
Απόρριψη λυμάτων στον Κηφισό και το ρέμα της Πικροδάφνης έχει προκαλέσει σοβαρό περιβαλλοντικό και υγειονομικό πρόβλημα στις γύρω περιοχές.
Σύμφωνα με τον δήμαρχο Αλίμου, Ανδρέα Κονδύλη, η ΕΥΔΑΠ, εξαιτίας του απαρχαιωμένου δικτύου και της έλλειψης υποδομών, διοχετεύει συστηματικά αστικά λύματα στο ρέμα της Πικροδάφνης κατά τις περιόδους υπερφόρτωσης του δικτύου.
Τα λύματα αυτά καταλήγουν απευθείας σε πολυσύχναστες ακτές κολύμβησης στα όρια Αλίμου και Παλαιού Φαλήρου.
Η κατάσταση αυτή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία και υπονομεύει τις μεγάλες οικονομικές και οικιστικές αναπλάσεις που πραγματοποιούνται στο παραλιακό μέτωπο.
Ο δήμαρχος Αλίμου επισήμανε ότι υπάρχει αντλιοστάσιο αποχέτευσης της ΕΥΔΑΠ, το οποίο, όταν το δίκτυο υπερφορτώνεται, ανοίγει τα κλαπέτα ασφαλείας και διοχετεύει το περιεχόμενο των αγωγών λυμάτων στο ρέμα. Τα λύματα φτάνουν έτσι απευθείας στη θάλασσα, όπου κολυμπάει ο κόσμος, δημιουργώντας, όπως ανέφερε, μια ανθυγιεινή και απαράδεκτη κατάσταση.
Την ίδια ώρα, στον Κηφισό εκτιμάται ότι λειτουργούν εκατοντάδες παράνομοι αγωγοί που διοχετεύουν τοξικά βιομηχανικά απόβλητα και αστικά λύματα. Ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, σημείωσε ότι η χαμηλή ροή του ποταμού, ιδιαίτερα σε περιόδους ξηρασίας, εμποδίζει τη διάλυση των ρύπων, οδηγώντας στην απελευθέρωση επικίνδυνων μετάλλων και στη δημιουργία αερολυμάτων που επιβαρύνουν την υγεία περίπου 104.000 κατοίκων των γειτονικών περιοχών.
Ο ίδιος τόνισε την ανάγκη να κλείσουν οι αγωγοί και να σφραγιστούν τα σημεία εισροής λυμάτων σε φρεάτια ομβρίων, καθώς και να υπάρχει συνεχής επιτήρηση της οξύτητας του νερού μέσω αισθητήρων σε τουλάχιστον πέντε θέσεις κατά μήκος του ποταμού. Έτσι, μπορεί να εντοπιστεί τόσο η συνεχής όσο και η ξαφνική επιβάρυνση από παράνομη απόρριψη λυμάτων.
Το κύριο πρόβλημα, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι ο συνδυασμός με τα αστικά λύματα. Στον Κηφισό και στην Πικροδάφνη το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το μικροβιακό φορτίο, το οποίο αποτελεί σημαντικό παράγοντα επιβάρυνσης και κινδύνου για τη δημόσια υγεία, τόσο μέσω των αερολυμάτων όσο και μέσω του ίδιου του νερού.
Τέλος, το ύψος των προστίμων για τους παραβάτες παραμένει εξαιρετικά χαμηλό, περίπου 2.000 ευρώ, γεγονός που καθιστά οικονομικά προτιμότερη την παράνομη απόρριψη λυμάτων έναντι της νόμιμης διαχείρισής τους.