Πτώση στο ποσοστό εμβολιασμού παιδιών για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά

Το ποσοστό εμβολιασμού παιδιών στην Αυστραλία στα ορόσημα του ενός, των δύο και των πέντε ετών μειώθηκε για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Παρακολούθησης Εμβολιασμών (NCIRS).

Ειδικά μάλιστα για τα παιδιά έως ενός έτους βρίσκεται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδο εδώ και 12 χρόνια.

«Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, συνεχίζουμε να παρατηρούμε ότι η εμβολιαστική κάλυψη μειώνεται και μειώνεται κάθε χρόνο από το 2020», δήλωσε στο ABC η διευθύντρια του NCIRS, Kristine Macartney.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, από το 2020 έως το 2025, το ποσοστό των παιδιών έως ενός έτους που ήταν πλήρως εμβολιασμένα σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες (up to date) μειώθηκε στο 90,5% (πτώση 4,3% σε πέντε χρόνια).

Για τα παιδιά έως δύο ετών μειώθηκε στο 88,4% (πτώση 3,7%), ενώ για τα παιδιά έως πέντε ετών μειώθηκε στο 92,5% (πτώση 2,3%).

Η NCIRS σχετικά με τους εμβολιασμούς σε όλες τις ηλικιακές ομάδες επισήμανε πως:

Συνεχίζεται η ανησυχητική και διαρκής μείωση της εμβολιαστικής κάλυψης σε παιδιά και εφήβους, με κάπως μεγαλύτερη μείωση να παρατηρείται στους εφήβους σε σύγκριση με τις μικρότερες ηλικιακές ομάδες.

Τα επίπεδα έγκαιρου εμβολιασμού των παιδιών παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα από ό,τι πριν από την πανδημία της COVID-19, ενώ τα εμβόλια που προορίζονται για μεγαλύτερες ηλικίες είναι πιο πιθανό να χορηγηθούν με καθυστέρηση σε σύγκριση με τα εμβόλια που προορίζονται για μικρότερες ηλικίες.

Το 2025, δύο στα πέντε παιδιά έλαβαν την πρώτη δόση του εμβολίου κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς (MMR) με καθυστέρηση, ενώ ένα στα πέντε έλαβαν τη δεύτερη δόση εμβολίου που περιέχει διφθερίτιδα, τέτανο και κοκκύτη (DTP) με καθυστέρηση.

Δύο στους δέκα εφήβους δεν είχαν λάβει δόση εμβολίου κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) έως την ηλικία των 15 ετών, και τρεις στους δέκα δεν είχαν λάβει δόση εμβολίου κατά του μηνιγγιτιδοκοκκικού ACWY για εφήβους έως την ηλικία των 17 ετών.

Ο εμβολιασμός κατά της γρίπης χρηματοδοτείται στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμού (NIP) για παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως κάτω των 5 ετών και ενήλικες ηλικίας 65 ετών και άνω· ωστόσο, η κάλυψη παρέμεινε «υποβέλτιστη» σε όλες τις ηλικιακές ομάδες το 2025.

Η παράλειψη ή η καθυστέρηση των εμβολιασμών ενέχει κίνδυνο σοβαρών ασθενειών. Η ενίσχυση των δραστηριοτήτων εμβολιασμού αναπλήρωσης (catch-up), η αντιμετώπιση των εμποδίων στον εμβολιασμό και η βελτιστοποίηση της ισότητας στην πρόσβαση εξακολουθούν να αποτελούν προτεραιότητες σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.

Η καθηγήτρια Macartney επισήμανε ότι τα δεδομένα ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά.

«Βλέπουμε για πρώτη φορά τώρα ότι η κάλυψη έχει πέσει κάτω από το 90% (για τα παιδιά έως δύο ετών). Ένα στα δέκα παιδιά ηλικίας (αυτής της ηλικίας) δεν έχει κάνει όλα τα εμβόλια που (προβλέπονται και) σώζουν ζωές», είπε.

«Το 2025, υπήρχαν 80.000 παιδιά στην Αυστραλία που δεν είχαν κάνει όλα τα εμβόλιά τους… δημιουργώντας την πιθανότητα να προσβληθούν από μία από αυτές τις τρομερές ασθένειες που, διαφορετικά, θα μπορούσαν να έχουν προληφθεί πλήρως».

