Αν είσαι Έλληνας αλλά έχεις περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου στο εξωτερικό, πιθανότατα καταλαβαίνεις αυτό που πρόκειται να πω.
Οι διακοπές δεν αρχίζουν πραγματικά όταν το αεροπλάνο προσγειώνεται. Αρχίζουν κάπου πάνω από το Αιγαίο, όταν ο κυβερνήτης ανακοινώνει την κάθοδο προς την Αθήνα και αντικρίζεις για πρώτη φορά τις ελληνικές ακτές.
Για λίγες εβδομάδες σταματάς να αισθάνεσαι Αυστραλός, Αμερικανός, Καναδός ή Νοτιοαφρικανός. Είσαι απλώς ξανά Έλληνας.
Κάθε επίσκεψη ακολουθεί περίπου το ίδιο μοτίβο.
Τρώω υπερβολικά, πίνω ακόμη περισσότερο καφέ, υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι από αύριο θα αρχίσω να συμπεριφέρομαι πιο λογικά και ύστερα αποδέχομαι άλλη μία πρόσκληση για μεσημεριανό γεύμα που, με κάποιον τρόπο, καταλήγει να τελειώνει μετά τη δύση του ήλιου.
Παραπονιέμαι για την κίνηση, διαφωνώ με οδηγούς ταξί που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις διαγραμμίσεις του δρόμου ως απλές… συστάσεις και, παρ’ όλα όσα με εξοργίζουν στην Ελλάδα, μου λείπει το καθετί μόλις φύγω. Δεν αγαπάμε την Ελλάδα επειδή είναι τέλεια. Την αγαπάμε επειδή είναι δική μας.
Φέτος, όμως, συνέβη κάτι απρόσμενο. Διαπίστωσα ότι παρατηρούσα περισσότερο τους ανθρώπους παρά το τοπίο. Όσο όμορφη κι αν παραμένει η Ελλάδα, κάπου ανάμεσα στην Αθήνα, την Πάρο και τη Ζάκυνθο συνειδητοποίησα ότι με ενδιέφερε λιγότερο το φυσικό τοπίο και περισσότερο οι άνθρωποι που βρίσκονταν μπροστά του. Όσο περισσότερο ταξίδευα, τόσο περισσότερο αναρωτιόμουν τι είδους χώρα γινόταν σιγά-σιγά η Ελλάδα.
Η σκέψη αυτή μου πέρασε για πρώτη φορά από το μυαλό στην Πάρο. Μέχρι το δεύτερο βράδυ η σύζυγός μου είχε ήδη γίνει φίλη με δύο νεαρές σερβιτόρες του ξενοδοχείου. Η μία από αυτές μου τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή.
Μιλούσε για την Κρήτη με ένα πάθος που συνήθως επιφυλάσσει κανείς για τον πρώτο του έρωτα. Σύμφωνα με την ίδια, το ελαιόλαδο ήταν καλύτερο, το φαγητό καλύτερο, οι άνθρωποι πιο φιλικοί και κανείς, μα κανείς, δεν χόρευε σωστά τον Πεντοζάλη αν δεν ήταν από την Κρήτη. Χαμογέλασα, θεωρώντας πως ήταν άλλη μία υπέροχα πατριώτισσα Κρητικιά.
Ύστερα ανέφερε εντελώς φυσικά ότι οι γονείς της είχαν μεταναστεύσει από τη Σερβία.
Ειλικρινά εξεπλάγην, αλλά μόνο επειδή ούτε για μια στιγμή δεν την είχα σκεφτεί ως Σέρβα.
Μιλούσε υπέροχα Ελληνικά, ήταν υπερήφανα Ορθόδοξη και αγαπούσε την Ελλάδα με έναν ενθουσιασμό που ήταν αδύνατο να μη θαυμάσεις. Κάπου στην πορεία, η Ελλάδα είχε γίνει κομμάτι της ταυτότητάς της. Δεν είχε απλώς μετακομίσει στην Ελλάδα. Ανήκε σε αυτήν.
Λίγες ημέρες αργότερα βρέθηκα να τρώω σε ένα πολυσύχναστο σουβλατζίδικο που το διατηρούσε μια οικογένεια αλβανικής καταγωγής.
Ο πατέρας ήταν στη σχάρα, ενώ τα παιδιά του έπαιρναν παραγγελίες και συνομιλούσαν με απόλυτη άνεση στα Ελληνικά με τους πελάτες.
