Στην πρώτη της περιοδεία στην Αυστραλία, που ίσως αποτελεί και το πιο μακρινό ταξίδι της ζωής της, η Νεφέλη Φασούλη δεν θα μπει στο τρυπάκι να ανοίξει τον χάρτη και να αναζητήσει τα αξιοθέατα.
Η νεαρή μουσικός, μία από τις πιο καθηλωτικές φωνές της σύγχρονης ελληνικής μουσικής σκηνής, έχει έναν διαφορετικό λόγο να ανυπομονεί για το «Athens After Dark», που διοργανώνει το Greek Fringe στη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ, στις 14 και 21 Νοεμβρίου αντίστοιχα.
Αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο είναι να γνωρίσει από κοντά τους Έλληνες που έβαλαν ρίζες στην άλλη άκρη του κόσμου.
«Αυτό που πιο πολύ με έχει εξιτάρει και θέλω να δω είναι το κοινό, τους ανθρώπους. Θέλω να ανακαλύψω σε ποια φάση βρίσκεται αυτός ο σύνδεσμος με τη μνήμη, με την Ελλάδα. Πώς είναι οι άνθρωποι, τι ακούνε, τι συζητούν; Σε ποια φάση βρίσκονται και οι νεότερες γενιές, στις οποίες απευθύνομαι κυρίως; Πώς διαχειρίζονται, τελικά, αυτή τη μνήμη;
Νομίζω ότι θα είναι ένα τέτοιο ταξίδι για μένα. Θα μου αλλάξει πολύ τον τρόπο με τον οποίο βλέπω την καθημερινότητα στην Αθήνα», λέει στον «Νέο Κόσμο», μιλώντας από την Αθήνα, όπου κάθε Σάββατο ανεβάζει το κέφι στα ύψη με ένα ρεπερτόριο που τα περιλαμβάνει όλα.

Με τον τίτλο «Athens After Dark», η τραγουδίστρια με τη μαγευτική φωνή προσκαλεί το κοινό σε μια περιπλάνηση στη νυχτερινή Αθήνα, εκεί όπου ποτέ δεν ξέρεις τι θα ακολουθήσει ούτε πού θα σε βρει το ξημέρωμα. Ακολουθεί τη συνταγή ενός νέου μουσικού ρεύματος, στη διαμόρφωση του οποίου συμβάλλει και η ίδια μέσα από τη νυχτερινή ζωή της πόλης.
«Αυτό που προσπάθησα να κάνω στην Ελλάδα ήταν να μεταφέρω το ενδιαφέρον του κοινού πέρα από τα μπουζούκια και τα clubs, να αλλάξω αυτή την αντίληψη ότι το έντεχνο είναι κάτι καθιστό και μελαγχολικό, ενώ αν θέλεις να χορέψεις και να τα σπάσεις πρέπει αναγκαστικά να πας στα μπουζούκια».
Σε μια προσπάθεια να απευθυνθεί σε ένα νεότερο κοινό, που έχει αρχίσει να κουράζεται από αυτά τα στερεότυπα, δημιούργησε στην Αθήνα ένα μουσικό project που τα συνδυάζει όλα.
«Θα ακούσεις και την μπαλάντα, θα ακούσεις όμως και ένα πάρα πολύ up-tempo πράγμα. Θα ακούσεις παλιά λαϊκά τραγούδια revisited με πάρα πολύ σύγχρονο ήχο, και αποκλείεται να μην περάσεις καλά».
Στην αρχή πολλοί τη ρωτούσαν: «Γιατί τα μπλέκεις; Ή θα κάνεις το ένα ή το άλλο». Όπως λέει, όμως, τελικά «έρχονται όλοι τώρα κάθε Σάββατο και γίνεται χαμός. Χορεύουμε, περνάμε υπέροχα, οπότε αυτό ακριβώς θέλω να μεταφέρω και στην Αυστραλία».
ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΤΑΜΠΕΛΕΣ
Η διάθεση να σπάει στεγανά και να αναμειγνύει διαφορετικούς μουσικούς κόσμους δεν περιορίζεται στη σκηνή της Αθήνας. Αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.
