Φραγκίσκος Κουτεντάκης στα «ΝΕΑ»: Φορολογική δικαιοσύνη με δημοσιονομική αξιοπιστία

Λίγες ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως τομεάρχης Οικονομικών της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ), ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης, ο πρώην γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής επί κυβέρνησης Τσίπρα και μετέπειτα συντονιστής στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, μιλάει στα «ΝΕΑ» για το οικονομικό σχέδιο του κόμματος.

Υποστηρίζει ότι η οικονομική πολιτική μπορεί να συνδυάσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη όπου η εργασία δεν θα σηκώνει δυσανάλογο βάρος. Yπερασπίζεται το δημοσιονομικό αποτύπωμα της περιόδου 2015-2018 και αποκαλύπτει ότι ένα από τα πρώτα νομοσχέδια που θα κατέθετε, αν αναλάμβανε υπουργός Οικονομικών θα αφορούσε τις δημόσιες συμβάσεις.

Πριν από λίγες ημέρες αναλάβετε τομεάρχης ή «σκιώδης υπουργός» Οικονομικών της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης. Η φορολόγηση του πλούτου αποτελεί βασικό άξονα της οικονομικής σας πολιτικής. Θα φορολογήσετε τον μεγάλο πλούτο και πώς, ποια περιουσιακά στοιχεία μπαίνουν στο στόχαστρό σας;

Η συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου πρέπει να φύγει από τα συνθήματα και να πάει εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στη φορολογική δικαιοσύνη. Δεν μιλάμε για μια ιδεολογική εμμονή, ούτε για νέα βάρη πάνω στη μεσαία ιδιοκτησία. Μιλάμε για το αυτονόητο σε ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα: να μη σηκώνει η εργασία δυσανάλογο βάρος, την ίδια ώρα που μεγάλα εισοδήματα από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία φορολογούνται χαμηλότερα ή δεν αποτυπώνονται με επάρκεια.

Η δική μας κατεύθυνση είναι καθαρή: προοδευτική φορολόγηση των πολύ υψηλών εισοδημάτων από κεφάλαιο, με καθαρούς κανόνες, διαφάνεια στην αποτίμηση, χωρίς ευνοϊκές ρυθμίσεις. Στο πεδίο αυτό μπαίνουν κυρίως τα μεγάλα χρηματοοικονομικά χαρτοφυλάκια, οι εταιρικές συμμετοχές, τα μερίσματα και οι υπεραξίες.

Σε όλο τον κόσμο συζητούν για το πώς θα φορολογούνται αποτελεσματικότερα τέτοια εισοδήματα και περιουσίες που έχουν μεγάλες δυνατότητες φοροαποφυγής. Εδώ κάποιοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν και προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τους πολίτες.

Εχετε θητεύσει γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής στην κυβέρνηση Τσίπρα και στη συνέχεια συντονιστής στο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Δεδομένης αυτής της εμπειρίας να περιμένουμε ότι η ΕΛΑΣ θα δημοσιοποιήσει το οικονομικό της πρόγραμμα με κοστολόγηση μέχρι το τελευταίο ευρώ;

Η κοστολόγηση ενός οικονομικού προγράμματος δεν μπορεί να είναι ούτε λογιστικό τέχνασμα ούτε κατάλογος ευχών.

Πρέπει να βασίζεται σε ακριβείς υπολογισμούς, ποσοτικούς στόχους και ρεαλιστικές υποθέσεις.

Και φυσικά πρέπει να συμμορφώνεται με τους ισχύοντες ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και συγκεκριμένα τον ρυθμό αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών,όπως αποτυπώνεται στο Μεσοπρόθεσμο

Πρόγραμμα 2025-2028. Οσα έχουμε εξαγγείλει, καθώς και όσα θα εξαγγείλουμε στο επόμενο διάστημα, είναι απόλυτα κοστολογημένα και εντός των δεδομένων δημοσιονομικών ορίων. Και φυσικά θα δημοσιοποιηθούν.

