδες» (κατασκευαστές της κάπας ή σάγου, δηλαδή χονδρού τρίχινου πανωφοριού, που δύσκολα το «σήκωνες», αφού ένα μέτρο υφάσματος σάγου ζύγιζε τουλάχιστον 750 γραμμάρια), οι βαφείς (η βαφή μάλλινων και μεταξωτών κλωστών ήταν από τις πιο ανεπτυγμένες επαγγελματικές τεχνικές στη Θεσσαλονίκη), οι «μπασματζήδες» (κατασκευαστές σταμπωτών υφασμάτων), οι «τσοχατζήδες» (τον 16ο αιώνα η εβραϊκή κοινότητα είχε αναλάβει τη μαζική παραγωγή τσόχας για τις ανάγκες του δημοσίου), οι «γαϊτανατζήδες» (η κατασκευή γαϊτανιών απασχολούσε μόνο δύο Χριστιανούς βιοτέχνες το 1835), οι «μουταφτζήδες» ή «μουτάφηδες» (πολυάριθμη συντεχνία τον 18ο αιώνα, η οποία κατασκεύαζε και πουλούσε νήματα από φυτικές ίνες ή κατσικίσιες τρίχες και τα παραγόμενα από αυτές υφάσματα), οι «αλατζατζήδες» (που δημιουργούσαν στα εργαστήριά τους εδικά πολύχρωμα υφάσματα, κυρίως στην περιοχή του Ιπποδρομίου), οι κατασκευαστές φόδρας (οι μισοί εκ των οποίων κατοικούσαν στην ενορία του αγίου Υπατίου, Παναγία Δεξιά), οι «καφταντζήδες» (παρήγαν πολυτελή καφτάνια), οι μεταξοποιοί (η μεταξουργία άνθισε από το 1830, οπότε και μαρτυρείται η λειτουργία 30 αναπηνιστηρίων, με πολλές εργάτριες και έντονη απασχόληση παιδιών), οι υποδηματοποιοί, οι υφαντές, κεντητές και ράφτες, και οι βυρσοδέψες (που ώς το 1826 ήταν αποκλειστικά Μουσουλμάνοι, συνιστούσαν τάγμα γενίτσαρων και ήταν μια από τις πιο ισχυρές επαγγελματικές ομάδες στη Θεσσαλονίκη).

Οι περίπου 90 κυριότερες επαγγελματικές ομάδες, που σχετίζονται με τη μεταποίηση τη συγκεκριμένη περίοδο, είχαν γύρω στα 2000 μέλη.
Την ίδια εποχή -18ο αιώνα- αναφέρεται σύμφωνα με τους συγγραφείς και η ύπαρξη, στη Θεσσαλονίκη, ενός περίπλοκου μηχανήματος για τη συμπίεση και συσκευασία του εξαγόμενου καπνού, κατά τρόπο που να μεταφέρεται με ασφάλεια και να καταλαμβάνει λιγότερο χώρο μέσα στο πλοίο…
ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ ΤΟ 1851
Τα μικρά εργαστήρια και η οικοτεχνία διατηρούνται τον 19ο αιώνα, παράλληλα με την κυκλοφορία εισαγόμενων βιομηχανικών προϊόντων. Η Θεσσαλονίκη είναι παρούσα με τα προϊόντα της στην Παγκόσμια Έκθεση του Λονδίνου το 1851: πετσέτες βαμβακερές και μεταξωτές, μάλλινο ύφασμα για τουρμπάνια, μεταξωτά και βαμβακερά υφάσματα για ρούχα, αλατζάδες, μεταξωτά για ενδύματα και σεντόνια, χαλιά.
Η πόλη παράγει διάφορα προϊόντα και η έκταση της βιοτεχνίας της τον 19ο αιώνα τεκμηριώνεται από τους κτηματικούς τίτλους του τμήματος της Θεσσαλονίκης, που καταστράφηκε στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, καθώς και του τμήματος που δεν κάηκε, αλλά περιλήφθηκε στο νέο πολεοδομικό σχέδιο. Στον πυρήνα του αστικού ιστού υπάρχουν σχεδόν 237 χώροι χαρακτηρισμένοι ως εργαστήρια.
Την ίδια εποχή, η οικοτεχνία στη Βόρεια Ελλάδα δείχνει αξιοσημείωτη αντοχή στον ανταγωνισμό από τα ευρωπαϊκά βιοτεχνικά και βιομηχανικά προϊόντα.
Ο Σκωτσέζος πολιτικός Ντέιβιντ Ούρκαρντ (David Urquart) περιγράφει τον θαυμασμό του για τα χειροποίητα ενδύματα της οικοδέσποινας στο σπίτι της οικογένειας που τον φιλοξενεί στον Πολύγυρο Χαλκιδικής.

