Επαναξιολόγηση ΓεΣΥ επτά χρόνια μετά την εφαρμογή του – Η οικονομική αυτονόμηση ΟΚΥπΥ και το έλλειμμα των €300 εκ. – Υποστελέχωση και ανάγκη σχεδιασμού για το ανθρώπινο δυναμικό
Στα ζητήματα της βιωσιμότητας του Γενικού Συστήματος Υγείας, της οικονομικής αυτονόμησης των δημόσιων νοσηλευτηρίων, των ελλείψεων σε προσωπικό και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών επικεντρώθηκε η συζήτηση του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας για το 2027 στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών, με τους βουλευτές να αναφέρονται σε διαχρονικές αδυναμίες του συστήματος και τον Υπουργό Υγείας, Νεόφυτο Χαραλαμπίδη, να υπεραμύνεται των κυβερνητικών σχεδιασμών, ανακοινώνοντας παράλληλα σειρά παρεμβάσεων.
Ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Υγείας για το 2027 ανέρχεται σε €1.492,4 εκατομμύρια, παρουσιάζοντας αύξηση 3,3% σε σύγκριση με το 2026. Από τη συνολική αύξηση, σημαντικό μέρος αφορά την κρατική συνεισφορά στο ΓεΣΥ, η οποία ενισχύεται κατά περίπου €38 εκατομμύρια και ανέρχεται σε €908 εκατομμύρια το 2027.
Επαναξιολόγηση ΓεΣΥ επτά χρόνια μετά την εφαρμογή του
Στο πλαίσιο των παρεμβάσεων τέθηκε η ανάγκη επαναξιολόγησης του ΓεΣΥ, επτά χρόνια μετά την εφαρμογή του, με τη συζήτηση να επικεντρώνεται πλέον όχι μόνο στην καθολική κάλυψη του πληθυσμού, αλλά και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, την αποτελεσματικότητα του συστήματος και τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς του.
Η Πρόεδρος της Επιτροπής, βουλευτής του ΔΗΣΥ, Σάβια Ορφανίδου, αναφερόμενη στο ΓεΣΥ έκανε λόγο για μία από τις «σημαντικότερες κατακτήσεις των πολιτών», τονίζοντας ότι αποτελεί συλλογική ευθύνη η προστασία του, αλλά και η συνεχής αξιολόγηση και αναβάθμισή του.
Έθεσε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα των καταχρήσεων, των μεγάλων λιστών αναμονής, των ελλείψεων σε συγκεκριμένες ειδικότητες και της μείωσης της ποιότητας ορισμένων υπηρεσιών, ζητώντας λύσεις χωρίς αύξηση των εισφορών των πολιτών.
Επιπλέον, έκανε αναφορά στην πρόληψη, σημειώνοντας ότι τα σχετικά κονδύλια αντιστοιχούν μόλις στο 2%, έναντι 4% που είναι ο μέσος ευρωπαϊκός όρος, ενώ υπογράμμισε ότι απαιτείται μεγαλύτερη επένδυση στην ψυχική υγεία.
Την ανάγκη καθιέρωσης υποχρεωτικών και μετρήσιμων δεικτών ποιότητας έθεσε και η βουλευτής του ΑΛΜΑ, Λίτσα Δρουσιώτη, επισημαίνοντας ότι ο προϋπολογισμός του ΟΑΥ έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 67% μέσα σε πέντε χρόνια, χωρίς όπως είπε, να έχουν αντιμετωπιστεί οι μεγάλες λίστες αναμονής και τα κενά στην κάλυψη υπηρεσιών.
Αναφερόμενος στο ίδιο ζήτημα, ο βουλευτής του ΑΛΜΑ, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, εξέφρασε την άποψη ότι η αύξηση των εσόδων του ΓεΣΥ δεν αντανακλάται σε αντίστοιχη βελτίωση στην εξυπηρέτηση των ασθενών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, τα έσοδα του Συστήματος αυξήθηκαν από €1,3 δις το 2021 σε €2,13 δις το 2026, καταγράφοντας άνοδο περίπου €830 εκ. μέσα σε διάστημα πέντε ετών.
Διερωτήθηκε κατά πόσο η αύξηση αυτή αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των ασθενών, υποδεικνύοντας ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες αναμονές και σημαντικές υπηρεσίες, όπως η θεραπευτική οδοντιατρική και η οδοντιατρική περίθαλψη ατόμων με αναπηρία, παραμένουν εκτός του Συστήματος.
