Τα παιδιά ηλικίας 12 έως 13 ετών διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν προβλήματα ψυχικής υγείας από την έντονη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με νέα αυστραλιανή μελέτη να καταγράφει ανησυχητική κάμψη στην ψυχική τους ευεξία μέσα σε μόλις έναν χρόνο.
Πρόκειται για τα ευρήματα δεκαετούς μελέτης, υπό την καθοδήγηση του Murdoch Children’s Research Institute και δημοσιευμένης στο Medical Journal of Australia, η οποία εξέτασε τη συμπεριφορά και την ψυχική υγεία σχεδόν 1.200 παιδιών στη Μελβούρνη.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στις ηλικίες 12 έως 13 ετών οι κίνδυνοι από τη χρήση των social media για δύο ώρες ή περισσότερο την ημέρα αυξάνονται απότομα, ιδιαίτερα στα κορίτσια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, τα κορίτσια ηλικίας 12 έως 13 ετών που χρησιμοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τουλάχιστον δύο ώρες την ημέρα είχαν, έναν χρόνο αργότερα, αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν έντονα καταθλιπτικά συμπτώματα και χαμηλότερα επίπεδα ψυχικής ευεξίας.
Η διαφορά αντιστοιχούσε σε περίπου 11 επιπλέον περιπτώσεις ανά 100 κορίτσια, σε σύγκριση με συνομήλικές τους που περνούσαν λιγότερο από μία ώρα την ημέρα στα social media.
Η Δρ Nandi Vijayakumar, γνωστική νευροεπιστήμονας στο Deakin University και επικεφαλής ερευνήτρια της μελέτης, δήλωσε ότι ο κίνδυνος κορυφώνεται στην πρώιμη εφηβεία για μια σειρά από λόγους, μεταξύ των οποίων η έναρξη της εφηβείας και η περίοδος κατά την οποία, ιδιαίτερα τα κορίτσια, γίνονται πιο ευαίσθητα στην αποδοχή ή τον αποκλεισμό από τους συνομηλίκους τους.
«Είναι η περίοδος κατά την οποία οι νέοι αρχίζουν συνήθως να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μαθαίνουν πώς να κινούνται σε αυτό το περιβάλλον και να διαχειρίζονται τις διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και μια περίοδος ταχείας ανάπτυξης του εγκεφάλου και σημαντικών κοινωνικών αλλαγών», ανέφερε η Δρ Vijayakumar.
Η ίδια πρόσθεσε ότι τα τμήματα του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνα για τη ρύθμιση των συναισθημάτων εξακολουθούν να ωριμάζουν σε αυτή την ηλικία, γεγονός που σημαίνει ότι οι έφηβοι μπορεί να είναι λιγότερο έτοιμοι να διαχειριστούν τις πιο δύσκολες πλευρές των social media, όπως οι κοινωνικές συγκρίσεις και ο εκφοβισμός.
«Παρότι οι επιπτώσεις σε ατομικό επίπεδο ήταν μέτριες, επειδή η χρήση των social media είναι τόσο διαδεδομένη στους εφήβους, ακόμη και μια μικρή αύξηση του κινδύνου μπορεί να έχει ουσιαστικές συνέπειες σε επίπεδο πληθυσμού», είπε.
Αν και τα ευρήματα προκαλούν ανησυχία στους γονείς, οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη ανέδειξε και ένα κρίσιμο ηλικιακό παράθυρο για έγκαιρη παρέμβαση.
Η έφηβη Lauren Linton από τη Μελβούρνη ήταν 12 ετών όταν η πόλη εισήλθε σε καθεστώς lockdown κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, με αποτέλεσμα η χρήση του διαδικτύου και των social media να αυξηθεί κατακόρυφα. Η επικοινωνία με τους φίλους της γινόταν πλέον κυρίως μέσω εφαρμογών όπως το Snapchat, κάτι που, όπως λέει, ήταν δύσκολο και ενίσχυσε το άγχος της.
«Θυμάμαι ότι υπήρχε αρκετός εκφοβισμός και δράμα. Κάποια κορίτσια έφτιαχναν ομαδικές συνομιλίες και άφηναν άλλα κορίτσια απ’ έξω», είπε η Linton.
«Σε εκείνη την ηλικία είσαι τόσο μικρός. Δεν καταλαβαίνεις πραγματικά πόσο μεγάλη επίδραση μπορεί να έχει σε κάποιον το να τον αποκλείεις έτσι, σε μια ηλικία που το μόνο που θέλεις είναι να νιώθεις ότι ανήκεις».