Τα τέσσερα φορέματά της, καθένα με άλλο χρώμα και ένα για κάθε εποχή, είχαν κατασκευαστεί στο σπίτι από μεταξωτό ύφασμα με άστριφτο νήμα. Ο Σκωτσέζος επισκέπτης περιγράφει ένα ύφασμα που μένει στητό από το ίδιο του το βάρος, με τη σταθερότητα που συναντά κάποιος στις πτυχώσεις των φορεμάτων των αγαλμάτων. «Δεν μπόρεσα παρά να σκεφτώ ότι οι δικοί μας μεταξουργοί ήταν καθυστερημένοι στην τέχνη τους (…) Πόσα πολλά έχαναν κλώθοντας το μετάξι» σημειώνει ο περιηγητής.
Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ού, η εκμηχάνιση της παραγωγής παγκοσμίως «τρέχει» με άλματα. Χαρακτηριστικό της έκτασης της εκμηχάνισης στη Μακεδονία είναι το γεγονός ότι στις αρχές του 20ού αιώνα οι βαμβακουργίες στην περιοχή χρησιμοποιούν 2,5 φορές περισσότερο βαμβάκι και οι εριουργίες διπλάσιο μαλλί, σε σύγκριση με την προβιομηχανική παραγωγή του 19ου αιώνα. Η Βόρεια Ελλάδα μπαίνει στην εποχή της βιομηχανίας.
Το 1874-1875 ιδρύεται το πρώτο βιομηχανικό νηματουργείο της οθωμανικής αυτοκρατορίας στη Νάουσα (Γ.Κύρτσης, Δ.Λόγγος, Ι.Τουρπάλης) και το 1878 το δεύτερο, στα Άδανα. Τα μηχανήματα του νηματουργείου της Νάουσας ανήκαν προηγουμένως σε εργοστάσιο του Πειραιά.
Οδικό δίκτυο γύρω από το εργοστάσιο της Νάουσας δεν υπήρχε, οπότε για τη μεταφορά των μηχανημάτων με κάρα που έσερναν βόδια, έπρεπε να χαραχτεί δρόμος. Λέγεται, περιγράφουν οι συγγραφείς, πως μπροστά από τα κάρα εργαζόταν ένα συνεργείο, που άνοιγε τον δρόμο για να περάσουν τα μηχανήματα…
ΠΩΣ ΜΙΑ ΒΑΜΒΑΚΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΕΛΛΕΙΨΗ ΥΠΗΡΕΤΡΙΩΝ
Το 1897 έχει δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη η πρώτη βαμβακουργία της πόλης, το νηματουργείο του Σιουλάμ Σαΐας, στη νεόδμητη τότε προκυμαία της πόλης. Λέγεται ότι ο Σαΐας προσέλαβε μεγάλο αριθμό εργατριών, με αποτέλεσμα να σημειωθεί έλλειψη υπηρετριών στην πόλη, αφου οι κοπέλες προτιμούσαν τη δωδεκάωρη απασχόληση στο εργοστάσιο από την οικιακή «σκλαβιά» και εγκατέλειπαν τις νοικοκυρές-εργοδότριές τους!
Στη Βέροια πάλι, ο Αθανάσιος Σωσσίδης από το Νυμφαίο ιδρύει την πρώτη νηματουργία το 1903. Οι τραπεζικοί κύκλοι της Θεσσαλονίκης εκτιμούν συντηρητικά την ακίνητη περιουσία του Σωσσίδη σε 20.000 χρυσές λίρες Τουρκίας και ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποια θα του δώσει δάνειο. Η Τράπεζα της Ανατολής ανοίγει στο όνομά του μια από τις μεγαλύτερες πιστώσεις που έχουν ποτέ παραχωρηθεί στη Μακεδονία, αλλά ο Σωσσίδης έχει αρκετή κεφαλαιακή αυτάρκεια, ώστε να μην τη χρειάζεται…
Τα νηματουργεία δεν είναι όμως τα μοναδικά εργοστάσια εκείνης της εποχής στη Βόρεια Ελλάδα. Προ του 1859 είχε ιδρυθεί η μεγάλη αλευροβιομηχανία των Γεσούα Μοδιάνο και Λάζαρου Αλλατίνη. Ακολουθεί η ανέγερση εργοστασίου στη γνωστή παραθαλάσσια θέση (σ.σ. όπου και σήμερα βρίσκονται οι μύλοι Αλλατίνη) πριν από το 1890.
Τα μηχανήματα του εργοστασίου έχουν ισχύ 850 ίππων και ημερήσια δυναμικότητα παραγωγής 300 τόνων αλεύρων. Προς σύγκριση, την ίδια εποχή, οι 49 αλευρόμυλοι της ελληνικής επικράτειας είχαν συνολική ισχύ 960 ίππων. Οι αλευρόμυλοι στο «βιλαέτι» αφθονούν: «Υπάρχουν στο βιλαέτι 27 βιομηχανίες και περίπου 500 μύλοι για την παραγωγή αλεύρων» γράφει η επετηρίδα της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης το 1890.

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΟΥΣΕ FORD ΣΤΗ ΛΑΓΚΑΔΑ ΤΟ 1922
Πολύ νερό κυλάει στο αυλάκι μέχρι το 1920, οπότε εκκινεί η περίοδος που οι συγγραφείς αποκαλούν την «πραγματική ηρωϊκή» εποχή της βιομηχανίας, που φτάνει έως το 1940.
