Ιδιαίτερη ανησυχία έχει προκαλέσει σε πολλούς ηλικιωμένους της παροικίας μας και στις οικογένειές τους το νέο σύστημα χρέωσης για «αναβαθμισμένες» παροχές σε οίκους ευγηρίας, υπό την ονομασία HELF (Higher Everyday Living Fees).
Το ακρωνύμιο που επέλεσε η κυβέρνηση ίσως παραπέμπει στο HELP, δηλαδή «βοήθεια». Ωστόσο, η HELF (Χρέωση για Αναβαθμισμένες Υπηρεσίες Καθημερινής Διαβίωσης), σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν από πέρυσι, φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να εξελίσσονται σε «βραχνά».
Τόσο για τους ανθρώπους τρίτης ηλικίας και τους δικούς τους ανθρώπους όσο και για τους παρόχους υπηρεσιών. Ορισμένοι οργανισμοί επιλέγουν άλλωστε να μην εφαρμόσουν το νέο σύστημα, ακόμη.
Στο προσκήνιο επανέρχονται κρίσιμα ερωτήματα για τη Φροντίδα Ηλικιωμένων (Aged Care): πού τελειώνουν οι βασικές υπηρεσίες που παρέχονται δίχως επιπλέον χρέωση και πού αρχίζουν οι πρόσθετες παροχές για τις οποίες καλείται να πληρώσει -αδρά σε κάποιες περιπτώσεις- ο ένοικος ή οι δικοί του;
Πώς μπορεί να προστατεύεται η αξιοπρέπεια των ηλικιωμένων, χωρίς να παραγνωρίζεται η ανάγκη για ένα οικονομικά βιώσιμο σύστημα φροντίδας; Και εν τέλει υπάρχει σεβασμός για όλους τους ανθρώπους -ειδικά σε αυτή τη συγκυρία γι’ αυτούς που έχτισαν τη σύγχρονη Αυστραλία- ή «αποδίδεται» μόνο ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα;
HELF
H «Χρεώση για Αναβαθμισμένες Υπηρεσίες Καθημερινής Διαβίωσης» (HELF), σύμφωνα με την κυβέρνηση, αφορά προαιρετικές υπηρεσίες για τους ηλικιωμένους που διαμένουν σε οίκους ευγηρίας και συνοδεύονται από δικλίδες προστασίας.
H HELF αντικατέστησε το προηγούμενο καθεστώς χρεώσεων για πρόσθετες υπηρεσίες (Additional Service Fees και Extra Service Fees).
Μπορεί να επιβληθεί για υπηρεσίες που επιλέγει ο ένοικος, εφόσον αυτές δεν περιλαμβάνονται στις υποχρεωτικές παροχές και στον Κατάλογο Υπηρεσιών Οικιστικής Φροντίδας (Residential Care Service List) ή υπερβαίνουν το προβλεπόμενο επίπεδο υπηρεσιών, με την επιφύλαξη των σχετικών κανόνων.
Η διάκριση αυτή, ωστόσο, δεν είναι πάντα αυτονόητη για τους ενοίκους και τις οικογένειές τους. Ορισμένες υπηρεσίες που μπορεί να θεωρούνται μέρος μιας αξιοπρεπούς καθημερινότητας δεν περιλαμβάνονται απαραίτητα στις υποχρεωτικές παροχές κάθε μονάδας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η τηλεόραση στο δωμάτιο. Η παροχή της δεν αποτελεί γενικά υποχρεωτική υπηρεσία, καθώς οι πάροχοι οφείλουν να διαθέτουν τηλεοράσεις στους κοινόχρηστους χώρους, ανέφερε το ABC. Έτσι, εφόσον η τηλεόραση στο δωμάτιο προσφέρεται ως πρόσθετη υπηρεσία, η χρέωση, σύμφωνα με συγκεκριμένο οίκο ευγηρίας, θα μπορούσε να φτάσει τα 8,80 δολάρια την ημέρα, δηλαδή περίπου 3.212 δολάρια τον χρόνο, ακόμη και για την παρακολούθηση δωρεάν τηλεοπτικών καναλιών.
