Οι ταινίες του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Σαμ Βούτα και της Κύπριας Μυρσίνης Αριστείδου είναι ανάμεσα σε αυτές που επιλέχθηκαν για να προβληθούν στο φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μελβούρνης (MIFF), που διεξάγεται μεταξύ 6 και 23 Αυγούστου στη Μελβούνη και την επαρχιακή Βικτώρια.
Ο λόγος για την κωμωδία «Yesterday Island» του Βούτα και το δράμα «Κράτα με» της Αριστείδου.
Η ταινία «Yesterday Island» έχει ήδη τύχει θερμής υποδοχής σε διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου, κερδίζοντας το Βραβείο Κοινού στο Austin, το Βραβείο Κριτών στις Βρυξέλλες και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μεγάλου Μήκους στο Cleveland.
Όμως για τον μεγαλωμένο στη Μελβούρνη σκηνοθέτη της, η εμφάνιση της ταινίας στη γενέτειρά του έχει ξεχωριστή σημασία.
«Μπορείς να προβάλεις μια ταινία σε όλο τον κόσμο, αλλά το να την φέρεις πίσω στη Μελβούρνη για προβολή, αυτό είναι από πολλές απόψεις το πιο αγχωτικό, γιατί παίζεις εντός έδρας», δήλωσε ο Βούτας στον «Νέο Κόσμο».

Πρόκειται για τη δεύτερη φορά που προσκαλείται στο MIFF.
«Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μελβούρνης είναι ένα από τα μεγαλύτερα στο νότιο ημισφαίριο, οπότε ο ανταγωνισμός είναι έντονος… είναι πραγματικά μεγάλη τιμή».
Η ταινία «Yesterday Island» ακολουθεί έναν αποτυχημένο συγγραφέα που έχει παγιδευτεί να ζει την ίδια μέρα σε ένα νησί κοντά στην Ανταρκτική, όπου πρέπει να βρει κάποιον άλλο να πάρει τη θέση του, προκειμένου να δραπετεύσει.

Πρόκειται για την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Βούτα και αντλεί στοιχεία από την ελληνική μυθολογία.
«Με ενδιέφερε πολύ αυτό το κομμάτι του Νότιου Ημισφαιρίου. Είναι η περιοχή ακριβώς βόρεια της Ανταρκτικής, και ένιωσα ότι είναι ένα πολύ μυθικό μέρος, επειδή πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν πάει εκεί και, από πολλές απόψεις, μοιάζει με το τέλος του κόσμου», είπε.
«Ήθελα να δημιουργήσω έναν κόσμο, ένα είδος φανταστικού κόσμου βασισμένου στους ερευνητικούς σταθμούς που βρίσκονται εκεί κάτω. Και έτσι ουσιαστικά χωρά η ελληνική μυθολογία σε ολόκληρη την ιστορία. Υπάρχουν πολλοί ελληνικοί μύθοι στην ταινία».
«Μυήθηκα στην ελληνική μυθολογία ως παιδί και με συνόδευσε σε όλη μου τη ζωή», εξηγεί.
«Οι Έλληνες θεοί και ήρωες ήταν για εμένα ό,τι είναι σήμερα οι υπερήρωες της Marvel για τα παιδιά».

Ο Βούτας μιλά και για την επανασύνδεσή του με την ελληνική του καταγωγή.
Το μεσαίο του όνομα, Άγγελος, έρχεται από τον παππού του, ο οποίος μετανάστευσε από το χωριό Άνω Καστανιά κοντά στη Μονεμβασιά, στην Αυστραλία το 1926, όπου εργάστηκε σε ελληνικά καφενεία στη Νέα Νότια Ουαλία προτού αναλάβει τη διεύθυνση του Capitol Cafe στην κωμόπολη Goulburn.
Ο παππούς του πέθανε σε τροχαίο ατύχημα όταν ο πατέρας του Βούτα ήταν έξι ετών, διακόπτοντας σε μεγάλο βαθμό τη σύνδεση της οικογένειας με την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα.
«Ένα από τα πράγματα που προσπαθώ πολύ τώρα ως ενήλικας είναι να μάθω όσο περισσότερο μπορώ, στον χρόνο που έχω, για την ελληνική κουλτούρα που, δυστυχώς, λόγω μιας οικογενειακής τραγωδίας, μας στερήθηκε», είπε.
Ο Βούτας μαθαίνει ελληνικά και δήλωσε ότι ελπίζει να γυρίσει κάποια μελλοντική του ταινία στην Ελλάδα.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΗΚΕΙΝ
Εντωμεταξύ, η Κύπρια σκηνοθέτιδα Μυρσίνη Αριστείδου θα παρουσιάσει το «Κράτα με», το πρώτο της μεγάλου μήκους έργο, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance για του 2026, κερδίζοντας και το Βραβείο Κοινού στην κατηγορία «World Cinema Dramatic».

