Πολλές υποσχέσεις και κανένα F-35 από τον Τραμπ στην Ερντογάν

Ολοκληρώθηκε πανηγυρικά, ακόμα μια Σύνοδος – βιτρίνα για τον Ερντογάν, με το ΝΑΤΟ ως σκηνικό στο Λευκό παλάτι. Η Τουρκία ζητούσε πολλά και πήρε πολλά φιλικά χτυπήματα στην πλάτη. Ούτε F-35, ούτε SAFE.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν χρειαζόταν να πείσει κανέναν για τίποτα το τελευταίο διήμερο στην Άγκυρα. Του αρκούσε η εικόνα για να την πουλήσει στο εσωτερικό. Η εικόνα ήταν ακριβώς αυτή που ήθελε. Τριάντα δύο ηγέτες του ΝΑΤΟ και άλλων χωρών, δεκάδες χιλιάδες αστυνομικοί, χιλιάδες δημοσιογράφοι από όλον τον κόσμο και το Προεδρικό Συγκρότημα της Άγκυρας να μετατρέπεται σε επίκεντρο της παγκόσμιας διπλωματίας για δύο ημέρες. Η 36η Σύνοδος Κορυφής της Συμμαχίας ήταν μια ευκαιρία για την Τουρκία να αυτοπαρουσιαστεί ως αναντικατάστατος γεωστρατηγικός κόμβος. Και σε αυτό, ομολογουμένως, πέτυχε πλήρως, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι έπεισε τους πάντες. Για τον Ερντογάν αρκούσε να πείσει την τουρκική κοινή γνώμη.

Το ερώτημα, όμως δεν είναι αν ο Ερντογάν κέρδισε εντυπώσεις, αλλά αν κέρδισε κάτι ουσιαστικό; Σε αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι πολύ πιο σύνθετη και πολύ πιο αμφιλεγόμενη απ’ όσο θα ήθελε να παρουσιάσει η τουρκική προπαγάνδα.

6122d283 01d1 4aa9 B6ca Cb245636f0db

Απογειώθηκαν οι υποσχέσεις αλλά όχι τα F-35

Η εικόνα ήταν εντυπωσιακή. Ο Τραμπ έφτασε στην Άγκυρα με το ολοκαίνουργιο Air Force One (δωρεά του Κατάρ) και δήλωσε πως δεν θα πήγαινε καν στη Σύνοδο αν δεν επρόκειτο να συναντήσει τον Ερντογάν, τον οποίο χαρακτήρισε πιο αξιόπιστο σύμμαχο από άλλες παραδοσιακά φιλικές χώρες. Μίλησε για «καλή χημεία από την αρχή», αποκάλεσε την Τουρκία «σπουδαίο σύμμαχο» και ισχυρίστηκε πως η Άγκυρα βοήθησε τις ΗΠΑ να επιλύσουν τη σύγκρουση με το Ιράν.

Το αντίτιμο; Ο Τραμπ ανακοίνωσε (πάλι) την πρόθεσή του να άρει τις κυρώσεις CAATSA που έχουν επιβληθεί από τον ίδιο στην Τουρκία από το 2019, λόγω της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, και δήλωσε πως θα «εξεταστεί» εκ νέου η πώληση μαχητικών F-35 στην Άγκυρα, κάτι που ο Ερντογάν διεκδικεί πεισματικά εδώ και χρόνια. Ο Τούρκος πρόεδρος έσπευσε να υπενθυμίσει παλαιότερη υπόσχεση Τραμπ για πέντε αεροσκάφη και έθεσε παράλληλα το θέμα των κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό KAAN.

Ως εκεί, όλα δείχνουν θρίαμβο για την Άγκυρα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Πρώτον, μια πώληση F-35 δεν αποφασίζεται με χειραψίες σε δείπνα, γιατί χρειάζεται την έγκριση του Κογκρέσου, το οποίο εξακολουθεί να έχει από επιφυλάξεις έως σοβαρές αντιρρήσεις. Δεύτερον, και σημαντικότερο, ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, ακύρωσε προγραμματισμένη συνάντηση με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Βενιαμίν Νετανιάχου ακριβώς για αυτό το ζήτημα, ένδειξη ότι το εσωτερικό παρασκήνιο της αμερικανικής πολιτικής δεν είναι και τόσο συμπαγές όσο επιθυμεί να δείξει ο Λευκός Οίκος δημοσίως.