Εξίσου άνετη στη σκηνή ενός έντεχνου ή λαϊκού μαγαζιού, ενός φεστιβάλ τζαζ ή ενός ροκ κλαμπ, η Νεφέλη Φασούλη κινείται με φυσικότητα ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά περιβάλλοντα.
«Με γοητεύει το καινούργιο, κάτι δηλαδή που δεν έχω ξανακούσει. Φοβάμαι να ακολουθήσω την πεπατημένη και να πω ότι θα βγάλω ένα λαϊκό τραγούδι που θα ακούγεται όπως όλα τα υπόλοιπα, με το κλασικό μπουζούκι. Αισθάνομαι ότι από μικρή ήθελα να διαφέρω και να με γνωρίσουν για κάτι νέο που θα έχω φέρει. Αυτή ήταν πάντα η αφετηρία μου».
Αυτό που επίσης τη γοητεύει στη σημερινή της πορεία είναι ότι της επιτρέπει να επικοινωνεί πιο άμεσα με έναν παγκόσμιο μουσικό ήχο. Δεν απευθύνεται πλέον μόνο σε Έλληνες ακροατές, αλλά και σε Ευρωπαίους, Αμερικανούς και Αυστραλούς.
«Θα έρθω στην Αυστραλία και θα παίξω με Ελληνοαυστραλούς μουσικούς, αλλά και με καλλιτέχνες άλλων εθνικοτήτων. Καταλαβαίνω ότι η μουσική μας γίνεται όλο και πιο παγκόσμια».
Η εμπειρία της στη Νέα Υόρκη, ως υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright, όπου εμβάθυνε στις σπουδές της στην τζαζ, υπήρξε καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη μουσική.
«Το να βλέπεις τόσους διαφορετικούς πολιτισμούς να συνυπάρχουν στο ίδιο τετράγωνο και να ακούς καθημερινά όλους αυτούς τους μουσικούς συνδυασμούς ήταν ένα τρομερό σχολείο», λέει.
Σε πολλές χώρες, από την Τουρκία και τις ακτές της Μεσογείου έως το Μαρόκο, νέοι μουσικοί επαναπροσεγγίζουν την τοπική παράδοση και τη δημοτική μουσική, συνδυάζοντάς τες με ροκ, ηλεκτρονικούς ή άλλους σύγχρονους ήχους. Η επαφή της με αυτή τη διεθνή τάση τής έδωσε την ώθηση να εξελίξει ακόμη περισσότερο τη δική της καλλιτεχνική κατεύθυνση.
«Πιστεύω ότι η γλώσσα αποτελούσε ένα εμπόδιο στο να γίνει η ελληνική μουσική δημοφιλής σε όλο τον κόσμο. Βάζοντας όμως αυτόν τον ήχο, νιώθω ότι ξαφνικά απευθύνομαι σε ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό και αυτό με γοητεύει πάρα πολύ».
Της δίνει επίσης τη δυνατότητα να μεταφέρει κάτι που συχνά δυσκολευόταν να εξηγήσει σε ανθρώπους που δεν είναι Έλληνες: αυτή τη σύνδεση που έχουμε με τη μουσική και την κουλτούρα μας.
«Την ανάγκη να τραγουδήσουμε ένα τραγούδι στο γλέντι, γύρω από ένα τραπέζι. Το ότι δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει η Παρασκευή, το Σάββατο και να μην πούμε “Πού θα βγούμε σήμερα να ακούσουμε μουσική;”. Είναι τόσο οργανικό κομμάτι της κουλτούρας μας που καμιά φορά λέω, πώς το εξηγείς σε έναν άνθρωπο που δεν είναι Έλληνας, και να το καταλάβει πραγματικά; Θεωρώ ότι τουλάχιστον μέσα από τον ήχο απέκτησε αυτό που κάνουμε μια παγκόσμια γλώσσα».

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΗΣ
Οι ιστορίες που επιλέγει να αφηγηθεί ξεκινούν συνήθως από δικά της βιώματα, ερωτήματα και εσωτερικές αναζητήσεις.
