ΑιθεραιθεΥΠΑΡΧΟΥΝ δύο πράγματα που συμβαίνουν με μαθηματική ακρίβεια στην Αυστραλία.
Το πρώτο είναι ότι μόλις πέσουν τρεις σταγόνες βροχής, τα δελτία ειδήσεων μιλούν για ακραία καιρικά φαινόμενα.
Το δεύτερο είναι ότι κάθε φορά που ξεσπά μια μεγάλη συζήτηση για τη μετανάστευση, τον Πολυπολιτισμό ή την κοινωνική συνοχή, όλοι θυμούνται τον «Νέο Κόσμο».
ΞΑΦΝΙΚΑ, δημοσιογράφοι, σχολιαστές, πολιτικοί, αναλυτές, καθηγητές και πάσης φύσεως ειδικοί αισθάνονται την ανάγκη να μάθουν τι λέει η ελληνική παροικία.
Και πού θα το μάθουν;
Στον «Νέο Κόσμο».
Δεν ξέρω αν πρέπει να αισθανόμαστε υπερήφανοι ή να ζητήσουμε πνευματικά δικαιώματα.
ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ημέρες γίναμε περίπου εθνικό θέμα συζήτησης. Άλλοι μας επαίνεσαν. Άλλοι μας επέκριναν. Άλλοι μας ανακάλυψαν ξανά, λες και εμφανιστήκαμε χθες.
Ο Andrew Bolt μας έριξε τα βέλη του.
Ο Bill Shorten, από την άλλη, μίλησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια (7.30 Report, ABC).
ΚΑΙ ΚΑΠΟΥ ανάμεσα στους δύο βρίσκεται η αλήθεια: όταν σε χτυπούν οι μεν και σε χειροκροτούν οι δε, μάλλον κάτι κάνεις σωστά.
Γιατί η δουλειά μιας εφημερίδας δεν είναι να γίνεται αρεστή σε όλους.
Αν συμβαίνει αυτό, μάλλον γράφει ωροσκόπια.
Η ΔΟΥΛΕΙΑ της είναι να λέει αυτά που πιστεύει και να δίνει βήμα σε μια κοινότητα που εδώ και δεκαετίες αποτελεί μέρος της αυστραλιανής ιστορίας.
Και ας μην κρυβόμαστε.
Όταν τα μεγάλα αυστραλιανά μέσα θέλουν να μετρήσουν τον παλμό της ελληνικής παροικίας, δεν ψάχνουν στο TikTok ούτε στους αυτόκλητους «εκπροσώπους» του Facebook που έχουν τρεις ακόλουθους, δύο ψεύτικα προφίλ και τέσσερις θεωρίες συνωμοσίας.
Ψάχνουν στον «Νέο Κόσμο».
ΓΙΑΤΙ η αξιοπιστία δεν αγοράζεται.
Χτίζεται.
Και συνήθως χτίζεται πιο αργά κι από ελληνικό δημόσιο έργο.
ΜΙΛΩΝΤΑΣ όμως για ιστορία, αυτές τις μέρες γιόρτασε και το SBS.
Πενήντα και πλέον χρόνια από τότε που άνοιξαν τα μικρόφωνα του 3EA.
Και είναι ωραίο να θυμόμαστε πώς ξεκίνησαν όλα.
ΣΗΜΕΡΑ οι νεότεροι θεωρούν αυτονόητο ότι ανοίγουν το κινητό τους και ακούν ειδήσεις σε δεκάδες γλώσσες.
Το θεωρούν τόσο φυσιολογικό όσο το Wi-Fi.
Δεν αντιλαμβάνονται όμως ότι κάποτε τίποτα από αυτά δεν υπήρχε.
Υπήρχε μόνο μια χούφτα ανθρώπων με όραμα, πείσμα και αρκετή τρέλα ώστε να πιστεύουν ότι οι μετανάστες είχαν δικαίωμα να ακούνε τη γλώσσα τους.
Ο ΤΑΚΗΣ Γκόγκος, εκ των ιδρυτών του «Νέου Κόσμου», ήταν ένας από αυτούς.
Και αν διαβάσει κανείς την αφήγηση της Αμαλίας Τραβασάρου, (στον «Νέο Κόσμο» της περασμένης Πέμπτης) αντιλαμβάνεται ότι η ιστορία του SBS δεν γράφτηκε σε πολυτελή γραφεία.
Γράφτηκε σε αυτοσχέδιους χώρους.
Με τραμ να περνούν απ’ έξω.
Με τεχνικά προβλήματα.
Με αγωνία.
Με εθελοντές.
ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που δεν πληρώνονταν για να πιστεύουν σε ένα όραμα.
Το πίστευαν γιατί ήξεραν ότι ήταν αναγκαίο.