Ο Μπίμπι πίσω από τα χαμόγελα

Αν κάτι αποκάλυψε η Σύνοδος της Άγκυρας, είναι πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία ανάμεσα σε δύο ιστορικούς συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο Νετανιάχου δεν άφησε περιθώρια παρεξήγησης, δηλώνοντας δημόσια, σε συνέντευξή του στο CNN, ότι προειδοποίησε προσωπικά τον Τραμπ να μην προχωρήσει στην πώληση F-35, υποστηρίζοντας πως κάτι τέτοιο θα «κατέστρεφε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή», δεδομένων, όπως είπε, των «επιθετικών φιλοδοξιών» της Τουρκίας. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να χαρακτηρίσει την Άγκυρα απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα, κατηγορώντας την ευθέως πως δεν είναι φιλική χώρα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την προσωπική «χημεία» Τραμπ-Ερντογάν. Τα ίδια είχε πει μια μέρα νωρίτερα και στο FOX.

Η γλώσσα που χρησιμοποίησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δεν αποτελούσε διπλωματική περιφρόνηση, αλλά ήταν ανοιχτή σύγκρουση αντιλήψεων. Μίλησε για τουρκική κατοχή στην Κύπρο, για απειλές κατά της Ελλάδας, ακόμη και για επιδιώξεις «αναβίωσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας». Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με τον ίδιο τον Τραμπ, η Τουρκία φέρεται να ήταν έτοιμη να χτυπήσει το Ισραήλ κατά τη διάρκεια της πρόσφατης σύγκρουσης με το Ιράν, αποκάλυψη που ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε ο ίδιος, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι προσωπικά «σταμάτησε» την Άγκυρα.

Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Η υποτιθέμενη «νίκη» του Ερντογάν στα F-35 δεν είναι δεδομένη. Είναι ένα διαπραγματευτικό διακύβευμα που εξαρτάται από την ισορροπία ανάμεσα σε Λευκό Οίκο, Κογκρέσο, Πεντάγωνο και το ισραηλινό λόμπι στην Ουάσιγκτον, δυνάμεις που, όπως αποδεικνύεται, δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους. Ιστορικά θα έλεγε κάποιος ότι πάντα σε μια τέτοια διελκυστίνδα κερδίζει το Κογκρέσο.

Η ελληνική απάντηση στην Άγκυρα για το Casus belli

Ήταν πιο καίρια στιγμή της ελληνικής παρουσίας στη Σύνοδο ήταν όταν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, χωρίς να σχολιάσει ευθέως τις δηλώσεις Τραμπ – Ερντογάν για τα F-35, επέλεξε να θέσει με σαφήνεια ένα λογικό ερώτημα. Πώς μπορεί μια αμυντική συμμαχία να λειτουργεί κανονικά, όταν ένα κράτος μέλος απειλεί άλλο με πόλεμο; «Τη στιγμή που η χώρα μου αντιμετωπίζει casus belli από την Τουρκία σε περίπτωση που ασκήσουμε το έννομο δικαίωμά μας να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα, πιστεύω ότι πρέπει να είναι σαφές ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ευαισθησίες όλων των μελών του ΝΑΤΟ», τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προσθέτοντας πως «δεν νοείται συμμαχία» υπό αυτές τις συνθήκες.

6e8d5567 8063 4c25 A2a0 A73f2c61e18e

Η κίνηση δεν ήταν τυχαία. Ήταν έμμεση αλλά ευθεία ως προς την ουσία, απάντηση στο φιλικό κλίμα που επεφύλαξε ο Τραμπ στην Άγκυρα, σαν να μην υπήρχε καμία εκκρεμότητα ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ. Ο Μητσοτάκης θύμισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται ήδη ανάμεσα στις πέντε πρώτες χώρες της Συμμαχίας που έχουν ξεπεράσει τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ σε αμυντικές δαπάνες , υπενθυμίζοντας πως η αξιοπιστία δεν αποδεικνύεται με λόγια, αλλά με δεσμεύσεις που υλοποιούνται. Η παρέμβαση Μητσοτάκη, εξόργισε τον Ερντογάν, ο οποίος δεν το έκρυψε, λέγοντας αργότερα πως η Τουρκία δεν σχολίασε τους ελληνικούς εξοπλισμούς και το ίδιο θα έπρεπε να κάνει και η Ελλάδα. Το μόνο που του διέφυγε ήταν πως η Ελλάδα δεν απειλεί με πόλεμο την Τουρκία.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η τελική διακήρυξη της Συνόδου ικανοποίησε ένα πάγιο τουρκικό αίτημα, τη δέσμευση για «εξάλειψη των εμποδίων στο αμυντικό εμπόριο». κείμενο που φέρει, αναγκαστικά, και την ελληνική υπογραφή, την ώρα που Αθήνα και Λευκωσία διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις για κάθε τουρκικό βήμα προς τα ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία. Πρόκειται για μια αντίφαση που δείχνει πόσο δύσκολο είναι να συνυπάρχουν η αρχή της συλλογικής άμυνας με τη μόνιμη απειλή που δέχεται ένα κράτος μέλος από άλλο.

