
Κατέκτησε ένα ολυμπιακό μετάλλιο, αλλά παραμένει… άγνωστη σε πολλούς Ελληνες. Η χάλκινη Ολυμπιονίκης του Παρισιού μιλά στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» για τις θυσίες μιας ζωής, τα χρόνια της οικονομικής ανασφάλειας, το όνειρο του Λος Αντζελες και τον φόβο για τη μέρα που θα σταματήσει να τραβά κουπί.
Μια Ελλάδα που χειροκροτεί τα μετάλλια, αλλά ξεχνά τα πρόσωπα. Που υψώνει τη σημαία της στις νίκες, αλλά συχνά αφήνει στη σκιά εκείνους που της έφεραν το φως. Που γνωρίζει τους περαστικούς της δημοσιότητας, αλλά όχι πάντοτε τους ανθρώπους που χάρισαν στην πατρίδα λίγη από την αιωνιότητα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Η Ζωή Φίτσιου μιλάει στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» για την αναγνώριση που ξεθωριάζει, τη συγκίνηση του ολυμπιακού μεταλλίου, το όνειρο του Λος Αντζελες και τον φόβο της ζωής χωρίς κουπί
Αυτή είναι η Ζωή Φίτσιου. Ισως να μην την αναγνωρίζατε αν περνούσε δίπλα σας στον δρόμο. Ισως το όνομά της να μην έχει φωλιάσει στο μυαλό σας. Κι όμως, στις 2 Αυγούστου 2024, μαζί με τη Μιλένα Κοντού, κατέκτησαν το χάλκινο μετάλλιο στο διπλό σκιφ ελαφρών βαρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού. Χρόνια ολόκληρα μέσα στο νερό για μια στιγμή κάτω από τον ήλιο. Κι ύστερα, η γνώριμη σιωπή που ακολουθεί πολλούς από τους ανθρώπους του ελληνικού αθλητισμού.
«Πολύ άδικο. Εννοείται ότι είναι άδικο», λέει στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», όταν τη ρωτάμε πώς αισθάνεται που αρκετοί συμπατριώτες της δεν γνωρίζουν ποια είναι.
«Είμαστε μια χώρα με σχετικά μικρό πληθυσμό. Δεν είμαστε η Αμερική, για να μη γνωρίζουμε τους ανθρώπους που σηκώνουν τη σημαία μας ψηλά και κρατούν την Ελλάδα εκεί όπου την κρατούν, όταν όλα τα υπόλοιπα δυσκολεύουν. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό; Δυστυχώς, δεν μπορώ να κάνω κάτι. Αν μπορούσα να αλλάξω αυτή την κατάσταση, πραγματικά θα το έκανα».
Η πικρία της δεν γίνεται κατηγορία. Αντίθετα, η 31χρονη Ολυμπιονίκης κοιτάζει πέρα από τον δικό της κόσμο και αναγνωρίζει την αγωνία μιας κοινωνίας που παλεύει με τα καθημερινά της βάρη.
«Θεωρώ ότι τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε μεγαλύτερη αναγνώριση και καλύτερη αντίληψη του τι σημαίνει ένα ολυμπιακό μετάλλιο. Πιστεύω ότι πλέον αυτό αρχίζει να σβήνει. Ολο αυτό ξεκινάει και από το σχολείο. Εγώ θυμάμαι ότι στο δημοτικό είχα διδαχθεί τις αξίες του Ολυμπισμού. Κάναμε μαθήματα Ολυμπιακής Παιδείας. Μαθαίναμε τον Ολυμπιακό Υμνο, ποιοι είναι οι Ολυμπιονίκες μας, τι σημαίνει αυτή η διάκριση». Κι έπειτα έρχεται η πιο σκληρή, αλλά ίσως και πιο ανθρώπινη διαπίστωσή της.
«Εχουν δυσκολέψει τόσο πολύ τα πράγματα στην καθημερινότητα όλων των ανθρώπων και ειδικά των Ελλήνων, που έχουμε σταματήσει να ασχολούμαστε με οτιδήποτε άλλο πέρα από το πώς θα βγει η καθημερινότητα. Η μεγαλύτερη έγνοια του Ελληνα αυτή τη στιγμή είναι αν θα μπορέσει να βάλει πετρέλαιο στο σπίτι του. Να μην κοροϊδευόμαστε. Μου φαίνεται απολύτως φυσιολογικό που ένας άνθρωπος δεν θα ασχοληθεί με το αν η Φίτσιου πήρε χάλκινο ολυμπιακό μετάλλιο στο Παρίσι, όταν ο ίδιος δεν έχει χρήματα για να πάει στο σουπερμάρκετ. Από πού να κρατηθεί;».