Θέλω να είμαι απόλυτα σαφής. Θα σεβαστούμε ευλαβικά τα υπάρχοντα δημοσιονομικά περιθώρια. Η αξιοπιστία ενός προοδευτικού προγράμματος δεν κρίνεται από το πόσο μεγαλόστομο είναι, αλλά από το αν μπορεί να εφαρμοστεί διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη δημοσιονομική σταθερότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Στην κυβέρνηση Τσίπρα «χρεώνεται» το κλείσιμο των τραπεζών, η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, η περαιτέρω μείωση των συντάξεων. Γιατί περιμένετε να βρείτε τώρα ευήκοα ώτα  και να ανατρέψετε αυτό το αφήγημα;

Το 2015 παραλάβαμε και διαχειριστήκαμε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, μια οικονομία που είχε ήδη χάσει τεράστιο μέρος του εισοδήματός της και με ελάχιστα πραγματικά περιθώρια επιλογών. Ωστόσο, καταφέραμε να πετύχουμε τους δημοσιονομικούς στόχους, να ρυθμίσουμε το χρέος, να επιστρέψουμε σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και να τελειώσουμε με τα μνημόνια.

Υπενθυμίζω ότι το 2018 το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε 4,3% του ΑΕΠ, τα δάνεια του ESM είχαν σταθερά επιτόκια κοντά στο 1,5% και ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας ήταν 2,1%. Ολος ο πλανήτης έχει αναγνωρίσει τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της περιόδου 2015-18, εκτός βέβαια από την εγχώρια κυβερνητική προπαγάνδα που παρουσιάζει ένα αφήγημα καταστροφής εκτός πραγματικότητας.

Αυτή τη φορά η Αριστερά διεκδικεί την ευκαιρία να κυβερνήσει σε κανονικές συνθήκες, χωρίς την ασφυκτική πίεση των μνημονίων, και να ξεδιπλώσει το οικονομικό της πρόγραμμα: Την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, τη μείωση του φορολογικού βάρους στη μισθωτή εργασία, την αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών, τη στήριξη της νέας γενιάς. Ολα αυτά που μάλλον δεν αποτελούν προτεραιότητες για την παρούσα κυβέρνηση.

Σε ένα υποθετικό σενάριο, που αύριο ορκιζόσασταν υπουργός Οικονομικών ποιο θα ήταν το πρώτο νομοσχέδιο που θα καταθέτατε στη Βουλή;

Δεν ξέρω αν θα είναι το πρώτο αλλά σίγουρα ένα από τα πρώτα νομοσχέδια θα βάλει τέρμα στην κατάχρηση των απευθείας αναθέσεων, στην κακή διαχείριση και στα κλειστά δίκτυα συμφερόντων που νέμονται τις δημόσιες συμβάσεις. Και αυτό έχει δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, την ενίσχυση, στελέχωση και αναβάθμιση των οικονομικών υπηρεσιών του δημόσιου τομέα ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος, η διαφάνεια και η λογοδοσία στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

Δεύτερον, τη χρήση της τεχνολογίας για ψηφιακή ιχνηλασιμότητα κάθε σύμβασης, ανοιχτά δεδομένα για τις δημόσιες προμήθειες και μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης για υπερκοστολογήσεις, κατατμήσεις συμβάσεων και επαναλαμβανόμενες αναθέσεις στους ίδιους κύκλους προμηθευτών.

Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι πολιτικές επιλογές εξαιρετικά κρίσιμες για τη λειτουργία του κράτους. Οταν μόνο για το 2024 πληρώθηκαν 2,4 δισ. σε απευθείας αναθέσεις, καταλαβαίνουμε ότι κάθε ευρώ που χάνεται στις αδιαφανείς διαδικασίες είναι ένα ευρώ λιγότερο για το κοινωνικό κράτος. Είναι κόστος για τον προϋπολογισμό και τους πολίτες. Είναι, σε τελική ανάλυση, ζήτημα δημοκρατίας.