Οι απεργίες (συχνές και βίαιες στη δεκαετία του ’30, με τους εργάτες να κλειδώνονται μέσα στα εργοστάσια και να απαγορεύουν την έξοδο εμπορευμάτων), τα λοκ άουτ των ίδιων των βιομηχανιών (π.χ., για την απόσυρση πρόσθετων δασμολογικών επιβαρύνσεων), η περαιτέρω εκμηχάνιση (το 1920 στη Βόρεια Ελλάδα υπήρχαν 1900 μεταποιητικές επιχειρήσεις με ισάριθμους κινητήρες που απέδιδαν 15000 ίππους, οι οποίοι αυξήθηκαν σε 61.000 -τέσσερις φορές παραπάνω- ώς το 2030), αλλά και κάποιες πρωτοποριακές επιχειρηματικές προσπάθειες, όπως η συναρμολόγηση αυτοκινήτων Ford εν έτει 1922, δίνουν το στίγμα της εποχής.
Ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση του Πέτρου Πετρόπουλου, που το 1922 άνοιξε επιχείρηση στην οδό Λαγκαδά 34, η οποία είχε ως αντικείμενο τη συναρμολόγηση αυτοκινήτων. Αρχικά συναρμολογούσε αυτοκίνητα «Ford» για λογαριασμό της επιχείρησης «Μπόβεν Ρηζ», η οποία είχε την αντιπροσωπεία των αμερικανικών οχημάτων στη Θεσσαλονίκη.
Τα επόμενα χρόνια συναρμολόγησε αμερικανικά λεωφορεία και φορτηγά «Diamond T» και «International Harvester» και επιβατικά «Willyd Overland». Τα τελευταία τα συναρμολογούσε για λογαριασμό ενός επιχειρηματία από την Αλβανία, του Χασάνη, ενώ μέσω της γείτονος μεταφέρονταν στη Θεσσαλονίκη και τα πλαίσια των «Diamond T». Αργότερα η επιχείρηση μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου κατασκεύασε το ελληνικό τρακτέρ Π-35.

ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΧΑΛΙΩΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Η Θεσσαλονίκη είχε παράδοση και στην ταπητουργία. Ήδη από τον 17ο αιώνα η πόλη εξάγει χαλάκια προσευχής με πέλος, καθώς και πολύχρωμα χαλιά από κετσέ. Ωστόσο, η πρώτη ύλη που χρειάζονται οι ταπητουργοί, το μαλλί, αγοράζεται προνομιακά για την κατασκευή των υφασμάτων του στρατού, παράγοντας που -κατά τους συγγραφείς- ερμηνεύει την ασυνέχεια στην πρόοδο της ταπητουργίας και την ύφεση που σημειώθηκε τον 19ο αιώνα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Θεσσαλονίκη ήταν εισαγωγέας χαλιών, παρότι διέθετε πέντε ταπητουργίες. Ο κλάδος θα γνώριζε όμως ακόμη ένα κύμα ανάπτυξης: η ανταλλαγή των πληθυσμών έστειλε στην Ελλάδα σημαντικό ποσοστό του ταπητουργικού δυναμικού της Ανατολής, εξέλιξη που συνέπεσε με τη ζήτηση μάλλινων χειροποίητων χαλιών από την Αμερική.
Έτσι, σημειώθηκε νέα άνθιση στον κλάδο, η οποία όμως ήταν βραχύβια: χωρίς να προϋπάρχει υποδομή, αναπτύχθηκε ξαφνικά ολόκληρη βιομηχανία με τη μορφή μανιφατούρας (μαζική παραγωγή με το χέρι), ώστε να εξυπηρετηθεί η ζήτηση από την αμερικανική αγορά. Τα «έξι χρυσά χρόνια της ταπητουργίας» όπως ονομάστηκε από τους ίδιους τους ταπητουργούς η περίοδος 1924-1930, έληξαν με τη διεθνή οικονομική ύφεση, που έπληξε ιδιαίτερα την Αμερική από το 1929.
Το βιβλίο, 293 σελίδων, φτάνει μέχρι το 1980. «Η μηχανική ισχύς της βιομηχανίας στη Μακεδονία αυξήθηκε κατά 1 εκατομμύριο φορές από τότε που εμφανίστηκε η πρώτη βιομηχανική μονάδα μέχρι το 1980» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ.Χεκίμογλου και προσθέτει πως στα τέλη του 19ου αιώνα- αρχές του 20ού, η μεταποίηση στη Μακεδονία ήταν εξίσου ισχυρή με τη μεταποίηση στη Βρετανία έναν αιώνα πριν. «Ήμασταν έναν αιώνα πίσω χρονολογικά, όχι τεχνολογικά» καταλήγει.
*ΑΠΕ-ΜΠΕ
The post «Ταξίδι στον χρόνο» σε μια άλλη Μακεδονία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.