Ζήτησε, παράλληλα, τη δημιουργία ολοκληρωμένου συστήματος μέτρησης των κλινικών αποτελεσμάτων, ώστε να υπάρχει αντικειμενική αξιολόγηση της ποιότητας των υπηρεσιών.
Από πλευράς ΑΚΕΛ, η βουλευτής, Μαρίνα Νικολάου, έκανε λόγο για «πλασματική» αύξηση του προϋπολογισμού του Υπουργείου, σημειώνοντας ότι από τα επιπρόσθετα €47,5 εκατομμύρια, περίπου €38 εκατομμύρια αφορούν την κρατική συνεισφορά στο ΓεΣΥ και δεν αποτελούν ουσιαστική ενίσχυση των υπόλοιπων υπηρεσιών υγείας και των δημόσιων νοσηλευτηρίων.
Παράλληλα, ανέφερε ότι οι προβλεπόμενες θέσεις προσωπικού μειώνονται κατά 87 σε σύγκριση με το 2026, επισημαίνοντας ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ανάγκες σε στελέχωση, υποδομές και υπηρεσίες.
Τόνισε εκ νέου την ανάγκη ολοκλήρωσης της χαρτογράφησης των υγειονομικών αναγκών της χώρας (capacity planning), καθώς και ανάπτυξης ολοκληρωμένων ογκολογικών και ακτινοθεραπευτικών υπηρεσιών στον δημόσιο τομέα.
Η οικονομική αυτονόμηση ΟΚΥπΥ και το έλλειμμα των €300 εκ.
Μεγάλο μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στην οικονομική βιωσιμότητα του ΟΚΥπΥ και των δημόσιων νοσηλευτηρίων.
Η κ. Ορφανίδου υπογράμμισε ότι η αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης, ενώ ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Γιώργος Παμπορίδης, εξέφρασε προβληματισμό για την απουσία ουσιαστικής πολιτικής μείωσης του διοικητικού και λειτουργικού κόστους του Οργανισμού.
Ο κ. Παμπορίδης έθεσε επίσης ζήτημα για τις πρακτικές στελέχωσης, που κατά την άποψή του, αντιστρατεύονται τη φιλοσοφία της αυτονόμησης, ενώ έθεσε και ζήτημα εφαρμογής της συμφωνίας για την πρόσληψη φροντιστών στα δημόσια νοσηλευτήρια, ώστε οι νοσηλευτές να μπορούν να επικεντρώνονται στα επιστημονικά και νοσηλευτικά τους καθήκοντα.
Ανησυχία για την πραγματική οικονομική κατάσταση του ΟΚΥπΥ εξέφρασε και ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, αμφισβητώντας κατά πόσο οι προβλεπόμενες εξοικονομήσεις και αυξήσεις εσόδων επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τα διαρθρωτικά προβλήματα του Οργανισμού.
Από την πλευρά του, ο Υπουργός Υγείας ανέφερε ότι αναμένεται σύντομα η ολοκλήρωση μελέτης από την PwC, η οποία θα καταγράφει τα πρόσθετα μέτρα που απαιτούνται για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του ΟΚΥπΥ.
Όπως εξήγησε, έχει συσταθεί κοινή επιτροπή με τη συμμετοχή των Υπουργείων Υγείας και Οικονομικών και του Οργανισμού, με στόχο την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών για αύξηση των εσόδων και περιορισμό των εξόδων.
Ο κ. Χαραλαμπίδης σημείωσε ότι η μελέτη θα δώσει σαφέστερη εικόνα για τα βήματα που πρέπει να γίνουν, ώστε ο ΟΚΥπΥ να μπορεί να λειτουργήσει με ισοσκελισμένο και βιώσιμο προϋπολογισμό.
Παράλληλα, απαντώντας σε σχετική τοποθέτηση του βουλευτή της Άμεσης Δημοκρατίας, Γιάννη Λαούρη, ανέφερε ότι το οικονομικό έλλειμμα του Οργανισμού ανέρχεται περίπου στα €300 εκ., τονίζοντας ότι στόχος δεν είναι η συνεχής δημιουργία ελλειμμάτων, αλλά η ορθολογική διαχείριση των εσόδων και των δαπανών, στη βάση των υπηρεσιών που παρέχονται.
