Θρήνος: «Έφυγε» από τη ζωή ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής της Ελλάς, Στράτος Καλογήρου

Ο ποδοσφαιρικός κόσμος της παροικίας —και όχι μόνο— θρηνεί για την απώλεια του Στράτου Καλογήρου, ενός πρώην ποδοσφαιριστή της Ελλάς Μελβούρνης, που διέπρεψε με τα χρώματα της γαλανόλευκης φανέλας.

Δεν διέπρεψε όμως μόνο ως ποδοσφαιριστής, αλλά και ως προπονητής, αφού ανέδειξε μεγάλα ταλέντα με τη Νέα Ελλάς στο Port Melbourne.

Παράλληλα, διακρίθηκε και ως επιχειρηματίας, ως ιδιοκτήτης και διευθυντής σούπερ μάρκετ στο Oakleigh.

Όπως είπε στον «Νέο Κόσμο» συντετριμμένη η κόρη του, Θεοδώρα, ο Στράτος Καλογήρου, που «έφυγε» σε ηλικία 88 ετών, κηδεύτηκε την περασμένη Δευτέρα.

Μεταξύ άλλων η κόρη του ανέφερε στην εφημεριδα μας:

“Όπως πολλοί Έλληνες μετανάστες της εποχής, ο πατέρας μου δεν δίστασε να εργαστεί σκληρά για να προοδεύσει. Ξεκίνησε ως γουναράς, αξιοποιώντας την τέχνη που είχε διδαχθεί στην Ελλάδα, και στη συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στον χώρο του λιανεμπορίου τροφίμων. Με επιμονή και επιχειρηματικό ένστικτο, ανέπτυξε καταστήματα ντελικατέσεν και αργότερα ένα σούπερ μάρκετ στο Oakleigh, με τη συνεργασία του στενού του φίλου, Tony Beris.

Παράλληλα, το ποδόσφαιρο αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Υπήρξε ποδοσφαιριστής της Ελλάς Μελβούρνης κατά τη δεκαετία του 1960 και παρέμεινε ενεργός στον χώρο ως προπονητής. Ξεχωριστό κεφάλαιο στην προσφορά του αποτέλεσε η δημιουργία παιδικής ομάδας στο Port Melbourne, μέσα από την οποία ανέδειξε και καθοδήγησε δεκάδες νέους αθλητές.

Η σχέση του με τους νεαρούς ποδοσφαιριστές ξεπέρασε τα όρια του γηπέδου, μετατρέποντας την προπονητική του δράση σε μια βαθιά ανθρώπινη επένδυση. Πολλοί από αυτούς διατηρούσαν μέχρι σήμερα στενούς δεσμούς μαζί του, μισό αιώνα αργότερα — μια απόδειξη της επιρροής και της προσωπικότητάς του.

Η επαγγελματική και αθλητική του δραστηριότητα τον κατέστησαν ευρέως γνωστό και σεβαστό πρόσωπο στην ελληνική αλλά και την ευρύτερη αυστραλιανή κοινότητα.

Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, ο Στράτος Καλογληρου θα μείνει στη μνήμη όσων τον γνώρισαν ως ένας άνθρωπος ταπεινός, εργατικός και γενναιόδωρος. Αφοσιωμένος στην οικογένειά του, υπήρξε στοργικός σύζυγος, πατέρας και παππούς, αλλά και πιστός φίλος. Το χιούμορ, η δύναμη και η αγάπη του για την κοινότητα και τον αθλητισμό χαρακτήριζαν την καθημερινότητά του.

Αφήνει πίσω του τη σύζυγό του Γεωργία, τα παιδιά του Γιώργο και Θεοδώρα, τους συντρόφους τους, καθώς και τις εγγονές του, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη και την παρακαταθήκη του.

Η παρουσία και η προσφορά του αποτελούν πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής διασποράς στην Αυστραλί”.

.