Η κυβέρνηση επισημαίνει ότι τέτοιες χρεώσεις επιτρέπονται μόνο όταν πρόκειται πράγματι για πρόσθετες υπηρεσίες και ότι ισχύουν συγκεκριμένες δικλίδες προστασίας. Μεταξύ άλλων, προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις για όσους λάμβαναν ήδη αναβαθμισμένες υπηρεσίες πριν από την 1η Νοεμβρίου 2025, όταν άλλαξε το καθεστώς.
Η ύπαρξη κανόνων, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της. Καθοριστικοί είναι οι έλεγχοι στην πράξη της εφαρμογή τους -οι οποίοι διενεργούνται ήδη από την κυβέρνηση σύμφωνα με παρόχους- αν οι ηλικιωμένοι γνωρίζουν τι δικαιούνται να λαμβάνουν χωρίς πρόσθετη χρέωση και αν διαθέτουν αποτελεσματικούς τρόπους να αμφισβητήσουν χρεώσεις που θεωρούν αδικαιολόγητες.
Ο Craig Gear, από το Δίκτυο Υποστήριξης Ηλικιωμένων (Older Persons Advocacy Network – OPAN), κάλεσε την κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι βασικές υπηρεσίες, όπως η τηλεόραση, το τηλέφωνο και το Wi-Fi, θα παρέχονται δωρεάν σε όλους τους ενοίκους, ανεξάρτητα από τον πάροχο και την περιοχή στην οποία διαμένουν.
Το OPAN δεν αντιτίθεται στις προαιρετικές επιπλέον υπηρεσίες, αλλά υπογραμμίζει ότι αυτές δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο στην αναγκαία φροντίδα, την αξιοπρέπεια ή την ουσιαστική δυνατότητα επιλογής.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το ύψος των χρεώσεων. Αφορά και την ισότιμη πρόσβαση σε υπηρεσίες που επηρεάζουν την καθημερινότητα, την ψυχαγωγία και την επικοινωνία των ηλικιωμένων.
Όταν ακόμη και μικρές, επαναλαμβανόμενες χρεώσεις συσσωρεύονται, υπάρχει ο κίνδυνος να διαμορφωθεί ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, στο οποίο η ποιότητα της καθημερινής ζωής εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα του κάθε ενοίκου.
ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ, Η ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
Έχοντας κατά νου ότι το επίπεδο ενός κράτους και μιας κοινωνίας αντανακλάται άμεσα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα πιο ευάλωτα μέλη της, και ιδιαίτερα τους ανθρώπους τρίτης ηλικίας, οι προβληματισμοί για τη HELF εντάσσονται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον πιέσεων για τον κλάδο της Φροντίδας Ηλικιωμένων.
Ο πληθυσμός της Αυστραλίας γερνάει, οι ανάγκες αυξάνονται και η εξασφάλιση ποιοτικών υπηρεσιών για όλους γίνεται ολοένα πιο απαιτητική.
Οι πάροχοι καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξανόμενα λειτουργικά κόστη, ελλείψεις προσωπικού (οι οποίες μόνο θα επιδεινωθούν, όπως λένε φορείς του κλάδου, αν υπάρξουν περικοπές στη μετανάστευση) και ένα σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο.
Αυτές οι δυσκολίες είναι υπαρκτές και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό των πολιτικών φροντίδας.
Δεν μπορούν, ωστόσο, να αποτελούν άλλοθι για ανεπαρκείς υπηρεσίες, αδικαιολόγητες χρεώσεις ή κακή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.
Οι πάροχοι διαχειρίζονται υπηρεσίες που αφορούν ανθρώπους οι οποίοι συχνά βρίσκονται σε ευάλωτη θέση και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη φροντίδα που τους παρέχεται. Η ευθύνη τους, επομένως, δεν περιορίζεται στην οικονομική βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους. Περιλαμβάνει την ποιότητα των υπηρεσιών, τη διαφάνεια των χρεώσεων, την ορθή αξιοποίηση της δημόσιας χρηματοδότησης και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ενοίκων.