Η ευέλικτη ερμηνεύτρια, της οποίας η πορεία απογειώθηκε πριν από έξι χρόνια με την κυκλοφορία του ντεμπούτου άλμπουμ «Ο Κόσμος Σου», με τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά, παραδέχεται ότι κάθε τραγούδι που επιλέγει πρέπει να συνδέεται ουσιαστικά με τον δικό της εσωτερικό κόσμο.
«Τι σε καίει τώρα; Τι θέλεις να λύσεις εσύ μέσα σου για να μην το έχεις άχτι;» είναι τα ερωτήματα που θέτει στον εαυτό της.
Είναι μια διαδικασία που, όπως λέει, απαιτεί απόλυτη ειλικρίνεια, καθαρό βλέμμα απέναντι στον εαυτό και καμία υπεκφυγή. Κάπως έτσι γεννήθηκε και το «Πυρ, Γυνή και Θάλασσα», ένα τραγούδι που αγαπήθηκε γρήγορα από το κοινό και βρήκε τη θέση του στο ζωντανό της πρόγραμμα.
«Αισθανόμουν ότι ήταν κάτι που έπρεπε πρώτα να λύσω εγώ η ίδια, μέσα από όσα έχω περάσει στη ζωή μου, και μετά να το μοιραστώ με τους άλλους. Νομίζω ότι πάντα ξεκινώ από τον εαυτό μου: τι με ενοχλεί, τι θέλω να λύσω, και μετά προσπαθώ να το μετατρέψω σε κάτι συλλογικό».
Η ιστορία πίσω από τη δημιουργία του τραγουδιού ξεκίνησε από μια κινηματογραφική πρόταση.
Μια φίλη της, σκηνοθέτιδα μιας ταινίας που δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από γυναίκες, της ζήτησε να γράψει ένα τραγούδι για την τελευταία σκηνή. Η πρωταγωνίστρια, έχοντας κουραστεί από συντρόφους που δεν τη σέβονται και υποτιμούν τη δουλειά της, φτάνει στα όριά της και τελικά εκρήγνυται. Διώχνει τον άνδρα από το σπίτι και του πετάει την μπουγάδα από το μπαλκόνι.
«Του πετάει τα φανελάκια, τα μπλουζάκια… μιλάμε για σούπερ αστεία σκηνή. Είδα αυτή τη σκηνή και αμέσως λέω: “Τώρα αυτό πρέπει να είναι ένα λαϊκό τραγούδι-ύμνος, δεν γίνεται αλλιώς”», θυμάται.
«Και έτσι προέκυψε το “Πυρ, Γυνή και Θάλασσα”. Μου βγήκε τόσο φυσικά. Ενσωματώθηκε με πάρα πολύ ωραίο τρόπο στο πρόγραμμά μου και ο κόσμος μπήκε αμέσως στο πνεύμα, που σημαίνει ότι βρήκαν τον εαυτό τους μέσα σε αυτό».
ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΜΕΝΤΟΡΑΣ
Σήμερα δείχνει απόλυτα συμφιλιωμένη με τη σκηνή και το κοινό της. Η αρχή, όμως, δεν ήταν χωρίς δυσκολίες.
Από παιδί ήθελε να τραγουδά στις σχολικές γιορτές, διεκδικώντας το σόλο, ενώ από τριών ή τεσσάρων ετών έλεγε με βεβαιότητα ότι ήθελε να γίνει τραγουδίστρια.
«Ενώ τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν πάρα πολύ καλά και βρισκόμουν σε εκείνο το σημείο που λες “τώρα είναι η στιγμή μου να λάμψω”, εγώ κάπου εκεί πάγωσα», θυμάται, αναφερόμενη στα πρώτα δύο με τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου της δίσκου, «Ο Κόσμος Σου».
Καθώς το όνομά της γινόταν όλο και πιο γνωστό, βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονο άγχος πάνω στη σκηνή.