Ο Τραμπ και οι «απαίσιοι» Ευρωπαίοι

Πέρα από την Τουρκία, η Σύνοδος ανέδειξε για ακόμη μία φορά τον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τους Ευρωπαίους συμμάχους του. Δεν τους αντιμετωπίζει ως ισότιμους εταίρους, αλλά ως υποτακτικούς που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν την αξία τους. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιτέθηκε εκ νέου με σφοδρότητα εναντίον τους, λέγοντας ότι «δεν βοήθησαν καθόλου» στον πόλεμο με το Ιράν, ενώ δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του για συγκεκριμένα κράτη μέλη, αποκαλώντας την Ισπανία «απαίσιο εταίρο», απειλώντας μάλιστα με διακοπή κάθε εμπορικής συνεργασίας. Δεν παρέλειψε να αναφερθεί ούτε στη Γροιλανδία, επαναλαμβάνοντας το αίτημα να περάσει υπό αμερικανικό έλεγχο, με το επιχείρημα ότι η Δανία «δεν προσφέρει τίποτα».

Το μοτίβο είναι πλέον γνωστό. Όποιος σύμμαχος επιδεικνύει προσωπική αφοσίωση στον Τραμπ, όπως η Τουρκία, αντιμετωπίζεται με θερμά λόγια και υποσχέσεις εξοπλισμών, ενώ όποιος διατηρεί επιφυλάξεις, απόσταση ή διαφορετική στρατηγική κουλτούρα, δέχεται δημόσια επίπληξη. Πρόκειται για μια λογική προσωπικής αντίληψης για την στρατιωτική συμμαχία, κάτι που ανησυχεί σοβαρά Ευρωπαίους διπλωμάτες, οι οποίοι βλέπουν το ΝΑΤΟ να μετατοπίζεται από συλλογική δέσμευση ασφαλείας σε δίκτυο διμερών σχέσεων μεταξύ του Τραμπ και ηγετών που συμπαθεί. Οι υπόλοιποι εξαρτώνται από την προσωπική διάθεση του και το πως θα ξυπνήσει κάθε πρωί. Δεν είναι τυχαίο ότι, μέσα σε αυτό το κλίμα, η τελική διακήρυξη της Συνόδου επιχείρησε να προβάλει εικόνα ενότητας, με «ακλόνητη δέσμευση» στο Άρθρο 5, χαρακτηρισμό της Ρωσίας ως «μακροπρόθεσμη απειλή», δέσμευση για παροχή €70 δισεκατομμυρίων σε στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία για το 2026, και νέες αμυντικές προμήθειες άνω των $50 δισεκατομμυρίων. Στην πράξη, όμως, η ενότητα αυτή είναι περισσότερο επικοινωνιακή κατασκευή παρά εικόνα πραγματικής στρατηγικής σύγκλισης.

Ζελένσκι: Ανάμεσα στην ελπίδα για Patriot και τον φόβο του συμβιβασμού

Το πιο ευαίσθητο και ίσως πιο κρίσιμο για το μέλλον της Ευρώπης, κομμάτι της Συνόδου αφορούσε την Ουκρανία. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έφτασε στην Άγκυρα με έναν διπλό στόχο. Να αποσπάσει νέα συστήματα αεράμυνας και να πιέσει τον Τραμπ να ασκήσει ουσιαστική επιρροή στον Βλαντιμίρ Πούτιν για μια «αξιοπρεπή» ειρήνη, ενώ οι ρωσικές επιθέσεις, όπως το πρόσφατο πλήγμα στο Κίεβο με 30 νεκρούς λίγες ημέρες πριν τη Σύνοδο, συνεχίζονταν αμείωτες.