Ο κρατικός έλεγχος δεν αποτελεί περιττό διοικητικό βάρος, αλλά βασική εγγύηση για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Τακτικοί έλεγχοι και ουσιαστική διερεύνηση των καταγγελιών πρέπει να συνοδεύονται από αυστηρές, ανάλογες των παραβάσεων κυρώσεις, όταν διαπιστώνονται κακοδιαχείριση, καταχρηστικές πρακτικές ή αδικαιολόγητες χρεώσεις.
Η δημόσια χρηματοδότηση πρέπει να καταλήγει στις υπηρεσίες για τις οποίες προορίζεται και όχι να χάνεται εξαιτίας κακής διαχείρισης ή πρακτικών που θέτουν σε δεύτερη μοίρα τις ανάγκες των ενοίκων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι πάροχοι πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εν δυνάμει παραβάτες. Σημαίνει ότι όμως όλοι πρέπει να υπόκεινται σε σαφείς κανόνες, ουσιαστικούς ελέγχους και υποχρεώσεις λογοδοσίας, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους.
Οι πάροχοι που λειτουργούν υπεύθυνα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες σε ένα βιώσιμο οικονομικό περιβάλλον, ενώ όσοι παραβιάζουν τους κανόνες πρέπει να υφίστανται τις προβλεπόμενες συνέπειες.
Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι διπλή: να εξασφαλίσει επαρκείς πόρους και προσωπικό για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών, αλλά και να διασφαλίσει ότι τα χρήματα και οι εξουσίες που διατίθενται για τη φροντίδα ηλικιωμένων αξιοποιούνται προς όφελος των ίδιων των ανθρώπων που τα χρειάζονται. Η προστασία των δημόσιων πόρων και η προστασία των ηλικιωμένων δεν είναι δύο ανταγωνιστικοί στόχοι. Είναι αλληλένδετες υποχρεώσεις.
Παράλληλα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ηλικιωμένοι δεν έχουν όλοι τις ίδιες ανάγκες. Η φροντίδα δεν μπορεί να ακολουθεί τη λογική «ένα μέγεθος για όλους» (one size fits all). Οι ανάγκες ενός ανθρώπου με άνοια ή σοβαρή σωματική αναπηρία διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες κάποιου που διατηρεί την πνευματική του διαύγεια και μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας.
Το σύστημα οφείλει να ανταποκρίνεται σε αυτές τις διαφορές, χωρίς να μετατρέπει την οικονομική δυνατότητα του κάθε ανθρώπου στον καθοριστικό παράγοντα για την ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνει. Ταυτόχρονα, η εξατομικευμένη φροντίδα και οι προαιρετικές πρόσθετες υπηρεσίες δεν πρέπει να γίνονται αφορμή για αδιαφανείς χρεώσεις ή για τη μετακύλιση στους ηλικιωμένους του κόστους υπηρεσιών που ήδη δικαιούνται.
Η βιωσιμότητα των παρόχων είναι αναγκαία. Δεν αποτελεί, όμως, λευκή επιταγή.
«ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ»
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στους οίκους ευγηρίας, όπου, πέρα από τα υπόλοιπα προβλήματα, οι διαθέσιμες κλίνες δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση. Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες ηλικιωμένοι παραμένουν εγκλωβισμένοι στα νοσοκομεία, ενώ η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστικές λύσεις.
Καθυστερήσεις καταγράφονται και στην πρόσβαση στα πακέτα κατ’ οίκον φροντίδας, στο πλαίσιο του προγράμματος Support at Home, ενώ αναφέρονται προβλήματα με τον αλγόριθμο ταξινόμησης, παράλληλα με αυξήσεις στις τιμές των προσφερόμενων υπηρεσιών.
Για τους ηλικιωμένους και τις οικογένειές τους, αυτό μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερη αναμονή, πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση και δυσκολότερη πρόσβαση στην κατάλληλη υποστήριξη.