Σήμερα ζούμε στην εποχή όπου κάποιος θυμώνει επειδή το βίντεο στο κινητό του καθυστερεί δύο δευτερόλεπτα να φορτώσει.
ΤΟΤΕ οι άνθρωποι έκαναν εκπομπές χωρίς στούντιο.
Και όταν περνούσε το τραμ ξανάρχιζαν από την αρχή.
Αυτό λέγεται αφοσίωση.
Ή τρέλα.
Στην πραγματικότητα συνήθως είναι το ίδιο πράγμα.
ΠΑΜΕ τώρα σε ένα άλλο φαινόμενο που αξίζει κοινωνιολογικής μελέτης.
Οι παλιοί και οι νέοι παράγοντες της παροικίας.
Οι παλιοί έχουν χοληστερίνη.
Οι νέοι έχουν boarding pass.
Οι παλιοί περνούσαν τα Σαββατοκύριακα ψήνοντας λουκάνικα σε μπαρμπεκιού για να χτίσουν εκκλησίες, σχολεία, γηροκομεία και κοινοτικά κέντρα.
Οι νέοι (για κάποιους παράγοντες μιλάμε πάντα) περνούν τα Σαββατοκύριακα ψάχνοντας φθηνά εισιτήρια για Μπαλί, Τόκιο, Βαρκελώνη ή Μύκονο. Δήθεν για τις ανάγκες των φορέων που εκπροσωπούν.
Οι παλιοί αποταμίευαν.
Οι νέοι συλλέγουν εμπειρίες.
Οι παλιοί ήθελαν ένα ακλινητο για τους συλλόγους τους.
Οι νέοι (για κάποιους παράγοντες μιλάμε πάντα, όχι για όλους τους νέους και όχι για όλους τους νέους παράγοντες) θέλουν ένα Instagram story.
ΚΑΙ ΠΡΙΝ αρχίσουν οι νεότεροι να διαμαρτύρονται, να πω ότι δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό.
Απλώς είναι διαφορετικό.
Μόνο που καμιά φορά αναρωτιέμαι τι θα έλεγαν εκείνοι οι πρώτοι μετανάστες αν έβλεπαν πόσα χρήματα ξοδεύονται σήμερα για τριήμερα, αεροπορικά εισιτήρια και καφέδες με αφρό σε σχήμα καρδιάς και τα οποία χρεώνονται σε φορείς;
Πιθανότατα θα πάθαιναν δεύτερο έμφραγμα.
Το πρώτο το έπαθαν όταν είδαν τις τιμές των σπιτιών.
ΚΑΙ ΤΩΡΑ στο αγαπημένο μας θέμα.
Το Facebook.
Το μοναδικό μέρος στον Κόσμο όπου ο καθένας μπορεί να γίνει συνταγματολόγος, διεθνολόγος, εισαγγελέας, καρδιοχειρουργός και προπονητής ποδοσφαίρου μέσα σε πέντε λεπτά.
Η υπόθεση Δαλαμάγκα έφερε στην επιφάνεια για άλλη μια φορά τη σχολή σκέψης «ξέρω τα πάντα χωρίς να έχω διαβάσει τίποτα».
Κάποιοι βρίζουν την Αυστραλία.
Άλλοι βρίζουν την Ελλάδα.
Άλλοι βρίζουν γενικώς γιατί η βρισιά είναι η μοναδική τους μορφή επιχειρήματος.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ όμως είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Ελλάδα δεν αρνήθηκε την έκδοση επειδή συμφωνεί με το έγκλημα.
Ούτε επειδή υποστηρίζει τον κατηγορούμενο.
Υπάρχουν νομικοί λόγοι.
Υπάρχει συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο.
Υπάρχουν διαδικασίες.
Υπάρχει η έννοια της παραγραφής.
Υπάρχει το ζήτημα της υπηκοότητας.
Υπάρχουν δικαστικές ερμηνείες.
ΑΛΛΑ ΠΟΙΟΣ να τα εξηγήσει αυτά στο Facebook;
Εκεί όπου το σύνθημα είναι «μην αφήνεις τα γεγονότα να χαλάσουν μια καλή άποψη».
Η πιο εύστοχη παρατήρηση ήρθε από την αδελφή του θύματος.
Αν το θύμα ήταν δικός τους άνθρωπος, θα είχαν την ίδια άποψη;
Είναι ένα ερώτημα που αξίζει να το σκεφτούμε όλοι.
ΓΙΑΤΙ είναι εύκολο να μιλάς θεωρητικά για τη δικαιοσύνη.
Πολύ πιο δύσκολο όταν η ιστορία χτυπά τη δική σου πόρτα.
ΤΕΛΙΚΑ, όλα όσα συνέβησαν αυτές τις μέρες έχουν έναν κοινό παρονομαστή.
