
Η έκφραση «Η ψυχή της παράταξης» μάλλον είναι ένας ακόμα ορισμός του λαϊκισμού, αν δεν καθορίσουμε τι σημαίνει «ψυχή» και τι σημαίνει «παράταξη» – για τον επιπλέον λόγο ότι η σωτηρία της ψυχής «είναι πολύ μεγάλο πράγμα», μια έκφραση άτυχη, βέβαια, διότι πράγμα και ψυχή μάλλον είναι κάπως ασύμβατα. Αλλά τι είναι συμβατό και με ποιον;
Εκτός όταν λέει κάποιος «ψυχή» της (όποιας) παράταξης εννοεί τον μεγαλειώδη εαυτό του σε ακόμα μία κρίση μετριοπάθειας. Τι είναι λοιπόν η ψυχή και γιατί της παράταξης κι όχι του κόμματος;
Εδώ είναι το ζουμί, διότι η όποια παράταξη, κι εφόσον αυτή θεωρούμε ότι υπάρχει ως μετρητό μέγεθος, είναι κάτι ευρύτερο και πιο ρευστό του συγκεκριμένου κόμματος. Αν και ούτε το κόμμα είναι σταθερό, αλλά η παράταξη είναι πιο ροϊκή και διαφεύγουσα: κορυδαλλός μέσ’ στον καθρέφτη του χρόνου.
Αυτό, λοιπόν, που λέμε «παράταξη» είναι μέγεθος νοητό, ρευστό, μεταλλασσόμενο. Είναι μια λέξη που λέει κάποιος εννοώντας κάτι που ίσως δεν καταλαβαίνει ούτε ο ίδιος, διότι δεν είναι κάτι στατικό. Είναι μια διάθεση, μια άποψη ενός αριθμού πολιτών, μια στάση πολιτικής εύνοιας προς ένα κόμμα, προς ένα σύνολο ιδεών, προς ένα πρόσωπο, μια πολιτική στάση, όχι όμως κρυσταλλωμένη κι αναλλοίωτη, αλλά διαρκώς και καθ’ ημέραν δοκιμαζόμενη.
Δεν υπάρχει εν προκειμένω ασφάλεια, Interamerican της καρδιάς και τίποτε δεν είναι δεδομένο. Αν κάποιος οπαδός δυσαρεστηθεί ή απλώς βαρεθεί, μπορεί αύριο να πάει σε άλλη παράταξη. (Κι εκεί πρόσκαιρα).
Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι ζηλωτές, ένας πυρήνας ανέγγιχτος, φανατικός, μη θνητός, υπεράνω του χρόνου, που κρατάει τα μπόσικα και είναι η υπόσταση, η βαθύτερη αναλλοίωτη ψυχή μιας παράταξης; Οχι, βέβαια, και ποτέ.
Ενας κάποτε οπαδός της ΕΡΕ δεν είναι ίδιος με έναν οπαδό του Συναγερμού ή της νυν Νέας Δημοκρατίας, διότι αφενός αλλάζουν οι συνθήκες, οι συγκυρίες, οι ιδέες, οι συσχετισμοί, η γλώσσα, η αντίληψη κόσμου, αλλά και οι ηγέτες που κατά καιρούς και πρόσκαιρα ενσαρκώνουν, επηρεάζουν, διευρύνουν, επεκτείνουν ή συστέλλουν την επιρροή του κόμματος πάνω στη ρέουσα παράταξη.
Μην ξεχνούμε δε πως πολιτική ηγεμονία και ανάληψη εξουσίας προκύπτουν μόνο από τη διεύρυνση της επιρροής και την πολυσυλλεκτικότητα κι όχι από τη συστολή ή την αποδυνάμωση – αυτός είναι και ο σκοπός κάθε κόμματος εξουσίας. Εκτός αν φτιάχνει κάποιος κόμμα που έχει μόνο στόχο τη σωτηρία της ιδεολογικής (υποτίθεται) ψυχής του διά της προσευχής και της μετά θάνατον ζωής, ως καθαυτό δικαίωση της αριστεροσύνης ή της δεξιοσύνης του, κι όχι την κυβέρνηση – ενώ η πολιτική πραγματικότητα εξελίσσεται κάπου αλλού, σε ένα αφηρημένο επέκεινα.