Για τους παρόχους, σημαίνει ότι καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξανόμενες ανάγκες μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, περιορισμένης διαθεσιμότητας προσωπικού και διαρκών κανονιστικών αλλαγών.
Η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει υπαρκτά προβλήματα, χωρίς να συγχέει την αναγκαία στήριξη των παρόχων με την ανοχή σε πρακτικές που επιβαρύνουν αδικαιολόγητα τους ηλικιωμένους ή υπονομεύουν την ορθή αξιοποίηση των δημόσιων πόρων. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να συνδυάζουν επαρκή χρηματοδότηση, αποτελεσματική εποπτεία και πραγματικές συνέπειες για όσους δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος ενός «φαύλου κύκλου»: οι αυξανόμενες ανάγκες -γήρανση πληθυσμού, κόστος λειτουργίας- πιέζουν τους παρόχους και τους διαθέσιμους πόρους· οι δυσκολίες στην παροχή φροντίδας επιβαρύνουν τους ηλικιωμένους και τις οικογένειές τους· και η προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων μέσω νέων κανόνων και περιορισμών μπορεί, εάν δεν είναι σωστά σχεδιασμένη, να προσθέσει νέα εμπόδια χωρίς να λύνει τις αρχικές αιτίες.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξει κανείς ανάμεσα στην προστασία των ηλικιωμένων και τη βιωσιμότητα των παρόχων. Και τα δύο είναι απαραίτητα. Χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις για τους ηλικιωμένους, το σύστημα κινδυνεύει να γίνει άδικο. Χωρίς βιώσιμους παρόχους, όμως, κινδυνεύει να μην μπορεί να προσφέρει την αναγκαία φροντίδα σε επαρκή έκταση και ποιότητα.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει η φροντίδα ηλικιωμένων, αλλά και ποιος αναλαμβάνει αυτό το κόστος και με ποιους όρους; Ή διαφορετικά, κατά πόσο η φροντίδα των ανθρώπων που συνέβαλαν στην οικοδόμηση της σύγχρονης Αυστραλίας αντιμετωπίζεται ως συλλογική ευθύνη ή ως ένα ακόμη «πρόβλημα» που πρέπει να επιλυθεί με οικονομικούς και μόνο όρους;
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Σύμφωνα με σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο της κυβέρνησης για τη HELF, η χρέωση για αναβαθμισμένες υπηρεσίες καθημερινής διαβίωσης αντικαθιστά τις χρεώσεις για πρόσθετες υπηρεσίες (Extra Service Fees και Additional Service Fees).
Η HELF είναι προαιρετική και αφορά όσους επιλέγουν να λαμβάνουν υπηρεσίες καθημερινής διαβίωσης υψηλότερου επιπέδου σε μονάδες μόνιμης ή προσωρινής διαμονής ηλικιωμένων.
Η χρέωση μπορεί να επιβάλλεται για υπηρεσίες υψηλότερου επιπέδου ή για υπηρεσίες επιπλέον εκείνων που απαιτείται να παρέχονται βάσει των Κανόνων Φροντίδας Ηλικιωμένων του 2024 (Aged Care Rules 2024) και του Καταλόγου Υπηρεσιών Οικιστικής Φροντίδας (Residential Care Service List).
Οι πάροχοι οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες που προβλέπονται στον Κατάλογο Υπηρεσιών Οικιστικής Φροντίδας παρέχονται σύμφωνα με τα Πρότυπα Ποιότητας Φροντίδας Ηλικιωμένων (Aged Care Quality Standards).
Οι υπηρεσίες HELF μπορούν να αναβαθμίζουν τις συνήθεις παροχές, αλλά δεν μπορούν να προσμετρώνται στην εκπλήρωση αυτών των προτύπων.
Η χρέωση HELF δεν μπορεί να επιβάλλεται για το κόστος διαμονής, το οποίο περιλαμβάνεται στην τιμολόγηση της διαμονής.
Οι πάροχοι μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι το κόστος των υπηρεσιών HELF. Δεν υποχρεούνται να ζητούν έγκριση από την κυβέρνηση ή την Ανεξάρτητη Αρχή Τιμολόγησης Υγείας και Φροντίδας Ηλικιωμένων (IHACPA).
ΟΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
Σύμφωνα πάντα με την κυβέρνηση, για να λάβει μια υπηρεσία HELF, ο ένοικος πρέπει να συνάψει συμφωνία με τον πάροχο φροντίδας.
Υπάρχουν δύο τύποι συμφωνιών HELF.
Πάγια (ή γραπτή) συμφωνία HELF: Αφορά υπηρεσίες που έχουν προγραμματιστεί και συμφωνηθεί εκ των προτέρων. Μπορεί να περιλαμβάνει υπηρεσίες διαρκείας, όπως το Wi-Fi, υπηρεσίες για καθορισμένο χρονικό διάστημα, όπως ένας κύκλος μαθημάτων γιόγκα, ή μεμονωμένες υπηρεσίες, όπως ένα κούρεμα. Η πάγια συμφωνία HELF πρέπει να είναι γραπτή.
Περιστασιακή συμφωνία HELF: Αφορά αποκλειστικά περιπτώσεις στις οποίες ένας ένοικος ζητά μια μεμονωμένη υπηρεσία που δεν έχει προγραμματιστεί ούτε συμφωνηθεί εκ των προτέρων. Η συμφωνία μπορεί να συνάπτεται μόνο αμέσως πριν από την παροχή της υπηρεσίας ή τη στιγμή που αυτή παρέχεται. Μπορεί να γίνεται προφορικά και να καλύπτει αυθόρμητες αγορές, όπως έναν καφέ σε καφετέρια εντός της μονάδας φροντίδας. Οι πάροχοι ενθαρρύνονται, όπου είναι δυνατόν, να προσφέρουν υπηρεσίες βάσει πάγιας συμφωνίας HELF.
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Η χρέωση HELF, αναφέρει η κυβέρνηση συνοδεύεται από σημαντικές νέες δικλίδες προστασίας για τους ηλικιωμένους.
Οι πάροχοι οφείλουν να αποδεικνύουν ότι οι υπηρεσίες που προσφέρονται στο πλαίσιο της HELF δεν είναι υπηρεσίες τις οποίες ήδη υποχρεούνται να παρέχουν.
Η συμφωνία για τις υπηρεσίες HELF δεν μπορεί να συνάπτεται πριν από την εισαγωγή ενός ατόμου στη μονάδα φροντίδας ούτε να αποτελεί προϋπόθεση για την εισαγωγή του. Η συμφωνία HELF πρέπει να είναι ξεχωριστή από τη συμφωνία παροχής υπηρεσιών και τη συμφωνία διαμονής.
Η συμφωνία HELF πρέπει να αναφέρει το κόστος κάθε αναβαθμισμένης υπηρεσίας που θα παρέχεται, τα πρότυπα και τη συχνότητα παροχής της, καθώς και τον τρόπο χρέωσής της.
Δεν πρέπει να ζητείται από τους ενοίκους να πληρώνουν για υπηρεσίες που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός πακέτου υπηρεσιών να περιλαμβάνει κάποια υπηρεσία που ο ένοικος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει. Ωστόσο, ο ένοικος δεν πρέπει να επιβαρύνεται οικονομικά περισσότερο από ό,τι θα επιβαρυνόταν αν πλήρωνε μόνο για τις υπηρεσίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει.
Μετά την υπογραφή της συμφωνίας HELF, ισχύει περίοδος υπαναχώρησης (cooling off period) 28 ημερών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο ένοικος μπορεί να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τις αναβαθμισμένες υπηρεσίες καθημερινής διαβίωσης χωρίς να καταβάλει τέλος ακύρωσης. Πρέπει να ενημερώσει σχετικά τον πάροχο, αλλά δεν προβλέπεται ελάχιστη προθεσμία προειδοποίησης.
Μετά την αρχική περίοδο υπαναχώρησης των 28 ημερών:
-Αν ο ένοικος επιλέξει να μη χρησιμοποιεί μια υπηρεσία ή δεν είναι πλέον σε θέση να τη χρησιμοποιεί, μπορεί να την ακυρώσει με προειδοποίηση 28 ημερών.
