«Aussie-Greeks ή Greek Australians;»

«Η Αυστραλία μοιάζει πλέον σαν όνειρο. Γίνεται όλο και πιο απόμακρη, πιο θολή η εικόνα της. Μετατρέπεται σε κάτι αφηρημένο. Προσπαθώ να μην την σκέφτομαι γιατί μου προκαλεί πόνο», μου εκμυστηρεύεται ο Κώστας Τζ., όταν τον ρωτάω τι νιώθει σήμερα για την χώρα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Όπως ο Κώστας, έτσι κι εγώ, ήρθαμε -ή μάλλον μας έφεραν- στην Ελλάδα οι γονείς μας, όταν αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα, ύστερα από χρόνια σκληρής δουλειάς στο εξωτερικό. Παρά το γεγονός ότι έχουμε ζήσει εδώ τα περισσότερα χρόνια της ζωής μας, η Αυστραλία ακόμη παραμένει ζωντανή μέσα μας, και καμιά φορά, στεναχωριόμαστε που βρισκόμαστε μακριά της.

Οι περισσότερες οικογένειες ομογενών επαναπατρίστηκαν τη δεκαετία του ’80. Η δικτατορία είχε παρέλθει, η χώρα είχε ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και επικρατούσε κλίμα αισιοδοξίας.

«Μπορεί να μας φανεί αστείο σήμερα, αλλά τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου έταζε στους Έλληνες της Διασποράς ότι θα μπορούσαν να αποκτήσουν αφορολόγητο αυτοκίνητο και… τηλέφωνο, αν έφερναν δολάρια από το εξωτερικό», θυμάται ο Κώστας, που ήρθε στην Ελλάδα μόλις τελείωσε το αυστραλιανό σχολείο.

Εκείνα τα χρόνια, στην Αθήνα η τηλεφωνική γραμμή ήταν ακόμη πολυτέλεια —ιδίως στα προάστια.

«Γενικά, οι Έλληνες πολιτικοί προσπαθούσαν να παρουσιάσουν ένα θετικό κλίμα. Να δείξουν ότι η Ελλάδα της μεταπολίτευσης διέφερε από εκείνη του παρελθόντος», σχολιάζει.

Κάποιοι γονείς για να πείσουν τα παιδιά τους να έρθουν, έπρεπε να τα δελεάσουν.

«Μου έταξαν ποδήλατα μέχρι και άλογο», θυμάται ο Γιώργος, Ελληνοαυστραλός από το Σίδνεϊ. «Τελικά, αντί για άλογο, μού εμφάνισαν ένα μουλάρι!», λέει και γελάμε.

Εγώ, πάλι, αρκέστηκα στο γεγονός ότι θα ταξιδέψουμε με αεροπλάνο.

Η απότομη προσγείωση στην Ελλάδα αποδείχθηκε δύσκολη για πολλούς νεαρούς Ελληνοαυστραλούς. Η χώρα δεν έμοιαζε να έχει προχωρήσει. Αντιθέτως, έδινε την εντύπωση ότι είχε μείνει πίσω στο χρόνο — κάτι που είχε αντίκτυπο στην παιδική μας ψυχή. Το πρώτο crash test ήρθε στο σχολείο.

«Για μένα ήταν μεγάλο σοκ», θυμάται ο Γιώργος. «Το δημόσιο σχολείο της Αυστραλίας δεν συγκρίνεται με το ελληνικό. Εκεί, είχαμε γήπεδα τένις, μπάσκετ, πισίνα, εργαστήρια… Έλεγα στον εαυτό μου: ‘Πού είναι το γήπεδο ποδοσφαίρου για να πάω να παίξω; Πού είναι το κολυμβητήριο;’».

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν το τσιμέντο αντί για πάρκα, οι πολυκατοικίες αντί για σπίτια με αυλή, οι λακκούβες στην άσφαλτο και τα σκοτωμένα ζώα από τα περαστικά αυτοκίνητα, τα ανύπαρκτα πεζοδρόμια, η απότομη διακοπή της αγγλικής γλώσσας, η απώλεια του αυστραλιανού τρόπου ζωής.

Η Ελλάδα διαθέτει πλούσια ιστορία και πολιτισμό – κανείς δε το αμφισβητεί- και μας έχει διδάξει πολλά. Όμως, η Αυστραλία έχει δυνατή ποπ κουλτούρα, που οι περισσότεροι Έλληνες αδυνατούν να κατανοήσουν: τα τηλεοπτικά προγράμματα, η αυστραλιανή λογοτεχνία, ο εγχώριος κινηματογράφος, η μουσική σκηνή, η κωμωδία, όλα αυτά έχουν διαμορφώσει τους χαρακτήρες μας και μας έχουν εξοπλίσει με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης και αντίληψης του κόσμου.