Για τον Στράτο Καλογήρου, ως προπονητή, ο Phillip Diamataris είπε στον «Νέο Κόσμο»:

«Η ομάδα του Καλογήρου ανέδειξε ποδοσφαιριστές εξαιρετικά υψηλού επιπέδου. Οι περισσότεροι αγωνίστηκαν σε επίπεδο National League σε διάφορους συλλόγους, μεταξύ των οποίων η South Melbourne και η Heidelberg, καθώς και στους Socceroos.

Οι παίκτες του περιλαμβάνουν τους Aki Kotsamihalis, Mehmet Durakovic, Mickey Peterson, Joe Palatsidis (σημερινός βοηθός προπονητή των Matildas), Peter Tsolakis, Con Tangalakis, George Kalogeros και Nick Papanikolaou.

Όλοι συγκεντρώθηκαν τη Δευτέρα για να παραστούν στην κηδεία του προπονητή αυτής της ομάδας – του Στράτου Καλογήρου.

Ήταν πραγματικά μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή για όλους».

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Πριν από πολλά χρόνια, ο Στράτος Καλογήρου είχε παραχωρήσει την ακόλουθη συνέντευξη στον βετεράνο δημοσιογράφο Νίκο Κιτσάκη:

«Γέλασα κι έκλαψα στα γήπεδα της Μελβούρνης», λέει ο Στράτος Καλογήρου, ένας από τους πρωτοπόρους ποδοσφαιριστές που ήρθαν από την Ελλάδα την εποχή του «Χελλένικ».

Τότε παίζαμε μπάλα για τη φανέλα και όχι για τα χρήματα. Όταν έγινε η μεγάλη Ελλάς, τον Σεπτέμβρη του ’59, το θεωρούσα τιμή που έπαιζα με τα κυανόλευκα χρώματα. Ενώ σήμερα, όταν βλέπω ξένους να κάνουν αγγαρεία στο Middle Park, στεναχωριέμαι αφάνταστα για την κατάντια της Ελλάς και του ποδοσφαίρου γενικά.

Μερικοί από τους σημερινούς παίκτες, αν έπαιζαν στην Ελλάς την εποχή του ’60, θα έπρεπε να πληρώνουν για να παίζουν ή θα τα παρατούσαν μόνοι τους. Τότε είχαμε φοβερή ομάδα, δέκα Ελληνόπουλα κι έναν ξένο.

Για να λέμε, όμως, την αλήθεια, το φταίξιμο δεν είναι των παικτών. Όχι μόνο στην Ελλάς, αλλά σε όλες τις ομάδες. Για την κατάντια του ποδοσφαίρου ευθύνονται κι άλλοι.

Είναι απαράδεκτο να βλέπεις σήμερα ντέρμπι Εθνικού Πρωταθλήματος με 4.000 φιλάθλους μόνο.

Θυμάμαι τα παιχνίδια της χρυσής εποχής της Ελλάς, μπροστά σε 20.000 και 25.000 κόσμο, και δακρύζω. Είναι ξεχωριστής σημασίας για μένα το γεγονός ότι έπαιξα σε εκείνη την ομαδάρα. Και είμαι σίγουρος ότι έτσι νιώθουν όλοι οι παλιοί παίκτες.

Συνεχίζοντας τη συζήτηση, ο Στράτος αφηγείται τις μεγάλες στιγμές της καριέρας του και μερικά περιστατικά της εποχής εκείνης.

Τη μεγαλύτερη συγκίνηση στην καριέρα μου την ένιωσα το 1962, όταν η Ελλάς κέρδισε το πρωτάθλημα του State League με προπονητή τον Μανώλη Πουλακάκη. Φαντάζεστε τι έγινε στο γήπεδο όταν κάναμε τον γύρο του θριάμβου. Αυτή ήταν η αρχή μιας χρυσής εποχής που κράτησε μέχρι τα χρόνια του Νεστορίδη, 1966–67. Τα πρωταθλήματα εκείνα είχαν εθνική σημασία, γιατί όλες οι ομάδες έπαιζαν με παίκτες από τη χώρα τους. Κι όλα τα παιχνίδια ήταν πραγματικά ντέρμπι.