Η Linton και η φίλη της Kyra Prosser μεγάλωσαν χρησιμοποιώντας social media.
Όπως λένε, όσο μεγάλωναν έγινε πιο εύκολο να τα διαχειρίζονται, ενώ εξακολουθούν να περνούν αρκετές ώρες την ημέρα σε Snapchat, TikTok και Instagram.
Και οι δύο αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν θετικές και αρνητικές πλευρές.
«Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ήταν ο μόνος τρόπος να μείνουμε σε επαφή», είπε η Prosser.
«Τώρα εξακολουθούμε να τα χρησιμοποιούμε συνέχεια, για να μιλήσουμε ή να κανονίσουμε να βρεθούμε».
Η μελέτη διαπίστωσε ότι και τα αγόρια ηλικίας 12 έως 13 ετών παρουσίαζαν επιδείνωση της ψυχικής τους υγείας όταν χρησιμοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για περισσότερες από δύο ώρες την ημέρα.
Οι ερευνητές κατέγραψαν περίπου επτά επιπλέον περιπτώσεις έντονων καταθλιπτικών συμπτωμάτων και χαμηλότερα επίπεδα ψυχικής ευεξίας ανά 100 αγόρια, σε σύγκριση με εκείνα που περιόριζαν τον χρόνο τους στο διαδίκτυο σε λιγότερο από μία ώρα ημερησίως.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στα έτη 2015 έως 2021, όταν τα παιδιά ήταν ηλικίας 12 έως 18 ετών.
Τα ευρήματα δημοσιοποιούνται έξι μήνες μετά την εισαγωγή στην Αυστραλία της αμφιλεγόμενης απαγόρευσης χρήσης social media για παιδιά κάτω των 16 ετών, σε μια περίοδο που συνεχίζεται η συζήτηση για το αν το μέτρο έχει πράγματι συμβάλει στην προστασία των νέων στο διαδίκτυο.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι πολλοί έφηβοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τα social media και ότι οι περιορισμοί είναι δύσκολο να εφαρμοστούν.
Την ίδια ώρα, η Επίτροπος eSafety της Αυστραλίας, Julie Inman Grant, διαφοροποιήθηκε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, λέγοντας ότι «δεν είναι ιδιαίτερα ενθουσιασμένη» με την απαγόρευση και ότι βασίστηκε σε νομοθεσία που συντάχθηκε «πολύ βιαστικά».
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απαγόρευση δεν έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς περίπου το 70% των παιδιών που είχαν λογαριασμούς σε Snapchat, TikTok, Instagram, Facebook και YouTube πριν από την εφαρμογή της εξακολουθούν να τους χρησιμοποιούν.
Η Prosser, η οποία έκλεισε τα 18 τον Μάρτιο, είπε ότι η μητέρα της είχε επιβάλει χρονικό όριο στη χρήση του κινητού της, με τις εφαρμογές να κλείνουν αυτόματα μετά από τρεις ώρες.
Ωστόσο, όπως ανέφερε, οι περισσότεροι έφηβοι κάτω των 16 ετών που γνωρίζει έχουν βρει τρόπους να παρακάμπτουν την απαγόρευση.
Παρότι η μελέτη έδειξε ότι όλα τα παιδιά στην πρώιμη εφηβεία θεωρούνται πιο ευάλωτα στις ηλικίες 12 έως 13 ετών, η ψυχολογική δυσφορία φαίνεται να εκδηλώνεται με ελαφρώς διαφορετικούς τρόπους.
Στα κορίτσια ηλικίας 12 έως 13 ετών, η υπερβολική ενασχόληση με τα social media συνδέθηκε με τον μεγαλύτερο συνολικό κίνδυνο εμφάνισης αισθημάτων κατάθλιψης, άγχους και χαμηλής ψυχικής ευεξίας.
Ωστόσο, τα αγόρια της ίδιας ηλικίας που περνούσαν πολλές ώρες την ημέρα στο διαδίκτυο παρουσίασαν ελαφρώς μεγαλύτερη αύξηση στον κίνδυνο αυτοτραυματικών συμπεριφορών σε σχέση με τα κορίτσια, παρότι τα κορίτσια εμφανίζουν γενικά υψηλότερο κίνδυνο αυτοτραυματισμού κατά το μεγαλύτερο μέρος της εφηβείας.