Χρειάστηκε χρόνος για να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Κάποιοι από εμάς νιώθαμε θυμό μέσα μας για αρκετό καιρό:

«Γιατί μας φέρατε εδώ;!», θυμάμαι να φωνάζω στην μητέρα μου. Μπορεί να φανεί υπερβολικό αυτό που θα πω, αλλά καμιά φορά νιώθω ότι ανήκουμε σε μια «κλεμμένη γενιά». Τότε δεν υπήρχε Ίντερνετ, αλλά και να υπήρχε, είναι άλλο να ζεις την χώρα και άλλο να βλέπεις ψηφιακές εικόνες.

«Ο πατέρας και η μητέρα μου δεν ήταν αυστηροί άνθρωποι και τους άρεσε πολύ η Αυστραλία. Όμως, όλα τους τα αδέρφια και οι συγγενείς ήταν εδώ. Η Ελλάδα τους παρέσυρε σαν μαγνήτης. Πήγα με τα νερά τους, δεν ήθελα να τους καταστρέψω το όνειρο της επιστροφής», θυμάται ο Κώστας.

Παρεμβάλλω την αρχή του ποιήματος του Οδυσσέα Ελύτη με τίτλο «Εκείνο που δεν γίνεται»: «Να ‘χε η νοσταλγία σώμα να το σπρώξω απ’ το παράθυρο έξω! Να τσακίσω εκείνο που δε γίνεται!».

AUSSIE GREEKS Ή GREEK AUSTRALIANS;

Πριν από μερικά χρόνια είχα βρεθεί σε μια παρέα εκπατρισμένων (expats) και πίναμε τα ποτά μας στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου.

Είχα συστηθεί στα Αγγλικά λέγοντας ότι είμαι «Australian Greek». Αμέσως ένας Έλληνας με διόρθωσε: «Θέλεις να πεις Ελληνοαυστραλή;». Χωρίς να το σκεφτώ, του απάντησα ότι έβαλα πρώτη τη χώρα που γεννήθηκα.

Άρχισαν τότε να με κυριεύουν διάφορα ερωτήματα: ποια είναι η αληθινή μου χώρα; Πού ανήκω; Είμαι Αυστραλή ή Ελληνίδα; Εμείς, οι Ελληνοαυστραλοί, κυρίως της δεύτερης γενιάς μεταναστών, μεγαλώσαμε ακούγοντας συνέχεια για την Ελλάδα των γονιών και των παππούδων. Είναι άλλο πράγμα να διατηρείς τα ήθη και τα έθιμα, την ιστορία και τη γλώσσα της καταγωγής σου, κι άλλο να σου «επιβάλλεται» μια χώρα ως δική σου.

«Τότε δεν ακούγονταν τόσο τα συναισθήματα των παιδιών», προσθέτει η Μαρία Κ., που ήρθε στην Ελλάδα 12 ετών από την Βικτώρια.

«Υπήρχε ένα γενικό πρόσταγμα του τύπου ‘Get over it!’», συνεχίζει.

Η Νίκη Σ., που ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 18 ετών, σχολιάζει σχετικά: «Έχω ακούσει ότι ήταν πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους που ήρθαν εδώ σε μικρή ηλικία. Συνηθισμένοι στο αυστραλιανό σύστημα, όπου τα πράγματα είναι πιο οργανωμένα, έπρεπε ξαφνικά να μάθουν διαφορετική γλώσσα, διαφορετική κουλτούρα, διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας. Τους δημιουργήθηκε κάτι σαν τραύμα».

Κάποιοι από τους παλλινοστούντες προσπάθησαν αργότερα να επιστρέψουν στην Αυστραλία. Δεν βρήκαν όμως κάτι να τους κρατήσει. «Στεναχωρήθηκα όταν είδα το σπίτι όπου είχα μεγαλώσει να ανήκει σε άλλους ιδιοκτήτες. Αυτό με τάραξε. Είχα δεθεί πολύ με το πατρικό μου. Αισθάνθηκα ότι επέστρεψα στο τίποτα. Μετά είπα στον εαυτό μου: ό,τι έγινε, έγινε και γύρισα στην Ελλάδα», παραδέχεται ο Κώστας Τζ.

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη όψη της ιστορίας. Αρκετοί Ελληνοαυστραλοί νιώθουν περισσότερη οικειότητα εδώ. «Ήταν λυπητερό που φύγαμε, αλλά δεν αισθάνομαι νοσταλγία για την Αυστραλία», λέει η Μαρία Κ. «Η χώρα μου είναι η Ελλάδα τώρα», σχολιάζει, συνοψίζοντας ένα συναίσθημα που συμμερίζονται και άλλοι συνομιλητές.

Κάνοντας αυτό το ρεπορτάζ, συνειδητοποίησα ότι για πολλούς η έννοια της πατρίδας δεν συνδέεται αποκλειστικά με τον τόπο γέννησης, αλλά με τους ανθρώπους και τις σχέσεις τους. Ίσως, τελικά, να ισχύει το «όπου οικογένεια και πατρίς». Καθόλου απίθανο, αν σκεφτούμε ότι οι Έλληνες είναι πολύ δεμένοι με την οικογένειά τους.

«Δεν αμφισβητήσαμε ποτέ την απόφαση των γονιών μας», λέει η Κατερίνα, Ελληνοαυστραλή από το Σίδνεϊ.