Παρακολουθώντας τους, συνειδητοποίησα ότι, με τα χρόνια, είχαν πάψει να είναι μια οικογένεια αλβανικής καταγωγής που ζούσε στην Ελλάδα και είχαν γίνει απλώς άλλη μία ελληνική οικογένεια με αλβανικές ρίζες. Φεύγοντας, σκέφτηκα ότι αυτό, σίγουρα, είναι η εικόνα μιας επιτυχημένης μεταναστευτικής ένταξης.
Οι συναντήσεις αυτές έμειναν στο μυαλό μου, γιατί όσα είδα αργότερα στην Αθήνα έμοιαζαν πολύ διαφορετικά.
Περνώντας από περιοχές όπως η Κυψέλη, η Ομόνοια και το Μοναστηράκι, βρέθηκα μέσα σε συρμούς του μετρό όπου, για αρκετές στάσεις, σχεδόν δεν άκουγα ούτε μία λέξη στα Ελληνικά.
Γύρω μου υπήρχαν συζητήσεις στα Ουρντού, στα Παντζάμπι, στα Αραβικά και σε άλλες γλώσσες που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω. Περπατώντας σε ορισμένους δρόμους, περνούσα μπροστά από το ένα κατάστημα μετά το άλλο, τα οποία εξυπηρετούσαν κοινότητες που, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, έμοιαζαν να υπάρχουν κυρίως παράλληλα με την Ελλάδα που τις περιέβαλλε.
Βεβαίως, βρέθηκα εκεί μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένας επισκέπτης βλέπει στιγμιότυπα, όχι ολόκληρη την εικόνα.
Όμως ακόμη και τα στιγμιότυπα μπορούν να γεννήσουν ερωτήματα. Αυτές οι κοινότητες γίνονταν σταδιακά ελληνικές, όπως είχε γίνει εκείνη η νεαρή γυναίκα από τη Σερβία; Όπως είχαν γίνει προφανώς εκείνες οι οικογένειες αλβανικής καταγωγής; Ή απλώς ζούσαν δίπλα στην Ελλάδα, χωρίς να εντάσσονται πραγματικά σε αυτήν;
Συχνά σκέφτομαι ότι η εθνική ταυτότητα είναι κάτι παράξενο. Η ιστορία δείχνει ότι έχει να κάνει με πολύ περισσότερα από την καταγωγή. Η Ελλάδα πάντοτε απορροφούσε ανθρώπους. Αυτό που τους ένωνε δεν ήταν το DNA. Ήταν η κοινή γλώσσα, τα κοινά έθιμα, η κοινή ιστορία και, τελικά, η κοινή πεποίθηση ότι το μέλλον της Ελλάδας ήταν και δικό τους μέλλον.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως έχουμε πάψει να το περιμένουμε αυτό από όσους έρχονται να εγκατασταθούν στη χώρα.
Κάθε χώρα έχει το δικαίωμα να περιμένει από όσους εγκαθίστανται σε αυτήν να μάθουν τη γλώσσα της, να σέβονται τους νόμους της και να γίνουν μέρος της εθνικής της ιστορίας. Η Αμερική το κατάλαβε αυτό επί γενιές.
Εκατομμύρια άνθρωποι έφτασαν από κάθε γωνιά του Κόσμου, διατήρησαν μεγάλο μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, αλλά έγιναν και Αμερικανοί. Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να δείχνει την ίδια αυτοπεποίθηση απέναντι στη δική της ταυτότητα.
Το ίδιο ερώτημα προέκυπτε κάθε φορά που οι άνθρωποι μιλούσαν για τη στέγαση.
Ξανά και ξανά άκουγα νέους Έλληνες να αναρωτιούνται πώς θα καταφέρουν ποτέ να αποκτήσουν δικό τους σπίτι, τη στιγμή που αγοραστές από το εξωτερικό συνεχίζουν να αγοράζουν ακίνητα είτε ως επενδύσεις είτε ως εξοχικές κατοικίες.
Οι ξένες επενδύσεις έχουν σημαντική θέση σε κάθε οικονομία, αλλά ένα έθνος δεν πρέπει ποτέ να μετατρέπεται απλώς σε μία ακόμη επενδυτική κατηγορία.