Εάν η κάλυψη συνεχίσει να μειώνεται με αυτή την πορεία, «θα δούμε σίγουρα περισσότερους θανάτους από ασθένειες που προλαμβάνονται με εμβόλια», πρόσθεσε η ίδια, μιλώντας στο ABC.

«Δυστυχώς, για πρώτη φορά σε περίπου μια δεκαετία, είδαμε δύο μικρά μωρά να πεθαίνουν από κοκκύτη τα τελευταία δύο χρόνια».

Σύμφωνα με τα στοιχεία, λιγότεροι έφηβοι εμβολιάζονταν επίσης κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), ο οποίος μπορεί να προκαλέσει καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, του στόματος, του πρωκτού και άλλους καρκίνους των γεννητικών οργάνων.

Η καθηγήτρια Macartney είπε ότι η κάλυψη εμβολιασμού εφήβων κατά του HPV έχει μειωθεί στο 78,7% στα κορίτσια και στο 75,6% στα αγόρια — μείωση 7,9 και 9,3 ποσοστιαίων μονάδων, αντίστοιχα, από το 2020, ενώ ο στόχος είναι το 90%.

«Ήμασταν σε καλό δρόμο για να γίνουμε μία από τις πρώτες χώρες που θα εξαλείψουν τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, καθώς και, θα έλεγα, πολλούς από τους άλλους καρκίνους που προκαλεί αυτός ο ιός. Ωστόσο, δεν θα φτάσουμε εκεί αν δεν αυξήσουμε ξανά την προστασία», δήλωσε.

«Η κάλυψη είναι ακόμη χαμηλότερη στους εφήβους των Αβοριγίνων και των νησιωτών του Στενού Τόρες, οι οποίοι παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά καρκίνου του τραχήλου της μήτρας από τον HPV».

Η ίδια τόνισε ότι δεν υπάρχει «ένας και μοναδικός λόγος» για τη μείωση των εμβολιασμών, αλλά υπάρχουν πολύπλοκα ζητήματα σχετικά με την πρόσβαση και την αποδοχή των εμβολίων.

Ανέφερε ότι ορισμένες οικογένειες είχαν άλλες προτεραιότητες, θεωρούσαν δαπανηρό το να μετακινούνται για τα ραντεβού ή ενδέχεται να μην είχαν υπηρεσίες — ή υπηρεσίες κατάλληλες για το πολιτιστικό τους υπόβαθρο — κοντά στα σπίτια τους.

Η «κόπωση» και η δυσπιστία απέναντι στα εμβόλια, που εντάθηκαν κατά τη διάρκεια των περιορισμών λόγω της COVID-19, συμπλήρωσε, ήταν ένας ακόμη παράγοντας.

«Θα ζητούσα από τον κόσμο … να επικεντρωθεί στις πραγματικά ισχυρές επιστημονικές, έγκυρες πληροφορίες σχετικά με τα εμβόλια», υπογράμμισε η καθηγήτρια Μακάρτνι.

Οι ειδικοί Δημόσιας Υγείας «πάλεψαν» επίσης με την παραπληροφόρηση, συμπεριλαμβανομένης αυτής από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Όταν ακούτε αυτού του είδους τα αντιφατικά μηνύματα … και όταν ‘πλημμυρίζουν’ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι κρίσιμο να σταματήσουμε, να κάνουμε μια παύση και να σκεφτούμε πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε».

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ξεκίνησε πέρυσι την Εθνική Στρατηγική Εμβολιασμού για να αντιμετωπίσει τη μείωση των ποσοστών εμβολιασμού των παιδιών.

Η καθηγήτρια Μακάρτνι είπε ότι είναι απαραίτητο η Στρατηγική αυτή να «επιταχυνθεί» και να διαθέτει επαρκείς πόρους.

Επί του ζητήματος, ο υπουργός Υγείας, Mark Butler, τόνισε ότι η κυβέρνηση συνεργάζεται με ειδικούς στον τομέα των εμβολιασμών για να ενισχύσει τα μηνύματα ασφάλειας προς τους γονείς.

Επίσης, ακαταβάλλει προσπάθειες για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και τη βελτίωση της πρόσβασης και της οικονομικής προσιτότητας των εμβολίων.