«Με σόκαρε το πόσο πολύς κόσμος άρχισε να με μαθαίνει και φοβήθηκα πολύ. Αναρωτιόμουν αν θα μπορέσω να ανταποκριθώ στις προσδοκίες του. Έπαθα ένα περίεργο stage fright», λέει.
Καθοριστική σε αυτή τη διαδρομή υπήρξε και η παρουσία του Φοίβου Δεληβοριά, με τον οποίο συνεργάστηκε για πέντε χρόνια που σημάδεψαν την καλλιτεχνική της εξέλιξη.
Η σχέση τους, όπως λέει, ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας απλής επαγγελματικής συνεργασίας. Ο Φοίβος Δεληβοριάς λειτούργησε ως μέντοράς της, ανοίγοντάς της νέους καλλιτεχνικούς ορίζοντες. Μέσα από εκείνον γνώρισε ταινίες, ανακάλυψε μουσικές και ήρθε σε επαφή με επιρροές που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της αισθητικής και της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.
«Έχει υπάρξει κάτι πολύ περισσότερο από συνεργάτης, σχεδόν ένας μέντορας στη ζωή μου, και του είμαι πολύ ευγνώμων. Μου έδωσε τα πιο ωραία εφόδια να υπάρχω μόνη μου στο στερέωμα και να κάνω τα δικά μου πράγματα», σημειώνει.
Όταν του μίλησε για το άγχος που βίωνε πάνω στη σκηνή, εκείνος τη βοήθησε να το δει από μια διαφορετική οπτική. Της εξήγησε ότι δεν είναι κακό να φοβάται, γιατί ο φόβος συχνά κρύβει την επιθυμία να έχει ουσία και διάρκεια αυτό που δημιουργείς.
«Φαίνεται ότι θέλεις να χτίσεις κάτι που θα μείνει», της είπε.
Είναι μια φράση που φαίνεται να συνοψίζει τη στάση της απέναντι στη μουσική και τη σχέση της με το κοινό.
Η ανάγκη να δημιουργήσει κάτι αληθινό, που βγαίνει από μέσα της, είναι τελικά εκείνη που της δίνει τη δύναμη να στέκεται στη σκηνή και να συνδέεται ουσιαστικά με τους ανθρώπους που την ακούν.
«Όταν πιστεύεις τα τραγούδια που λες, λέξη-λέξη, είναι πολύ πιο εύκολο να σταθείς στη σκηνή απέναντι στον κόσμο που σε κοιτάει στα μάτια, και να είσαι πραγματικά παρούσα, να μην χάνεις τη σύνδεση μαζί του», λέει.
Μία από τις πιο δυνατές στιγμές αυτής της σύνδεσης τη βίωσε το καλοκαίρι, στη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα συναυλία της στην Αθήνα.
Στο φινάλε της βραδιάς, όπως συνηθίζει, κάλεσε το κοινό να τραγουδήσει μαζί της το ρεφρέν από το «Ο Κόσμος Σου».
«Το άκουσα από χιλιάδες ανθρώπους και ήταν η πρώτη φορά που έσπασα, δάκρυσαν τα μάτια μου, γιατί ήταν πολύ πιο μεγάλο από ό,τι θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Το πώς συντονίστηκαν τόσες φωνές και τόσες ενέργειες. Ήμουνα πολύ ευγνώμων και νομίζω ότι δεν θα το ξεχάσω ποτέ».
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ
Πίσω από την καλλιτεχνική της ελευθερία και την επιθυμία της να πειραματίζεται κρύβεται μια διαδρομή επιμονής, πειθαρχίας και πολλής δουλειάς.
Η Νεφέλη Φασούλη ήταν μόλις έξι ετών όταν έκανε τα πρώτα της βήματα στη μουσική, επιλέγοντας το βιολί, που την είχε μαγέψει ακούγοντας τον παππού της να παίζει.
«Ο παππούς μου ήταν μια σπουδαία προσωπικότητα. Ένας πολύ πνευματώδης άνθρωπος, που διάβαζε ασταμάτητα. Είχε πάρει το βιολί και είχε μάθει μόνος του να παίζει. Αυτό που έκανε με καθήλωνε και σκεφτόμουν τι φοβερό όργανο είναι το βιολί», θυμάται.