Οι χώρες χρειάζονται επενδύσεις, αλλά χρειάζονται επίσης νέες οικογένειες που να μπορούν να παραμείνουν, να δημιουργήσουν τη ζωή τους και να οραματιστούν το μέλλον τους.
Τι θα έπρεπε, λοιπόν, να κάνει η Ελλάδα; Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω όλες τις απαντήσεις, όμως πιστεύω ότι οι βασικές αρχές είναι απλές.
Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να υποδέχεται ανθρώπους που έρχονται νόμιμα, εργάζονται, προσφέρουν και πραγματικά θέλουν να χτίσουν εδώ το μέλλον τους. Πρέπει να περιμένει από αυτούς να μάθουν τη γλώσσα, να σέβονται τους νόμους της χώρας και να αγκαλιάσουν τις αξίες που κράτησαν ενωμένη την ελληνική κοινωνία επί γενιές.
Πρέπει να αντιμετωπίζει αποφασιστικά την παράνομη μετανάστευση, γιατί κάθε κυρίαρχο κράτος έχει το δικαίωμα να ελέγχει τα σύνορά του. Παράλληλα, πρέπει να αναρωτηθεί αν οι στεγαστικές της πολιτικές βοηθούν τις νέες ελληνικές οικογένειες να χτίσουν το μέλλον τους ή αν απλώς κάνουν την Ελλάδα πιο προσιτή στους επενδυτές παρά στους ίδιους τους Έλληνες.
Καμία από αυτές τις ιδέες δεν είναι ριζοσπαστική. Στην πραγματικότητα, κάποτε θεωρούνταν κοινή λογική.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις. Οι γεννήσεις μειώνονται. Ο πληθυσμός γερνά. Πολλοί ταλαντούχοι νέοι έφυγαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και δεν επέστρεψαν ποτέ. Όλες αυτές οι προκλήσεις μάς αναγκάζουν να αντιμετωπίσουμε ένα απλό ερώτημα.
Ποια Ελλάδα θέλουμε να παραδώσουμε στην επόμενη γενιά;
Εμείς που ζούμε στη Διασπορά δεν ψηφίζουμε σε κάθε ελληνική εκλογική αναμέτρηση, όμως έχουμε μερίδιο στο μέλλον της χώρας. Οι γονείς μας έφυγαν σωματικά. Συναισθηματικά, όμως, δεν έφυγαν ποτέ.
Η Ελλάδα ταξίδεψε μαζί τους. Καθόταν γύρω από το οικογενειακό μας τραπέζι, αντηχούσε μέσα στα σπίτια μας, διαμόρφωνε τις αξίες μας και, αθόρυβα, πέρασε και στα παιδιά μας.
Δεν θέλω μια Ελλάδα παγωμένη στον χρόνο. Κάθε πολιτισμός εξελίσσεται. Όμως η εξέλιξη δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη διάβρωση. Η νεαρή γυναίκα από τη Σερβία στην Πάρο είναι εξέλιξη.
Η οικογένεια αλβανικής καταγωγής της οποίας τα παιδιά μιλούν άπταιστα Ελληνικά είναι εξέλιξη. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, που κρατά με υπερηφάνεια την ελληνική σημαία σε ολόκληρο τον Κόσμο, είναι εξέλιξη.
Η ελπίδα μου είναι ότι μια μέρα τα εγγόνια μου θα περπατήσουν στους δρόμους της Αθήνας και θα αναγνωρίζουν ακόμη τη χώρα που οι γονείς μου κουβαλούσαν στην καρδιά τους.
Μια Ελλάδα που θα παραμένει ανοιχτή, γενναιόδωρη και φιλόξενη, αλλά και αρκετά σίγουρη για τον εαυτό της ώστε να προστατεύει εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τους ανθρώπους να την αγαπήσουν εξαρχής.
Το να διατηρήσουμε την Ελλάδα ελληνική δεν σημαίνει να κρατήσουμε τους άλλους έξω. Σημαίνει να διασφαλίσουμε ότι όσοι επιλέγουν την Ελλάδα, επιλέγουν με τον χρόνο να γίνουν και μέρος της ιστορίας της.
Οι χώρες μπορούν να πουλούν σπίτια. Δεν πρέπει ποτέ να πουλούν την ψυχή τους.
Ας διατηρήσουμε την Ελλάδα ελληνική.
The post Ας διατηρήσουμε την Ελλάδα ελληνική appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.