Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας καταδίκασε αμετάκλητα τον εφοπλιστή Γιάννη Καραγεώργη σε φυλάκιση 29 μηνών

Τέλος σε μια δικαστική περιπέτεια που διήρκεσε 15 χρόνια έβαλε το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας (Hoge Raad), καταδικάζοντας αμετάκλητα σε φυλάκιση 29 μηνών τον γνωστό Έλληνα εφοπλιστή και πρώην ιδιοκτήτη περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών Γιάννη Καραγεώργη.

Η απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2026, επικυρώνει τις κατηγορίες για οικονομική απάτη και δόλια πτώχευση της ιστορικής ολλανδικής γαλακτοβιομηχανίας Lyempf, από την οποία φυγαδεύτηκαν τεράστια χρηματικά ποσά το 2010, την ώρα που η επιχείρηση κατέρρεε. Καθώς ο εφοπλιστής διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα, η δικαστική αυτή εξέλιξη ανοίγει έναν νέο, εξαιρετικά πολύπλοκο κύκλο νομικών ερωτημάτων για το αν θα εκδοθεί στην Ολλανδία, αν θα εκτίσει την ποινή του σε ελληνικό έδαφος ή αν θα παραμείνει ελεύθερος εντός των ελληνικών συνόρων.

Το χρονικό

Η υπόθεση ξεκινά το 2010, όταν ο Γιάννης Καραγεώργης εξαγόρασε τη γαλακτοβιομηχανία Lyempf, παρέχοντας ρητές διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις ότι θα ενισχύσει άμεσα τη ρευστότητά της για να διασφαλίσει τη βιωσιμότητά της. Αντί όμως για την πολυπόθητη οικονομική αιμοδοσία, οι ολλανδικές εισαγγελικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο Έλληνας εφοπλιστής προχώρησε σε συστηματικό «άδειασμα» των ταμείων της εταιρείας, οδηγώντας την τελικά σε χρεοκοπία μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 2011.

Οι έρευνες αποκάλυψαν μια τεράστια οικονομική απάτη ύψους 12,4 εκατομμυρίων ευρώ. Το 2019, το πρωτοβάθμιο ολλανδικό δικαστήριο επέβαλε στον εφοπλιστή ποινή φυλάκισης δύο ετών. Ο ίδιος άσκησε έφεση, όμως η απόφαση του Εφετείου τον Ιούλιο του 2024 ήταν ακόμη πιο αυστηρή, αυξάνοντας την ποινή στους 30 μήνες, παρά το γεγονός ότι ο εισαγγελέας της έδρας είχε εισηγηθεί την τετραετή φυλάκισή του.

Προσφεύγοντας στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας, ο Γιάννης Καραγεώργης επιχείρησε να ανατρέψει την απόφαση, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι οι κινήσεις του αποτελούσαν μέρος μιας «επένδυσης». Ωστόσο, οι ανώτατοι δικαστές απέρριψαν κατηγορηματικά τα επιχειρήματά του. Έκριναν ότι, ως ο μοναδικός διευθυντής με απόλυτες διαχειριστικές εξουσίες, γνώριζε πολύ καλά ότι η μεταφορά των κεφαλαίων θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στους πιστωτές της εταιρείας.

Η μοναδική, συμβολική «νίκη» για την πλευρά του εφοπλιστή ήταν η μείωση της ποινής κατά έναν μήνα λόγω της υπερβολικής καθυστέρησης της δικαστικής διαδικασίας. Στο επίσημο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται επί λέξει:

«Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνει την απόφαση του Εφετείου, αλλά αποκλειστικά όσον αφορά τη διάρκεια της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, τη μειώνει, ορίζοντας τη διάρκειά της σε 29 μήνες, και απορρίπτει την έφεση ως προς τα λοιπά».

Την απόφαση συνυπογράφουν ο αντιπρόεδρος M.J. Borgers ως πρόεδρος, οι δικαστές A.L.J. van Strien και F. Posthumus, και ο αναπληρωτής γραμματέας S.P. Bakker.

Το «μπλόκο» του Αρείου Πάγου

Η εμπλοκή της ελληνικής δικαιοσύνης στην υπόθεση δεν είναι τωρινή. Το 2016, ο Γιάννης Καραγεώργης είχε συλληφθεί στη Γλυφάδα μετά από ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εξέδωσαν οι ολλανδικές αρχές. Αν και το Συμβούλιο Εφετών είχε ανάψει αρχικά το «πράσινο φως» για την έκδοσή του, ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε την απόφαση. Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας μας έκρινε τότε ότι η πράξη δεν συνιστούσε απάτη, αλλά δόλια χρεοκοπία, η οποία κατά το ελληνικό δίκαιο αποτελεί πλημμέλημα και είχε ήδη παραγραφεί. Με βάση τη νομοθεσία για το ευρωπαϊκό ένταλμα, η παραγραφή της πράξης στην Ελλάδα επέτρεψε στον εφοπλιστή να αφεθεί ελεύθερος και να αρθούν όλοι οι περιοριστικοί όροι.

Σήμερα, ωστόσο, τα δεδομένα έχουν αλλάξει ριζικά. Η καταδίκη στην Ολλανδία είναι πλέον οριστική και αμετάκλητη, πράγμα που σημαίνει ότι η ποινή είναι άμεσα εκτελεστή. Νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι ένα νέο ευρωπαϊκό ένταλμα από την Ολλανδία, αυτή τη φορά για την έκτιση της τελεσίδικης ποινής και όχι απλώς για τη διεξαγωγή δίκης, ενδέχεται να τύχει τελείως διαφορετικής αντιμετώπισης από τα ελληνικά δικαστήρια. Η νομική μάχη αναμένεται σκληρή, καθώς θα κριθεί αν ο εφοπλιστής θα οδηγηθεί τελικά στη φυλακή, αν θα εκτίσει την ποινή του στην Ελλάδα ή αν η ελληνική νομοθεσία θα του προσφέρει για ακόμη μια φορά ασπίδα προστασίας.