Θυμάμαι το ματς με τη Γιουβέντους στο Olympic Park (1-0), με σκόρερ τον Μπούλη Καμβουρόπουλο, που είχε έρθει 10 ημέρες νωρίτερα από τους «μπέμπηδες» του Ολυμπιακού.

Το γήπεδο κατάμεστο, πάνω από 25.000 φίλαθλοι να φωνάζουν ασταμάτητα. Οι δικοί μας «αέρα… αέρα, πάνω τους παιδιά» και από την άλλη πλευρά οι Ιταλοί με το «φόρτσα Τζούβε», λες και έπαιζε Ελλάδα – Ιταλία.

Επίσης, άλλα μεγάλα παιχνίδια γίνονταν με την Πολωνία, τη Γουλελμίνα, το George Cross και την Τζαστ. Έπρεπε να φτύσεις αίμα για να κερδίσεις.

Ο δυσκολότερος αντίπαλος που συνάντησα όλα τα χρόνια που έπαιξα μπάλα ήταν ο Τόμι Στάνκοβιτς της Τζαστ. Ε, λοιπόν, αυτός ο κοντός εξτρέμ δεν πιανόταν με τίποτε. Τέτοιο παίκτη δεν ξαναείδα. Ήταν άλλο πράγμα. Ζωγράφιζε με την μπάλα στα πόδια του.

Δύο ωραία περιστατικά που αξίζει τον κόπο να τα πω είναι τα εξής: το πρώτο συνέβη σε αγώνα με το Melbourne. Σε μία κάθοδο των αντιπάλων, ένας Ούγγρος παικταράς έπιασε ένα ξερό σουτ έξω από την περιοχή, σαν ρουκέτα. Γυρίζοντας να δω την μπάλα, βλέπω τον τερματοφύλακά μας, Καρπουζά, να πετάγεται στην πορεία της, έτοιμος να αποκρούσει. Αλλά έμεινε εκεί στην εκτίναξη, πιάνοντας αέρα! Η μπάλα έσκασε στον αέρα και καρφώθηκε στην άλλη γωνία του τέρματος. Ο διαιτητής έδειξε κατευθείαν τη σέντρα. Ο Καρπουζάς, απορώντας πώς έφαγε το γκολ, πήγε να μαζέψει νευριασμένος την μπάλα από τα δίχτυα, αλλά τη βρήκε ξεφούσκωτη. Τελικά το γκολ ακυρώθηκε.

Το δεύτερο, όσο απίστευτο και αν φαίνεται, εντούτοις είναι πραγματικότητα. Παίζαμε στο Middle Park με τη Χακόα. Έγινε μια γρήγορη φάση στην περιοχή των αντιπάλων. Ο Χατζηλευθερίου βρέθηκε σε θέση βολής και σούταρε δυνατά, τρέχοντας ταυτοχρόνως προς το τέρμα. Η μπάλα —όλοι την είδαν— πέρασε πάνω από το δοκάρι, ενώ αυτός, με τη φόρα που είχε, κρεμάστηκε από τα δίχτυα, που σχίστηκαν σ’ ένα μέρος από το βάρος του. Κατευθείαν ο πονηρός Χατζηλευθερίου έπιασε τον διαιτητή και προσπαθούσε να τον πείσει ότι η μπάλα βγήκε έξω από τα σχισμένα δίχτυα! Και στο τέλος τα κατάφερε να κερδίσει το γκολ που δεν ήταν γκολ.

Ο Στράτος Καλογήρου, αριστερά, σε ματς της Ελλάς με τη Γιουβέντους, παρουσία 25.000 θεατών στο Olympic Park

Θυμάμαι και μια άλλη περίπτωση, άτυχη για μένα και για την Ελλάς.

Την παραμονή ενός αγώνα με το Melbourne, ονειρεύτηκα ότι θα χάναμε 2-0, εγώ θα τραυματιζόμουν και ο Γιανέλλος θα χτυπούσε πέναλτι άουτ. Την άλλη μέρα διηγήθηκα το όνειρό μου στον Τάκη Ξανθόπουλο, λίγο πριν ξεντυθούμε στα αποδυτήρια.