Τη μνήμη.
Τη συλλογική μνήμη μιας παροικίας που πολλές φορές ξεχνά πόσο δρόμο έχει διανύσει.
Από τη «Λευκή Αυστραλία» στον Πολυπολιτισμό.
Από τα εργοστάσια στα πανεπιστήμια.
Από τα καράβια στα αεροπλάνα.
Από το 3EA στο ψηφιακό SBS.
Από τα μπαρμπεκιού των εράνων στα hashtags των κοινωνικών δικτύων.
Ο ΚΟΣΜΟΣ άλλαξε.
Η τεχνολογία άλλαξε.
Οι γενιές άλλαξαν.
Αλλά κάποια πράγματα παραμένουν ίδια.
Η ανάγκη να ακουστεί η φωνή της παροικίας.
Η ανάγκη να υπάρχει δημόσιος διάλογος.
Η ανάγκη να θυμόμαστε από πού ξεκινήσαμε.
ΚΑΙ ΙΣΩΣ αυτός να είναι ο λόγος που κάθε φορά που η Αυστραλία συζητά για τον Πολυπολιτισμό, για τη μετανάστευση ή για τη θέση των κοινοτήτων στην κοινωνία, στρέφεται ξανά στον «Νέο Κόσμο».
Όχι επειδή είμαστε οι πιο θορυβώδεις.
Αυτόν τον τίτλο τον κέρδισε άλλος αυτές τις μέρες.
ΑΛΛΑ ΕΠΕΙΔΗ, ύστερα από δεκαετίες, εξακολουθούμε να είμαστε μια φωνή που ακούγεται.
Και, όπως φαίνεται, αρκετές φορές ακούγεται πιο δυνατά απ’ όσο θα ήθελαν ορισμένοι.
Που, μεταξύ μας, είναι ίσως το ωραιότερο κομπλιμέντο για μια εφημερίδα.
ΤΕΛΟΣ: Διαβάζοντας το εύστοχο σχόλιο του κ. Καραμάρκου, (στον «Νέο Κόσμο» της περασμένης Πέμπτης) γεννιέται η εξής απορία: μήπως στην καινούργια πολιτική πυξίδα του Αλέξη Τσίπρα οι Έλληνες της Διασποράς βρίσκονται κάπου πέρα από τον Βόρειο Πόλο, σε περιοχή που δεν πιάνει το GPS;
Διότι είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Στην ιδρυτική διακήρυξη της νέας του κίνησης χωρούν η κλιματική αλλαγή, η τεχνητή νοημοσύνη, η κοινωνική δικαιοσύνη, η γεωπολιτική, οι νέες τεχνολογίες και πιθανότατα η ζωή στον Άρη. Δεν χώρεσαν όμως οι εκατομμύρια Έλληνες που ζουν εκτός Ελλάδας.
Ίσως οι ομογενείς να έπεσαν θύματα… πολιτικού αλγορίθμου. Ίσως κάποιος να πάτησε κατά λάθος το «delete». Ίσως πάλι να θεωρήθηκε ότι η Μελβούρνη, το Σίδνεϊ, η Νέα Υόρκη, το Τορόντο και το Γιοχάνεσμπουργκ είναι απλώς εξωτικά θέρετρα και όχι ζωντανά κύτταρα του Ελληνισμού.
ΒΕΒΑΙΑ, υπάρχει και η αισιόδοξη εκδοχή. Να μην πρόκειται για αδιαφορία αλλά για καθυστέρηση. Να ανακαλύψει δηλαδή η ΕΛΑΣ τους απόδημους όπως οι μεγάλοι εξερευνητές ανακάλυπταν νέες ηπείρους: χρόνια αφότου υπήρχαν.
Μέχρι τότε, οι Έλληνες του εξωτερικού μπορούν να παρηγορούνται με τη σκέψη ότι παραμένουν κάτι σπάνιο στην ελληνική πολιτική ζωή: αρκετά σημαντικοί για να στέλνουν δισεκατομμύρια στην ελληνική οικονομία, αρκετά σημαντικοί για να διαφημίζονται σε κάθε εθνική επέτειο, αλλά όχι αρκετά σημαντικοί για να χωρέσουν σε μια ιδρυτική διακήρυξη.
Κρίμα. Γιατί αν ο Ελληνισμός είναι πράγματι παγκόσμιος, δεν μπορείς να μιλάς για το μέλλον του έθνους κρατώντας εκτός κάδρου το ένα τρίτο του. Εκτός βέβαια αν πιστεύεις ότι ο κόσμος τελειώνει κάπου λίγο μετά τα διόδια της Ελευσίνας…
Τ.Τ.
The post Πολυπολιτισμός και “Νέος Κόσμος” appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.