-Αν ο ένοικος ζητήσει την ακύρωση, ο πάροχος μπορεί να του μετακυλίσει έξοδα που προκύπτουν μετά την περίοδο των 28 ημερών, εφόσον αυτά είναι αναπόφευκτα — για παράδειγμα, συνδρομητικές χρεώσεις — για διάστημα έως και 90 ημερών. Ο πάροχος πρέπει να μπορεί να τεκμηριώσει τα έξοδα αυτά και δεν μπορεί να χρεώσει ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που έχει πράγματι καταβάλει.
-Αν ο πάροχος δεν μπορεί πλέον να παρέχει την υπηρεσία, αυτή πρέπει να ακυρώνεται αμέσως.
-Ο πάροχος οφείλει να επιβεβαιώνει ότι έλαβε το αίτημα του ενοίκου για τροποποίηση ή ακύρωση μιας υπηρεσίας, αναφέροντας και την ημερομηνία από την οποία τίθεται σε ισχύ η αλλαγή.
-Η συμφωνία HELF πρέπει να επανεξετάζεται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο ένοικος εξακολουθεί να επιθυμεί τις συγκεκριμένες υπηρεσίες.
-Αφού συμφωνηθεί το κόστος των υπηρεσιών HELF, μπορεί να αυξάνεται μόνο μέσω τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, μία φορά τον χρόνο.
-Ένα άτομο μπορεί να συμφωνήσει να πληρώνει τη χρέωση HELF ανεξάρτητα από το δωμάτιο στο οποίο διαμένει. Παραμένουν σε ισχύ οι δικλίδες προστασίας που περιορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να ζητηθεί από έναν ένοικο να αλλάξει δωμάτιο.
Επισημαίνεται επίσης ότι η κυβέρνηση τροποποίησε τους Κανόνες Φροντίδας Ηλικιωμένων του 2024, ώστε να προστατεύσει τα άτομα που λάμβαναν δωρεάν υπηρεσίες υψηλότερου επιπέδου πριν από την 1η Νοεμβρίου 2025.
Τα άτομα αυτά δεν πρέπει να χρεώνονται με HELF για πρόσθετες υπηρεσίες που λάμβαναν δωρεάν πριν από την 1η Νοεμβρίου 2025.
Η υπηρεσία πρέπει να εξακολουθήσει να παρέχεται δωρεάν για όσο διάστημα προσφέρεται η ίδια υπηρεσία — ή μια ουσιαστικά παρόμοια υπηρεσία — σε άλλους ενοίκους της ίδιας μονάδας φροντίδας.
Η αλλαγή αυτή στους κανόνες τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2026.
Υπενθυμίζεται ότι από την 1η Νοεμβρίου 2025 δεν μπορούν να συνάπτονται νέες συμφωνίες για χρεώσεις πρόσθετων υπηρεσιών (Extra Service Fees και Additional Service Fees).
Οι υφιστάμενες συμφωνίες για τέτοιες χρεώσεις μπορούν να συνεχιστούν έως τις 31 Οκτωβρίου 2026, εφόσον οι ένοικοι είχαν συμφωνήσει στις χρεώσεις πριν από την 1η Νοεμβρίου 2025.
Οι πάροχοι μπορούν να αυξάνουν τις χρεώσεις σύμφωνα με τις υφιστάμενες συμβάσεις. Για τις αυξήσεις αυτές δεν απαιτείται έγκριση από την IHACPA.
Οι πάροχοι δεν θα πρέπει να αρνούνται αδικαιολόγητα αίτημα ενοίκου να αποχωρήσει από συμφωνία χρέωσης πρόσθετων υπηρεσιών. Θα έπρεπε επίσης να συζητήσουν με κάθε ένοικο που καταβάλλει τέτοιες χρεώσεις πριν από την 1η Νοεμβρίου 2026.
The post Η αξιοπρέπεια των ηλικιωμένων στη μέγγενη του κόστους appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.