Ο Υπουργός Υγείας επανέλαβε, εξάλλου, ότι δεν διαπιστώνει καθυστέρηση στην αυτονόμηση του ΟΚΥπΥ, υπογραμμίζοντας ότι η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί με συγκεκριμένα μέτρα και αξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων.
Υποστελέχωση και ανάγκη σχεδιασμού για το ανθρώπινο δυναμικό
Οι ελλείψεις σε νοσηλευτές, γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας αποτέλεσαν ακόμη ένα από τα βασικά σημεία προβληματισμού των βουλευτών.
Από πλευράς ΑΚΕΛ, η Μαρίνα Νικολάου υπογράμμισε ότι οι μόνιμες ανάγκες των δημόσιων νοσηλευτηρίων δεν μπορούν να καλύπτονται διαρκώς μέσω αγοράς υπηρεσιών και υπερωριακής απασχόλησης, επισημαίνοντας ότι σημαντικά ποσά διατίθενται για την κάλυψη κενών που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται με μόνιμες προσλήψεις.
Έθεσε, επίσης, ζήτημα μείωσης των διαθέσιμων θέσεων στον τομέα της ψυχικής υγείας, ζητώντας ενημέρωση για τη μελέτη αναδιοργάνωσης του Υπουργείου και τις ανάγκες σε μόνιμο προσωπικό.
Απαντώντας, ο Υπουργός Υγείας ανέφερε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη αξιολόγηση των αναγκών σε ανθρώπινο δυναμικό, με στόχο τη δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας που θα επιτρέπει τη συστηματική καταγραφή και αξιολόγηση της επάρκειας των επαγγελματιών υγείας.
Για τη στελέχωση με νοσηλευτές, σημείωσε ότι έχει ολοκληρωθεί σχεδιασμός που λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των επόμενων πέντε και δέκα χρόνων.
Σε σχέση με την εργοδότηση επαγγελματιών υγείας από τρίτες χώρες, ο Υπουργός Υγείας ξεκαθάρισε ότι «δεν αποτελεί στρατηγικό στόχο η μακροχρόνια εξάρτηση από εργαζομένους του εξωτερικού», υπογραμμίζοντας ότι βασική επιδίωξη είναι η ενίσχυση του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι μέχρι να αποδώσουν οι προσπάθειες εκπαίδευσης νέων επαγγελματιών, εξετάζονται ρυθμίσεις για την εργοδότηση νοσηλευτών από τρίτες χώρες, υπό συγκεκριμένους περιορισμούς και προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η γλωσσική επάρκεια και η διάρκεια απασχόλησης.
Προβληματισμοί για τις σχέσεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα
Το ζήτημα της ενίσχυσης του δημόσιου χαρακτήρα του συστήματος υγείας αναδείχθηκε από τους βουλευτές του ΑΚΕΛ.
Η κ. Νικολάου εξέφρασε ανησυχία για την επέκταση επενδυτικών ταμείων στον ιδιωτικό τομέα της υγείας και τον κίνδυνο δημιουργίας μονοπωλιακών καταστάσεων, ζητώντας στοιχεία για τις αιτήσεις αδειοδότησης νέων ιδιωτικών νοσηλευτηρίων και ιατρικών κέντρων.
Παράλληλα, διαφώνησε με την προωθούμενη ρύθμιση για την άσκηση της ιατρικής από γιατρούς τρίτων χωρών χωρίς εγγραφή στο Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου, καλώντας το Υπουργείο να επανεξετάσει την πρόταση.
Από την πλευρά του, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, αναφέρθηκε στα δημόσια νοσηλευτήρια, λέγοντας πως είναι η «ραχοκοκαλιά του συστήματος υγείας», εκφράζοντας ανησυχία για τη σταδιακή απομάκρυνση ασθενών από τον δημόσιο τομέα, την ώρα που τα δύσκολα περιστατικά φαίνεται να επιστρέφουν σε αυτόν.
Ο βουλευτής του ΕΛΑΜ, Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, έθεσε από την πλευρά του, το ζήτημα της διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ενώ υπογράμμισε ότι η ποιότητα και η ασφάλεια της περίθαλψης δεν επιδέχονται εκπτώσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο αρμόδιος Υπουργός ανέφερε ότι το Υπουργείο του έχει εκδώσει τρεις έως τέσσερις οδηγίες προς τον ΟΑΥ, στη βάση της σχετικής νομοθεσίας, οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την αξιοποίηση των προσωπικών γιατρών της πρωτοβάθμιας φροντίδας, το φαινόμενο του «cherry picking» και την αντιμετώπιση καταχρήσεων.