«Στην Αυστραλία με θεωρούσαν Ελληνίδα και, την ίδια χρονιά που ήρθαμε στην Ελλάδα, με θεωρούσαν ‘ξένη’. Στην πραγματικότητα, ήμουν ο ίδιος άνθρωπος, απλώς σε ένα διαφορετικό περιβάλλον».

Αργότερα, όταν η Κατερίνα έφυγε για σπουδές στην Αγγλία, άρχισε να ξεκαθαρίζει μέσα της που θα ήθελε να μείνει μόνιμα.

«Νομίζω ότι το Λονδίνο με βοήθησε να καταλάβω τι σημαίνει να ζεις στην Ευρώπη. Συνειδητοποίησα ότι μου αρέσει η ιδέα να ζω στην Ελλάδα και να μπορώ να βρίσκομαι σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα μέσα σε λίγες ώρες», εξηγεί. Λόγω γεωγραφικής θέσης, η Αυστραλία δύσκολα μπορεί να προσφέρει εύκολη πρόσβαση σε άλλους πολιτισμούς. «Η Αυστραλία είναι πολυπολιτισμική, αλλά είναι εντελώς διαφορετικό να ζεις στην Ευρώπη και να έρχεσαι σε επαφή με διαφορετικές χώρες, γλώσσες και κουλτούρες μέσα σε ένα σαββατοκύριακο».

Μετά το Λονδίνο, η Κατερίνα επέστρεψε στην Αυστραλία για να αποκτήσει επαγγελματική κατάρτιση. Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι ήθελε να ζήσει στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά, όμως, η απόφαση ήταν αποκλειστικά δική της. «Μπορεί η αρχική απόφαση να έρθουμε εδώ να ήταν της οικογένειάς μου, αλλά η απόφαση να επιστρέψω ήταν δική μου», τονίζει. «Εδώ υπάρχει ένα διαφορετικό είδος ελευθερίας. Μου αρέσει ο ελληνικός τρόπος ζωής».

Τη ρωτώ αν της λείπει η Αυστραλία. Απαντά χωρίς δισταγμό: «Αν μου λείπει; Δεν είμαι από εκείνους που υπεραναλύουν τα πράγματα. Τα αποδέχομαι». Η Νίκη προσθέτει τη δική της άποψη: «Αν ήμουν σήμερα στην Αυστραλία, πιθανότατα θα βρισκόμουν σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση, αλλά εδώ αισθάνομαι πιο ευτυχισμένη. Η Ελλάδα είναι το σπίτι μου πλέον».

Παρά τις διαφορετικές διαδρομές, ένα κοινό στοιχείο ενώνει πολλούς Ελληνοαυστραλούς: η αίσθηση ότι βρίσκονται διαρκώς ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Για άλλους αυτό αποτελεί πηγή δύναμης, ενώ για άλλους μια μόνιμη εσωτερική διαπραγμάτευση.

«Νομίζω ότι το χειρότερο που μπορείς να κάνεις είναι να συγκρίνεις», υπογραμμίζει η Κατερίνα. «Δεν θα είσαι ποτέ χαρούμενος ή χαρούμενη, γιατί θα ζεις πάντα με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί». Και συμπληρώνει: «Αυτή είναι η ζωή. Μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις τις καταστάσεις και να τα βγάζεις πέρα. Με αυτόν τον τρόπο αποκτάς αντοχές».

«Δεν στο κρύβω, καμιά φορά φοβάμαι να χρησιμοποιήσω τη λέξη homeland (πατρίδα). Αλλά είναι κάτι που έχω πλέον αποδεχτεί», λέει η Νίκη.

Η σκέψη αυτή αναδεικνύει ένα γνώριμο βίωμα της Διασποράς: την αίσθηση ότι δεν ανήκεις ολοκληρωτικά ούτε στη μία ούτε στην άλλη χώρα. Ένας άλλος συνομιλητής το διατυπώνει διαφορετικά: «Για πολλά χρόνια ζούσα μέσα σε μια θολούρα. Δεν ήξερα πού πραγματικά ανήκω. Σιγά σιγά μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτό. Στην ουσία δεν ανήκεις πουθενά. Βρίσκεσαι στο ενδιάμεσο».

Ίσως, τελικά, το ερώτημα «Aussie-Greeks ή Greek Australians;» να μην χρειάζεται οριστική απάντηση. Για πολλούς από τους ανθρώπους που μίλησαν σε αυτό το ρεπορτάζ, η ταυτότητα δεν είναι η επιλογή ανάμεσα σε δύο κόσμους, αλλά η ταυτόχρονη συνύπαρξή τους. Είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στην χώρα όπου γεννήθηκαν και στον τόπο όπου έμαθαν να ζουν. Αυτή η διττή ταυτότητα, αντί να αποτελεί αντίφαση, είναι τελικά το στοιχείο που τους χαρακτηρίζει περισσότερο.

The post «Aussie-Greeks ή Greek Australians;» appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.