Ο Τάκης, που συνέβαινε να χτυπά και τα πέναλτι της ομάδας, έβαλε τα γέλια. «Στράτο», μου είπε, «μόνο οι γριούλες πιστεύουν στα όνειρα». Το αποτέλεσμα; Χάσαμε 2-0, εγώ κατέληξα στο νοσοκομείο και ο Γιανέλλος χτύπησε πέναλτι άουτ!

Ένα ακόμη περιστατικό από τις θύμησες του Στράτου. Αυτή τη φορά με ουρανοκατέβατο παίκτη.

Παίζαμε με την Πολωνία, στο Olympic Park. Πρώτα έριξε δύο μπάλες στο γήπεδο και μετά προσγειώθηκε ακριβώς στη σέντρα. Βγήκαν δύο κοπέλες ντυμένες με εθνικές ενδυμασίες της Πολωνίας και μετά βλέπουμε έναν παίκτη με το Νο. 10 στη φανέλα. Οι Πολωνοί φίλαθλοι χάλασαν τον κόσμο με τα χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές. Εμείς δεν είχαμε ιδέα περί τίνος πρόκειται. Ποιος να φανταζόταν ότι η Πολωνία θα κατέβαζε ουρανοκατέβατα ποδοσφαιριστή. Ήταν ο διεθνής Ζιεντάρα, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της Πολωνίας και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Δυστυχώς όμως το ντεμπούτο του Ζιεντάρα στην Αυστραλία είχε άδοξο τέλος.

Τον καθάρισε στο πρώτο δεκάλεπτο του αγώνα ένας δικός μας χαφ, ο Ούγγρος Γκέρτνερ. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι κερδίσαμε με 4-1.

Στην Ελλάς έπαιξα έξι χρόνια, λέει ο Στράτος, φορώντας τη φανέλα με το νούμερο 2. Στις αρχές της σεζόν του 1966, όταν ήρθε στην Ελλάς ο Νεστορίδης ως προπονητής και παίκτης, πήρα την απόφαση να κρεμάσω τα παπούτσια μου και τη θέση μου πήρε ο Λάκης Λιτόπουλος, ένας μεγάλος αμυντικός από τον ΠΑΟΚ Θεσσαλονίκης.

Ο ίδιος, καταλήγοντας, μου είπε:

«Μπορεί να μην ήμουν από τα πρώτα ονόματα της ομάδας που κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα επί των ημερών μου, ήμουν όμως δυναμικός και γρήγορος παίκτης και τα έδινα όλα μέσα στο γήπεδο για τη φανέλα και όχι για τα χρήματα.

Θυμάμαι ο Γιανέλλος Μαργαρίτης και ο Μπούλης Καμβουρόπουλος, που είχαν έρθει στην Ελλάς από μεγάλες ομάδες, ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό, μου έλεγαν: “Στράτο, να είχαμε τη δύναμή σου”. Κι εγώ τους απαντούσα: “Να είχα την τέχνη σας…”».

Παίκτες που ανέδειξε ο Στράτος Καλογήρου στην κηδεία του. Φωτογραφίες: Supplied
Η ομάδα της “Νέας Ελλάς” που προπονούσε ο Στράτος Καλογήρου
Καλογήρου και Κουρκουλάκος στο παλιό γήπεδο της Ελλάς, στο Middle Park
Ο Στράτος Καλογήρου, όρθιος αριστερά, με την Ελλάς το 1966, λίγο πριν αναλάβει την ομάδα ο Κ. Νεστορίδης
Ο Στράτος Καλογήρου, αριστερά, σε ματς της Ελλάς με τη Γιουβέντους, παρουσία 25.000 θεατών στο Olympic Park

The post Θρήνος: «Έφυγε» από τη ζωή ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής της Ελλάς, Στράτος Καλογήρου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.