Διευκρίνισε ότι ο ρόλος του Υπουργείου Υγείας είναι ο καθορισμός της πολιτικής κατεύθυνσης και η εποπτεία, καθώς ο ΟΑΥ και ο ΟΚΥπΥ διαθέτουν θεσμική και διοικητική αυτονομία.
Δύο νέα εθνικά προγράμματα το 2027 για πρόληψη
Σημαντική θέση στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς καταλαμβάνει η πρόληψη, με τον Υπουργό Υγείας να υπογραμμίζει ότι η πολιτική υγείας πρέπει να μετατοπιστεί σταδιακά από την αντιμετώπιση των ασθενειών στην έγκαιρη διάγνωση και την αποτροπή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε ότι εντός του 2027 προγραμματίζονται δύο νέα εθνικά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, ενώ προωθείται και η ανάπτυξη ηλεκτρονικής υποδομής για την υποστήριξη των σχετικών δράσεων.
Η Σάβια Ορφανίδου ζήτησε ουσιαστική αύξηση των κονδυλίων για την πρόληψη, υποδεικνύοντας την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου έθεσε το ενδεχόμενο επέκτασης των πληθυσμιακών προγραμμάτων έγκαιρης ανίχνευσης του καρκίνου του μαστού σε νεότερες ηλικίες.
Απαντώντας, ο κ. Χαραλαμπίδης ανέφερε ότι εξετάζεται τόσο η μείωση του κατώτατου ηλικιακού ορίου, όσο και η αύξηση του ανώτατου ορίου για τις προληπτικές εξετάσεις.
Όπως εξήγησε, οι υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα,, ωστόσο, δεν θα πρέπει να αποκλείεται η επέκταση των εξετάσεων σε νεότερες και μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, εφόσον το κόστος είναι διαχειρίσιμο.
Στρατηγική έξι πυλώνων και νέες δομές για ψυχική υγεία
Η ψυχική υγεία αποτέλεσε επίσης κεντρικό ζήτημα κατά τη συζήτηση, με τον Υπουργό Υγείας να διαβεβαιώνει ότι η Εθνική Στρατηγική, η οποία ολοκληρώθηκε το 2025, βρίσκεται πλέον σε στάδιο εκτεταμένης υλοποίησης.
Όπως ανέφερε, η στρατηγική περιλαμβάνει έξι πυλώνες, με αντίστοιχους επικεφαλής για τον συντονισμό των δράσεων, ενώ προωθούνται νέες δομές και νομοθετικές ρυθμίσεις, με στόχο την ολοκλήρωση σχετικών διαδικασιών εντός του 2027.
Αναφέρθηκε στη δημιουργία 24ωρης γραμμής υποστήριξης για ζητήματα ψυχικής υγείας, σημειώνοντας ότι έχει δώσει οδηγίες να εξεταστεί το θέμα κατά προτεραιότητα.
Αναφέρθηκε, παράλληλα, στη δεύτερη και τρίτη φάση του νέου κτιρίου του Νοσοκομείου Αθαλάσσας, για τις οποίες έχει αποφασιστεί κρατική χρηματοδότηση ύψους €32 εκατομμυρίων.
Οι βουλευτές, ωστόσο, επέμειναν στην ανάγκη ενίσχυσης των κοινοτικών υπηρεσιών και δημιουργίας εξειδικευμένων δομών, ώστε να αποφεύγεται η επιβάρυνση των νοσηλευτηρίων με περιστατικά που θα μπορούσαν να εξυπηρετούνται σε διαφορετικό περιβάλλον.
Η Σάββια Ορφανίδου έθεσε ζητήματα που αφορούν την απουσία επαρκών δομών για άτομα με αυτισμό και διατροφικές διαταραχές, σημειώνοντας ότι η έλλειψη κατάλληλων υπηρεσιών στην κοινότητα οδηγεί ασθενείς στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας.
Από την πλευρά του, ο βουλευτής του ΔΗΚΟ, Ανδρέας Αποστόλου, ζήτησε την ανάπτυξη υπηρεσιών κοινοτικής φροντίδας και τη δημιουργία Κέντρου Ημέρας για άτομα με ψυχικές διαταραχές.