Ωστόσο, ομολογεί ότι πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο όργανο για παιδιά.
Η επιμονή που τη διακρίνει αναδείχθηκε και πέρα από τη μουσική, στη διετή προσπάθεια που χρειάστηκε για να περάσει στη Νομική.
«Με καθόρισε στο ότι ξέρω πως, αν θέλω να πετύχω κάτι, πρέπει να δουλέψω για καιρό γι’ αυτό. Ήταν κάπως τραυματική εμπειρία -αυτή που περνάμε εδώ στην Ελλάδα όταν δίνουμε πανελλαδικές- αλλά με διαμόρφωσε. Επιπλέον, η Νομική είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα επιστήμη, γιατί ασχολείται άμεσα με τη ζωή των ανθρώπων και την καθημερινότητά τους».
Οι σπουδές τής άνοιξαν ένα διαφορετικό παράθυρο στον κόσμο. Την έφεραν πιο κοντά στις ανθρώπινες σχέσεις, στις αποφάσεις, στις συγκρούσεις και στις μικρές ιστορίες της καθημερινότητας που συνθέτουν μια ολόκληρη ζωή.
«Με έκανε να αγαπήσω την απλότητα των ανθρώπων. Εκεί βρίσκεται όλο το μυστικό, στην καθημερινή ζωή, στη λαϊκότητα. Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από τα απλά πράγματα: την αγάπη για την οικογένειά τους, το πώς χωρίζουν, πώς τα ξαναβρίσκουν. Υπάρχει ένα πολύ έντονο ανθρωπολογικό στοιχείο σε όλα αυτά και νομίζω ότι από εκεί πήρα κι εγώ την κατεύθυνση που ακολουθώ σήμερα».
Ίσως αυτή ακριβώς η περιέργεια για τους ανθρώπους είναι που κάνει το επικείμενο ταξίδι της στην Αυστραλία να μοιάζει με κάτι περισσότερο από μια ακόμη περιοδεία.
Μπορεί να είναι η πρώτη φορά που η Νεφέλη Φασούλη ταξιδεύει στην Αυστραλία, όμως το συναίσθημα με το οποίο προετοιμάζεται γι’ αυτή την εμπειρία δεν είναι εκείνο της ανακάλυψης, αλλά της επανένωσης.
«Στην Ελλάδα όλοι έχουμε συγγενείς στη Διασπορά. Κι εγώ μεγάλωσα ακούγοντας τα ονόματά τους στο οικογενειακό τραπέζι και στο μυαλό μου ήταν πάντα ως αυτοί οι μακρινοί συγγενείς που ζουν στην Αυστραλία. Μου φαινόταν κάτι εξωτικό και μυστηριώδες, γιατί τους είδα μία φορά στη ζωή μου, δεν τους είδα δεύτερη».
Γι’ αυτό αισθάνεται ότι αυτό το ταξίδι είναι σαν μια επανένωση, «ότι θα κάνω ένα reunion με όλους αυτούς τους ανθρώπους που, ακόμα κι αν δεν τους γνωρίζω προσωπικά, είναι σαν να γνωριζόμαστε από παλιά και έχουμε να τα πούμε χρόνια. Γιατί, αλήθεια, έτσι νομίζω αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα τους ανθρώπους της Διασποράς: σαν συγγενείς με τους οποίους χαθήκαμε».
Το «Athens After Dark» με τη Νεφέλη Φασούλη παρουσιάζει το Greek Fringe, με τη στήριξη του Ελληνικού Μουσείου, της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας ΝΝΟ και της AHEPA Sydney & NSW, στη Μελβούρνη στις 14 Νοεμβρίου και στο Σίδνεϊ στις 21 Νοεμβρίου.
Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε το Greek Guide στο neoskosmos.com/en/greek-guide.
The post «Σαν να γνωριζόμαστε από παλιά»: Η Νεφέλη Φασούλη για το πρώτο της ταξίδι στην Αυστραλία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.