Η ψυχή της παράταξης επομένως είναι ένα θολό σύνολο θετικών, πλην ρευστών, κι επικαιρικών ευνοϊκών διαθέσεων ενός αριθμού πολιτών προς ένα κόμμα το οποίο εκφράζει κάποιες ιδέες (κυρίως διά του αρχηγού του) που κι αυτές μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο, ενώ αλλάζουν και οι αρχηγοί. Αρα; Δεν είναι ένα απαθές, παγιωμένο, ανάλλαχτο, εξασφαλισμένο σύνολο ψηφοφόρων, που μένει εκεί, κρυσταλλωμένο, αποδεχόμενο ό,τι κάνει το κόμμα και ο ηγέτης που κρίνονται καθημερινά μέσα στην ανελισσόμενη διαρκώς συγκυρία. Η παράταξη δεν είναι ένα μάτσο απολιθωμένοι ηλίθιοι.
Δεν είναι μαντρί προβάτων, δεν είναι πανομοιότυπες σαρδέλες ελεγχόμενου ιχθυοτροφείου, δεν είναι κοπάδι υπάκουων κι άκριτων ζηλωτών, και δεν υπάρχει καμιά ψυχή να σώσουν και καμιά εξασφάλιση. Υπάρχουν οι ιδέες, υπάρχει η ανάγκη, υπάρχουν οι ηγέτες, υπάρχει η τύχη, η απόφαση και η ζαριά. Ολα είναι υπό αίρεση, κι όλα προσαρμόζονται, στοιχίζονται ή παίρνουν τη θέση τους μέσα στην παγκόσμια συγκυρία – εξάλλου, τα πάντα είναι θνητά, τα πάντα φθείρονται. Κι ένα οποιοδήποτε κόμμα δημιουργείται για να υπηρετήσει την πατρίδα αποκλειστικά, κι όχι τον εαυτό του ή το σύνδρομο μεγαλείου του εκάστοτε που πίστεψε πως είναι άλλος ένας αδικημένος Καρλομάγνος.
Τα κόμματα γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί με τους ανθρώπους και κανένα δεν έχει αιώνια κι ανάλλαχτη ψυχή. Υπάρχουν σχηματικά οι βασικές ιδεολογίες που τις επικαλούμαστε για να συνεννοηθούμε (στις πολλαπλές αποχρώσεις τους εξάλλου) αλλά δεν υπάρχει καραμανλισμός, μητσοτακισμός ή δεν ξέρω τι άλλο.
Κάθε ηγέτης ενσαρκώνει με προσωπικό τρόπο τον εαυτό του μέσα στην όποια ιδεολογία (με την ευρεία έννοια) και είναι ανεπανάληπτος – η μίμηση από επόμενους ή τρίτους μάλλον προκαλεί μειδιάματα, παρά αποτέλεσμα.
Κι αν κάποιος ενσαρκώνει κάποια υποτιθέμενη «ψυχή της παράταξης», αυτός είναι, για λίγο, ο εκάστοτε ηγέτης, εφόσον διευρύνει την επιρροή, μεγαλώνει και ισχυροποιεί το κόμμα – ή το οδηγεί στη συρρίκνωση. Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία πως κυκλοφορούν και άνθρωποι που γοητεύονται από την κατάρρευση (των άλλων), αρκεί να σωθούν δήθεν η καθαρότητα, η αυθεντικότητα και η ονομασία προέλευσης του τυριού τελεμέ, ενώ το ενδιαφέρον είναι μόνο η ούγια στη φόδρα της εξουσίας. Εκεί είναι το ζουμί κι ας αφήσουμε ήσυχες τις ψυχές των παρατάξεων, τους γίγαντες στους τάφους τους και τους ψυχοπομπούς να κάνουν το δικό τους delivery.
Ρέει, ρέοντας πάντα, η ρέουσα πραγματικότητα. Οι ψυχές αλλάζουν, οι ιδέες είναι συνήθως θέμα ερμηνείας, καθαρότητα δεν υπάρχει και κάθε υποτιθέμενος άσπιλος ρυπαρωθήτω διεισδύοντας, αλλιώς εξουσία δεν βλέπει.