«Δεν το πιστεύω»
Κι ενώ η Ελλάδα δεν γνωρίζει αρκετά την Ζωή Φίτσιου, η ίδια εξακολουθεί να κοιτάζει το μετάλλιό της σαν ένα μικρό κορίτσι που αντικρίζει ένα γιορτινό δώρο. «Καμιά φορά το κοιτάω και λέω: “Πω πω, αποκλείεται! Αποκλείεται να είναι αληθινό!”. Το κοιτάω ακόμη με τα μάτια του μικρού παιδιού που ήμουν. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα αποτελούσα κομμάτι της Ιστορίας του ελληνικού αθλητισμού. Οταν το συνειδητοποιώ και σκέφτομαι πόσο μεγάλο είναι όλο αυτό, συγκινούμαι και ανατριχιάζω».
Η ευτυχία, άλλωστε, είχε προηγουμένως περάσει μέσα από την απογοήτευση. «Πριν από το μετάλλιο πέρασα μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της αθλητικής μου καριέρας. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ύστερα από λίγους μήνες θα είχα κρεμασμένο στο στήθος μου ένα ολυμπιακό μετάλλιο. Ολα φαίνονταν ότι καταρρέουν, ότι καταστρέφονται. Και ξαφνικά ήρθε η απόλυτη επιτυχία».
Το Λος Αντζελες
Σήμερα η Ζωή Φίτσιου αναρρώνει από χειρουργική επέμβαση στο χέρι, εξαιτίας προβλημάτων με το ωλένιο νεύρο και την έσω επικονδυλίτιδα. Το όνειρο, ωστόσο, παραμένει ζωντανό. Παρά την κατάργηση της κατηγορίας των ελαφρών βαρών, πιστεύει ότι μπορεί να διεκδικήσει νέο μετάλλιο στο Λος Αντζελες. «Τώρα ο πόθος μου να συμμετάσχω ξανά είναι ακόμη μεγαλύτερος. Γιατί το έχω ζήσει πλέον. Εχω δει πόσο υπέροχη είναι αυτή η διοργάνωση. Θέλω τόσο, μα τόσο πολύ, να την ξαναζήσω. Αν δεν καταφέρω να πάω, θα στεναχωρηθώ περισσότερο από κάθε άλλη φορά».
Υπάρχει, ωστόσο, και κάτι που φοβάται περισσότερο από έναν δύσκολο αγώνα. Η ημέρα που θα κρεμάσει για πάντα το κουπί της…
Πίσω από το χάλκινο μετάλλιο υπάρχουν αμέτρητες αθέατες στιγμές. Γιορτές που χάθηκαν, οικογενειακά τραπέζια με μια καρέκλα άδεια, καλοκαίρια αφιερωμένα στην προπόνηση. Ομως η Ζωή, δεν τα ονομάζει θυσίες.
«Σίγουρα κάτι δίνεις και κάτι παίρνεις. Προσωπικά δεν αισθάνθηκα ούτε μία στιγμή ότι θυσίασα κάτι, γιατί το αντάλλαγμα ήταν πάντα τόσο μεγαλύτερο από αυτά που άφηνα πίσω μου, ώστε να μη στεναχωριέμαι. Σίγουρα, όμως, υπάρχουν πράγματα τα οποία χάνεις. Η οικογένειά σου σε στερείται πάρα πολλές στιγμές, οι φίλοι σου επίσης. Ειδικά όταν βρίσκεσαι σε μια ηλικία που υπάρχει ο καθημερινός καφές, οι έξοδοι, οι παρέες. Εγώ, για παράδειγμα, είδα τις φίλες μου να παντρεύονται, να βαφτίζουν τα παιδιά τους και δεν μπορούσα να είμαι σε κανένα από αυτά τα γεγονότα.
Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που με πιάνει μια πικρία. Αλλά όταν έχεις δίπλα σου ανθρώπους που σε αγαπούν και κατανοούν αυτό που κάνεις, σε βοηθούν να την ξεπεράσεις. Το Ολυμπιακό μετάλλιο με δικαίωσε και με έκανε να ξεχάσω όλα όσα είχα αφήσει πίσω μου».
Το οικονομικό
Το μετάλλιο δεν άλλαξε μόνο τη θέση της στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Αλλαξε και τις συνθήκες της ζωής της. «Για μένα τα πράγματα είναι πλέον πολύ πιο εύκολα από βιοποριστική άποψη. Εχουμε διοριστεί, υπάρχει ένας μισθός και, εκτός αυτού, η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή μάς βοηθάει πάρα πολύ. Ο κύριος Κούβελος έχει βρει πολλούς χορηγούς, οι οποίοι δίνουν πραγματικά χρήματα στους αθλητές.
Σχεδόν όλοι οι αθλητές της ελληνικής κωπηλασίας και πάρα πολλοί από άλλα αθλήματα έχουν ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα, μέσω του οποίου λαμβάνουν 1.000 ευρώ τον μήνα. Πριν από το μετάλλιο δεν υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο έσοδο. Επαιρνα από ένα ίδρυμα 2.000 ευρώ μία φορά τον χρόνο και αυτό ήταν. Δεν υπήρχε κάτι άλλο».
Περισσότερο, όμως, από την οικονομική ασφάλεια, εκείνο που κέρδισε ήταν η εσωτερική γαλήνη. «Εχει φύγει το άγχος του να πετύχω τον στόχο μου. Είμαι πολύ πιο ήρεμη, πολύ πιο χαλαρή. Προσπαθώ να πετύχω περισσότερα πράγματα, αλλά με μεγαλύτερη σιγουριά. Πατάω καλύτερα στα πόδια μου, ξέρω τι πρέπει να κάνω πια. Δεν υπάρχει η ίδια αμφιβολία στο κεφάλι μου».
«Οι φίλες μου παντρεύτηκαν κι εγώ δεν ήμουν εκεί»
«Το φοβάμαι λίγο. Εμείς δεν μένουμε στα σπίτια μας. Ζούμε σε κοινόβια, στο Ολυμπιακό Κωπηλατοδρόμιο του Σχινιά, αποκομμένοι από τον έξω κόσμο. Είναι ελάχιστες οι ημέρες που βρισκόμαστε στα σπίτια μας.
Ακόμη κι ένα Σαββατοκύριακο να θέλω να φύγω, πρέπει να σκεφτώ πώς θα κάνω προπόνηση. Τι θα κάνω; Θα πάρω μαζί μου τη βάρκα; Και μόνο η σκέψη ότι κάποια στιγμή θα σταματήσω την κωπηλασία, θα επιστρέψω στο σπίτι μου και θα μένω εκεί όλο τον χρόνο, με τρομάζει. Αυτή η αλλαγή στον τρόπο ζωής με φοβίζει».
Κληρονομιά
Και όταν τη ρωτάμε πώς θα ήθελε να τη θυμούνται, η απάντησή της δεν αναφέρεται σε μετάλλια. «Θα ήθελα να με θυμούνται ως μια αθλήτρια που σε όλες τις δυσκολίες είχε κάτι όμορφο να κρατήσει και να χαμογελάσει. Και ως έναν άνθρωπο που ενέπνευσε μικρότερους, αλλά και μεγαλύτερους ανθρώπους στον αθλητισμό και στην ζωή. Αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό».
Αυτή είναι η Ζωή Φίτσιου. Μια Ελληνίδα που έμαθε να παλεύει με το νερό, να αντιστέκεται στο ρεύμα και να μετατρέπει τις δύσκολες στιγμές σε όνειρα. Μια Ολυμπιονίκης που δεν γνωρίζουμε όσο θα άξιζε.
Γιατί μια πατρίδα δεν μεγαλώνει μόνο όταν τα παιδιά της κατακτούν μετάλλια. Μεγαλώνει και όταν μαθαίνει τα ονόματά τους. Οταν θυμάται τα πρόσωπα πίσω από τις σημαίες και τα βάθρα. Οταν δεν αφήνει τη λάμψη μιας επιτυχίας να σβήσει μαζί με την τελευταία φωτογραφία της απονομής.