Νέοι θεσμοί, καρκίνος και ψηφιακή υγεία
Στις προτεραιότητες του προϋπολογισμού για το 2027 περιλαμβάνεται η λειτουργία νέων θεσμών, με ιδιαίτερη έμφαση στο Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου, το Εθνικό Κέντρο Κλινικής Τεκμηρίωσης και την αναδιοργάνωση του Εθνικού Κέντρου Ασθενοφόρων.
Για το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου προβλέπεται κονδύλι €1.132.500, ενώ για το Εθνικό Κέντρο Κλινικής Τεκμηρίωσης €150.000.
Το ύψος της χρηματοδότησης του Ινστιτούτου Καρκίνου αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής από τον Γιώργο Παμπορίδη, ο οποίος αμφισβήτησε κατά πόσο το συγκεκριμένο ποσό επαρκεί για τις λειτουργικές ανάγκες, την πρόληψη και την έρευνα.
Στο πλαίσιο της συζήτησης, ο Υπουργός Υγείας παρουσίασε επίσης τις πρόνοιες για τη στήριξη εξειδικευμένων υπηρεσιών με €13,53 εκατομμύρια να προβλέπονται για το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και το Καραϊσκάκειο Ίδρυμα και περίπου €1,05 εκ. για το Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου.
Παράλληλα, είπε πως για την ανάπτυξη δράσεων ψηφιακής υγείας προβλέπονται περίπου €3,96 εκατομμύρια, σημειώνοντας ότι προωθούνται ψηφιακά συστήματα για τη βελτίωση της λειτουργίας των υπηρεσιών, την επιδημιολογική επιτήρηση και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των πληροφοριών, με ιδιαίτερη έμφαση στην ασφάλεια και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Απαντώντας στον Γιάννη Λαούρη για το θέμα της αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης, ανέφερε ότι ο επικεφαλής επιστήμονας έχει αναλάβει σχετική μελέτη στο πλαίσιο του ευρύτερου κυβερνητικού σχεδιασμού για τον δημόσιο τομέα.
Όπως είπε, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί συναντήσεις για την παρουσίαση των δυνατοτήτων εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης στην υγεία, με ορισμένες εφαρμογές να παρουσιάζουν θετικές προοπτικές τόσο για την εξοικονόμηση πόρων όσο και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των ασθενών.
Ο κ. Λαούρης ζήτησε, παράλληλα, μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαχείριση των κονδυλίων, των κρατικών χορηγιών και των συμβάσεων, καθώς και δημοσιοποίηση μετρήσιμων δεικτών ποιότητας, ώστε οι πολίτες να μπορούν να αξιολογούν που κατευθύνονται τα χρήματα που διατίθενται για την υγεία.
Αυξημένες απαιτήσεις για διαφάνεια και ουσιαστικό έλεγχο στη λειτουργία του συστήματος υγείας
Το ζήτημα της διαφάνειας επανήλθε και μέσα από τις παρεμβάσεις της Λίτσας Δρουσιώτη, η οποία ζήτησε ουσιαστική εξυγίανση του ΟΚΥπΥ, διαφάνεια στις οικονομικές του υποχρεώσεις και λογοδοσία για τη διαχείριση των δημόσιων πόρων.
Παράλληλα, έθεσε ειδικά ζητήματα που αφορούν την επαρχία Αμμοχώστου, ζητώντας τη δημιουργία Κέντρου Ημερήσιας Νοσηλείας για καρκινοπαθείς και την αντιμετώπιση της υποστελέχωσης του τοπικού νοσοκομείου.
Ο Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, βουλευτής του ΕΛΑΜ χαιρέτισε τις πρωτοβουλίες για την πρόληψη, την ψυχική υγεία και τη δημιουργία νέων θεσμών, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι οι λίστες αναμονής, τα προβλήματα στα ΤΑΕΠ και οι λειτουργικές αδυναμίες των δημόσιων νοσηλευτηρίων εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τους ασθενείς.
Από την πλευρά του, ο Υπουργός Υγείας υπογράμμισε ότι, παρά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, υπάρχουν περιθώρια για προώθηση μεταρρυθμίσεων και βελτίωση των υπηρεσιών.
Τόνισε ότι η επόμενη φάση για το ΓεΣΥ πρέπει να επικεντρωθεί στην αξιολόγηση της ποιότητας και στον εντοπισμό πιθανών καταχρήσεων, ώστε οι πόροι που θα εξοικονομηθούν να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση υφιστάμενων και την προσθήκη νέων υπηρεσιών.