Η Δρ Vijayakumar δήλωσε ότι τα αποτελέσματα ενισχύουν την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην πρώιμη εφηβεία ως κρίσιμη περίοδο παρέμβασης.
«Η πρώιμη εφηβεία ξεχωρίζει ως μια περίοδος κατά την οποία τα υψηλότερα επίπεδα χρήσης των social media συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο προβλημάτων ψυχικής υγείας έναν χρόνο αργότερα», είπε.
«Παρότι οι αυξήσεις του κινδύνου στη μελέτη μας ήταν μέτριες, ακόμη και μικρές επιδράσεις μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία όταν μεγάλος αριθμός νέων εκτίθεται σε αυτές. Γι’ αυτό η πρώιμη εφηβεία μπορεί να είναι η βασική περίοδος για παρέμβαση».
Η ίδια σημείωσε, ωστόσο, ότι ο κίνδυνος δεν εξαφανίζεται μετά την πρώιμη εφηβεία, γεγονός που δείχνει ότι οι περιορισμοί με βάση την ηλικία από μόνοι τους ενδέχεται να μην είναι αρκετοί.
Η καθηγήτρια Susan Sawyer του Murdoch Children’s Research Institute, η οποία επίσης ήταν επικεφαλής της μελέτης, δήλωσε ότι τα ευρήματα στηρίζουν την ανάγκη για μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση στις πολιτικές για τα social media.
«Οι ανησυχίες για την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ψυχική υγεία των εφήβων έχουν τροφοδοτήσει δημόσιες και πολιτικές συζητήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο και οδήγησαν στην πρωτοποριακή νομοθεσία της Αυστραλίας», είπε.
«Ωστόσο, τα ισχυρά στοιχεία για τις επιπτώσεις σε επίπεδο πληθυσμού παρέμεναν περιορισμένα, κάτι που καθιστά τα ευρήματά μας ιδιαίτερα σημαντικά».
Η καθηγήτρια Sawyer σημείωσε ότι πολλοί έφηβοι αναφέρουν και θετικές εμπειρίες από τα social media, όπως την αίσθηση του ανήκειν και της αυτοέκφρασης.
Ωστόσο, τα υψηλά ποσοστά προβλημάτων ψυχικής υγείας, ο διαδικτυακός εκφοβισμός και η έκθεση σε επιβλαβές διαδικτυακό περιεχόμενο έχουν προκαλέσει ευρεία ανησυχία.
Όπως ανέφερε, για τους περισσότερους νέους, η καθημερινή χρήση των social media για πάνω από δυόμισι ώρες αποτελεί πλέον τον κανόνα.
«Τα αποτελέσματά μας δεν δείχνουν ότι τα social media είναι καθολικά επιβλαβή, αλλά δεν είναι και χωρίς κινδύνους», είπε η καθηγήτρια Sawyer.
«Ενισχύουν την ανάγκη για ηλικιακά κατάλληλα όρια, καλύτερα προγράμματα εκπαίδευσης και ψηφιακού γραμματισμού, καθώς και πιο ξεκάθαρη καθοδήγηση προς τους γονείς».
Ο Daniel Donahoo, από την οργάνωση κατά του σχολικού εκφοβισμού Project Rockit, δήλωσε ότι, ενώ τέτοιες διαχρονικές μελέτες είναι κρίσιμες για τη λήψη αποφάσεων από τις ρυθμιστικές αρχές, υπάρχει ο κίνδυνος να υποτιμηθεί το πόσο συνειδητοποιημένοι και ενημερωμένοι είναι οι ίδιοι οι νέοι.
«Συχνά αντιμετωπίζουμε τους νέους σαν να μη σκέφτονται ενεργά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τα social media, αλλά από την εμπειρία μας με εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές στα σχολεία, βλέπουμε ότι στην πραγματικότητα σκέφτονται πολύ βαθιά και κριτικά γι’ αυτό», είπε.
«Σκέφτονται επίσης ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η τεχνητή νοημοσύνη. Είναι πραγματικά δύσκολο να είσαι νέος άνθρωπος σήμερα, αλλά φαίνεται ότι κατανοούν την πολυπλοκότητα του κόσμου τους».
The post Social media και ψυχική υγεία: Πιο ευάλωτοι οι έφηβοι 12 έως 13 ετών appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.