Στο περιθώριο της Συνόδου, ο Τραμπ ανακοίνωσε πως οι ΗΠΑ θα δώσουν στην Ουκρανία άδεια να κατασκευάσει η ίδια πυραύλους για τα συστήματα Patriot, δήλωση που παρουσιάστηκε ως σημαντική στροφή. Ωστόσο, κανείς δεν ξέρει αν πρόκειται για πραγματική αλλαγή αμερικανικής στρατηγικής, ή για ακόμη μία χειρονομία εντυπωσιασμού, ανάλογη με τις επανειλημμένες υποσχέσεις προς τον Ερντογάν για τα F-35 που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν πλήρως;

Ce75b2a2 348b 4609 9f8b 4bc287c92bef

Το ζήτημα πάντως δεν είναι απλώς τεχνικό. Πολλοί αναλυτές έχουν επισημάνει επανειλημμένα, τους τελευταίους μήνες, ότι η αμερικανική στάση απέναντι στη Ρωσία δεν χαρακτηρίζεται από σταθερή και διαρκή πίεση, αλλά από μια τάση προσέγγισης με τις ρωσικές θέσεις, εις βάρος των ουκρανικών αξιώσεων για μια «δίκαιη» λύση. Η επίμονη έμφαση του Τραμπ ότι «και οι δύο πλευρές πρέπει να κάνουν συμβιβασμούς» ακούγεται εκ πρώτης όψεως ισορροπημένη, όμως στην πράξη μεταφράζεται συχνά σε πίεση προς το Κίεβο να αποδεχθεί εδαφικές και πολιτικές παραχωρήσεις που ουσιαστικά επιβραβεύουν τη ρωσική εισβολή. Το Ντονμπάς παραμένει το κεντρικό αγκάθι μιας διαπραγμάτευσης όπου η Ουάσιγκτον, σύμφωνα με ευρωπαϊκές αναλύσεις, φαίνεται να αντιμετωπίζει τη Μόσχα λιγότερο ως απειλή και περισσότερο ως μελλοντικό οικονομικό εταίρο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κάθε νέα «καλή συνομιλία» Τραμπ με τον Πούτιν, όπως αυτή πριν από τη Σύνοδο της Άγκυρας, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος εκτίμησε πως και οι δύο πλευρές «θέλουν μια συμφωνία», δεν πρέπει να διαβάζεται μόνο ως διπλωματική αισιοδοξία. Πρέπει να διαβάζεται ως ένδειξη μιας αμερικανικής προσέγγισης που επιδιώκει το τέλος του πολέμου με όσο το δυνατόν λιγότερο κόστος για τη Ρωσία, ανεξαρτήτως των μακροπρόθεσμων συνεπειών για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Πολλές εντυπώσεις, ελάχιστες εγγυήσεις

Τι κέρδισε, εν τέλει, ο Ερντογάν στην Άγκυρα; Κέρδισε συμβολισμό, με να προεδρικό συγκρότημα γεμάτο ηγέτες, ένα δείπνο με τελετουργικό μεγαλείο και ρητορική αναγνώριση ως «σπουδαίου συμμάχου». Κέρδισε επίσης προφορικές δεσμεύσεις για άρση των κυρώσεων CAATSA και «εξέταση» πώλησης των F-35, μαζί με μια φράση στην τελική διακήρυξη για ελεύθερο αμυντικό εμπόριο, που μισανοίγει την συμμετοχή στο SAFE, αλλά αυτό μπορεί αν γίνει μόνο με το «ναι» της Ελλάδας και της Κύπρου. Ο Ερντογάν δεν κέρδισε όμως καμία δεσμευτική, θεσμική εγγύηση. Το Κογκρέσο παραμένει εμπόδιο, το Ισραήλ παραμένει αντίθετο, με τόνους πρωτοφανείς σε ένταση και η Ελλάδα, μέσω του Μητσοτάκη, φρόντισε να θυμίσει δημόσια, μπροστά σε όλους τους συμμάχους, ότι η ίδια η βάση της συμμαχικής λογικής, καταπατάται καθημερινά από την τουρκική απειλή πολέμου.

Το πραγματικό ερώτημα που αφήνει πίσω της η Σύνοδος της Άγκυρας δεν αφορά μόνο την Τουρκία. Αφορά το ίδιο το ΝΑΤΟ. Μπορεί μια συμμαχία συλλογικής άμυνας να διατηρήσει τη συνοχή της, όταν ο ισχυρότερος εταίρος της μοιράζει την εύνοιά του με προσωπικά κριτήρια, όταν ένα μέλος απειλεί ανοιχτά άλλο με πόλεμο, και όταν η στάση απέναντι στον επιτιθέμενο στην Ουκρανία μοιάζει να μαλακώνει αντί να σκληραίνει; Οι απαντήσεις που δόθηκαν στην Άγκυρα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, προσωρινές αναβολές με το βαθύτερο ρήγμα να παραμένει αγεφύρωτο.

Το άρθρο Πολλές υποσχέσεις και κανένα F-35 από τον Τραμπ στην Ερντογάν εμφανίστηκε πρώτα στο Cyprus Times.