«Η μείωση των παιδικών εμβολιασμών είναι ανησυχητική. Τα εμβόλια διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην προστασία των παιδιών μας. Κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα», τόνισε ο κ. Butler.

H κυβέρνηση, είπε, επενδύει 600 εκατομμύρια δολάρια στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού για την προμήθεια 31 εμβολίων που καλύπτουν 18 ασθένειες.

«ΚΥΜΑ» ΓΡΙΠΗΣ

Στο μεταξύ, σχεδόν 25.000 κρούσματα γρίπης έχουν ήδη αναφερθεί στην Αυστραλία το 2026 έως τα τέλη Μαρτίου, μια ζοφερή εικόνα του τι μπορεί να φέρει ο χειμώνας φέτος, μετά το «τσουνάμι» κρουσμάτων πέρυσι.

Σύμφωνα δε με τα τελευταία στοιχαία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ABS) για τους θανάτους λόγω οξέων αναπνευστικών λοιμώξεων οι θάνατοι που σχετίζονται με τη γρίπη παραμένουν σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα, με 101 τον Ιανουάριο.

Σημειώνεται ότι από τον Αύγουστο του 2025, ο αριθμός των θανάτων που σχετίζονται με τη γρίπη έχει υπερβεί τον αριθμό των θανάτων που σχετίζονται με την COVID-19.

Το Royal Australian College of GPs (RACGP) απεύθυνε έκκληση προς όλους να κλείσουν ραντεβού για τον ετήσιο εμβολιασμό κατά της γρίπης «τώρα».

Τα νοσοκομεία θέλουν απεγνωσμένα να αποφύγουν μια επανάληψη του 2025, όταν ο υψηλός αριθμός κρουσμάτων γρίπης κατέκλυσε τα τμήματα Επειγόντων Περιστατικών.

Πέρυσι καταγράφηκαν 502.972 εργαστηριακά επιβεβαιωμένες διαγνώσεις και 1.738 θάνατοι – η χειρότερη χρονιά γρίπης για την Αυστραλία.

Το 2025 «ήταν μια φρικτή χρονιά … Αυτό πιθανώς συνέβαλε στην αύξηση της ζήτησης στα νοσοκομεία μας που είδαμε το 2025, και στην απαράδεκτη συσσώρευση ασθενοφόρων που δεν μπορούσαν να παραδώσουν άμεσα τους ασθενείς (ramping) καθώς τα νοσοκομεία δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν», δήλωσε στο 9News ο πρόεδρος του RACGP, Δρ Michael Wright.

«Κανείς δεν θέλει να το ξαναδεί αυτό. Ούτε οι γονείς, ούτε οι κυβερνήσεις που διαχειρίζονται τα δημόσια νοσοκομεία μας».

Ένα νέο μεταλλαγμένο στέλεχος της γρίπης Α (H3N2), που ονομάστηκε «Super-K», εντοπίστηκε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ τον Ιούνιο και οδήγησε στο θάνατο δεκάδων παιδιών.

Το εξαιρετικά μεταδοτικό στέλεχος έχει επιβεβαιωθεί και στην Αυστραλία.

«Περισσότερα από 2.700 από τα κρούσματα γρίπης που έχει καταγράψει η Αυστραλία φέτος αφορούσαν μωρά και παιδιά κάτω των πέντε ετών, τα οποία διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο νοσηλείας και επιπλοκών, ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι προϋπάρχουσες ιατρικές παθήσεις», είπε ο Δρ Wright.

«Όλοι οι ενήλικες πρέπει να κάνουν εμβόλιο κατά της γρίπης κάθε χρόνο, αλλά για αυτά τα μικρά παιδιά, είναι απαραίτητο».

Ορισμένες Πολιτείες προσφέρουν πλέον ενδορρινικά εμβόλια κατά της γρίπης για μικρά παιδιά.

«Τα ενδορρινικά εμβόλια παρέχουν την ίδια προστασία με τα τρέχοντα εμβόλια, αλλά αντικαθιστούν τη βελόνα με ένα ανώδυνο σπρέι»,  εξήγησε ο Δρ Wright.

«Είναι ένας έξυπνος τρόπος για να προστατεύσουμε τα παιδιά από σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίες μπορούν να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες για την υγεία τους».

The post Πτώση στο ποσοστό εμβολιασμού παιδιών για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.