Η ώρα της κρίσης για την Volkswagen: Κρίσιμη συνεδρίαση εποπτικού συμβουλίου για απολύσεις, κλείσιμο εργοστασίων

Κρίσιμη συνάντηση του εποπτικού συμβουλίου του Ομίλου Volkswagen έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει σήμερα το πρωί 9 Ιουλίου στην έδρα της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας στο Βόλφσμπουργκ της Γερμανίας.

Η διοίκηση υπό τον επικεφαλής της Volkswagen AG, Όλιβερ Μπλούμε, έχει το δύσκολο έργο να προσπαθήσει από τη μια να αντιμετωπίσει την επέλαση των κινεζικών πωλήσεων στην Ευρώπη, τη μείωση των αγορών ευρωπαϊκών οχημάτων στην ΕΕ και την πρόκληση των αμερικανικών δασμών. Από την άλλη κινδυνεύει να έλθει σε σύγκρουση με τα συνδικάτα, τους εργαζομένους αλλά και μεγάλους μετόχους όπως το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας το οποίο κατέχει το 20% των δικαιωμάτων ψήφου στον Όμιλο Volkswagen.

Το σταυροδρόμι είναι μεγάλο, αφού η διοίκηση υπό τον Μπλούμε φέρεται να είχε διαρρεύσει τις προηγούμενες ημέρες σε γερμανικά μέσα ενημέρωσης σχέδιο μεγάλης αναδιάρθρωσης. Αυτό περιελάμβανε –σύμφωνα με τις διαρροπές και χωρίς επίσημη ενημέρωση- επιπλέον 50.000 περικοπές θέσεων εργασίας και πιθανό κλείσιμο τεσσάρων εργοστασίων στη Γερμανία -του Ανόβερου, του Έμντεν, του Τσβίκαου και του εργοστασίου της Audi στο Νέκαρσουλμ. Επιπλέον, η εταιρεία επανεξετάζει την δομή της και ενδέχεται να αποσπάσει ή να αποσχίσει κάποια από τις μάρκες ή τις θυγατρικές εταιρείες εξέλιξης και παραγωγής εξαρτημάτων.

Εάν προχωρήσει ένα τέτοιο σχέδιο για επιπλέον περικοπές, αυτές αναμένεται να φτάσουν συνολικά στον όμιλο τα 100.000 άτομα, από τους σχεδόν 629.000 εργαζομένους που απασχολεί σήμερα η VW.

Οι ιδιαιτερότητες

Το μοναδικό σύνολο δομών εξουσίας της VW με εκτεταμένα δικαιώματα ψήφου για τους ηγέτες των εργαζομένων και το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας σηματοδοτεί ειδικές προκλήσεις για τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων στην πιο σημαντική βιομηχανία της εταιρείας, σχολίαζαν αναλυτές στο BloombergΑνάμεσα στα άλλα, η συμφωνία της VW του 2024 με τους εργαζόμενους δεν επιτρέπει άλλες υποχρεωτικές περικοπές και περιορίζει τις μειώσεις στην μάρκα VW στη Γερμανία έως το 2030 σε όχι περισσότερες από 35.000 θέσεις εργασίας.

Μετά τα δημοσιεύματα στα τέλη Ιουνίου για μεγαλύτερες περικοπές και κλείσιμο εργοστασίων στη Γερμανία, το συμβούλιο εργαζομένων της VW ανήρτησε μακροσκελή ανάρτηση στο εσωτερικό δίκτυο (intranet) του, περιγράφοντας λεπτομερώς πώς η συμφωνία του 2024 δεν μπορεί να ακυρωθεί.

«Μέχρι τώρα, το σύστημα έχει ενισχύσει τη σταθερότητα και μια μακροπρόθεσμη βιομηχανική βάση. Ειδικά στη Γερμανία, τα εργοστάσια της VW αποτελούν οικονομικές άγκυρες για πόλεις που εγγυώνται βιομηχανική ασφάλεια. Τα κλεισίματα )εργοστασίων) θα απειλούσαν την κοινωνική συμφωνία που στηρίζει την VW εδώ και δεκαετίες», ανέφερε το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο.

Πως διαμορφώνονται οι ισορροπίες στο εποπτικό συμβούλιο

Προς το παρόν, μόνο 19 από τις 20 έδρες είναι καλυμμένες μετά την παραίτηση τον περασμένο μήνα της πρώην διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας εξαρτημάτων οχημάτων Renk, της Σούζαν Βίεγκαντ. Αυτό αφήνει τους εκπροσώπους των μετόχων του διοικητικού συμβουλίου με μία έδρα λιγότερη από την πλευρά των εργαζομένων, η οποία συνεχίζει να κατέχει 10 έδρες.

Το κλείσιμο εργοστασίων που καλύπτονται από τον λεγόμενο νόμο της Volkswagen απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων, σημειώνει το Reuters, πράγμα που σημαίνει ότι η έγκριση για μια τέτοια κίνηση είναι σχεδόν αδύνατη εάν υπάρξει αντίθεση των συνδικάτων.

Ποια εργοστάσια κινδυνεύουν περισσότερο

Δύο από τα εργοστάσια που κινδυνεύουν, το Τσβικάου και το Νέκαρσουλμ, δεν καλύπτονται από τον αποκαλούμενο ειδικό νόμο της Volkswagen, πράγμα που σημαίνει ότι το κλείσιμό τους δεν θα απαιτούσε την έγκριση του εποπτικού συμβουλίου. Σε κάθε περίπτωση όμως προσπάθειες για το ενεργό κλείσιμό τους θα συναντούσαν μαζική αντίσταση και διαμαρτυρίες από συνδικάτα και τοπικούς πολιτικούς και θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν μεγάλες απεργίες.

Επιπλέον πλήρες κλείσιμο εργοστασίων θα είχε ως αποτέλεσμα πολύ μεγάλο κόστος και προβλέψεις για ζημιές τον όμιλο, όπως συνέβη με το κλείσιμο του εργοστασίου της Audi στις Βρυξέλλες το 2025, το οποίο επηρέασε 3.000 εργαζόμενους και προκάλεσε επιβαρύνσεις ύψους 1,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, δείχνουν τα ίδια στοιχεία.