Πρόκειται για την πρώτη κυπριακή παραγωγή που έκανε πρεμιέρα στο Sundance και την πρώτη ελληνόφωνη ταινία που κέρδισε βραβείο στο φεστιβάλ.
Αν και η Αριστείδου δεν μπορεί να παρευρεθεί στο MIFF, δήλωσε ότι η προβολή της ταινίας στη Μελβούρνη έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω των ελληνικών και κυπριακών κοινοτήτων της πόλης.
«Είναι εξαιρετικά σημαντικό, και μακάρι να ήμουν στη Μελβούρνη για να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με όλους», δήλωσε στον «Νέο Κόσμο».

«Ελπίζω η ταινία να δώσει στο κοινό την ευκαιρία να επανασυνδεθεί με ένα μέρος αυτής της ταυτότητας, υπενθυμίζοντάς του παράλληλα ότι τα συναισθήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της υπερβαίνουν τα εθνικά όρια. Τα θέματα της οικογένειας, της συγχώρεσης, της νοσταλγίας και των ανθρώπινων σχέσεων είναι πανανθρώπινα».
Η ταινία «Κράτα με» ακολουθεί την ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού που επανασυνδέεται με τον πατέρα της, με τον οποίο είχε αποξενωθεί, εξερευνώντας θέματα όπως η οικογένεια, η συγχώρεση και η συμφιλίωση.
Στην ερώτηση για το πώς δημιουργήθηκε το σενάριο, η Αριστείδου εξηγεί ότι πηγάζει από μια εικόνα που την συνόδευε εδώ και χρόνια: ένα νεαρό κορίτσι που κοιτούσε τον ορίζοντα, περιμένοντας κάποιον που ίσως να μην έρθει ποτέ, αλλά που ταυτόχρονα είχε μια μεγάλη επιθυμία να διανύσει αυτή την απόσταση.
«Άρχισα να ενδιαφέρομαι για τις συναισθηματικές συνέπειες της απουσίας, και συγκεκριμένα για το πώς τα παιδιά ερμηνεύουν τη συμπεριφορά των ενηλίκων που φεύγουν, τα απογοητεύουν ή απλώς δεν ξέρουν πώς να τα αγαπήσουν ή να τα αγκαλιάσουν με τον τρόπο που χρειάζονται.
«Καθώς ανέπτυσσα την ιστορία, άρχισα να ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο για την πιθανότητα της συμφιλίωσης. Αντί να επικεντρωθώ στην επίρριψη ευθυνών, ήθελα να δω αν δύο άνθρωποι που έχουν πληγώσει ο ένας τον άλλον μπορούν ακόμα να βρουν έναν τρόπο να συγχωρήσουν και να ξανασυνδεθούν».

Η Κύπρος είναι αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας, εξηγεί η σκηνοθέτιδα.
«Η Κύπρος είναι πολύ περισσότερο από ένα σκηνικό στην ταινία, είναι σχεδόν ένας ακόμη χαρακτήρας»,
«Είναι ένα νησί που χαρακτηρίζεται από τον διχασμό, τη μνήμη, τον εκτοπισμό και την ανθεκτικότητα, και αυτές οι ιδέες διείσδυσαν οργανικά στην ιστορία».
Για την επιτυχία που γνώρισε η ταινία στο Sundance, σχολιάζει:
«Είναι μια εξαιρετική τιμή, ειδικά επειδή το «Κράτα με» είναι η πρώτη μου ταινία μεγάλου μήκους«Η αναγνώριση με το Βραβείο Κοινού το έκανε ακόμα πιο ξεχωριστό, επειδή προήλθε απευθείας από τους θεατές. Ως κινηματογραφιστές, περνάμε χρόνια δημιουργώντας ταινίες σε σχετική απομόνωση, χωρίς να γνωρίζουμε ποτέ πώς θα αντιδράσει το κοινό».
Δήλωσε επίσης περήφανη που εκπροσώπησε την Κύπρο και την ελληνική γλώσσα στη διεθνή σκηνή.
«Η Κύπρος έχει έναν απίστευτα πλούσιο πολιτισμό και ιστορία. Αλλά το γεγονός ότι κατάγομαι από εδώ δεν διευκολύνει τη δημιουργία τέχνης ή την προσέγγιση διεθνούς κοινού. Χρειάζεται πολλή και σκληρή δουλειά, αφοσίωση και επιμονή για να ξεπεραστούν πολλά εμπόδια.
«Όταν όμως τα θεμέλια είναι γερά, όλα είναι δυνατά – και πρέπει να νιώθουμε ευγνωμοσύνη που έχουμε στη διάθεσή μας γερά θεμέλια και αξίες».
Η Αριστείδου δήλωσε ότι ελπίζει πως το κοινό θα βγει από την κινηματογραφική αίθουσα με περισσότερη συμπόνια.
«Αν οι θεατές βγουν από τον κινηματογράφο νιώθοντας λίγο πιο ανοιχτοί απέναντι στον εαυτό τους ή στους ανθρώπους που αγαπούν, τότε θεωρώ ότι η ταινία έχει επιτελέσει το έργο της».
The post Ένας Ελληνοαυστραλός και μία Κύπρια στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Μελβούρνης appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.