Ιράν, Ορμούζ και ουκρανικό αναδιαμορφώνουν νέες ισορροπίες

Ιράν, Ορμούζ και ουκρανικό αναδιαμορφώνουν νέες ισορροπίες – Τι αναφέρουν ξένοι αναλυτές

Η σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ και η πίεση στα αποθέματα ενέργειας και πυρομαχικών κυριαρχούν στον διεθνή Τύπο. Στη Δύση, οι αναλύσεις εστιάζουν στην ανασυγκρότηση της ιρανικής ηγεσίας με παλαιά, έμπιστα στελέχη, στον πόλεμο οικονομικής φθοράς και στις συνέπειες της αμερικανικής υπερεπέκτασης, ενώ η έλλειψη πυραύλων Patriot αφήνει την Ουκρανία περισσότερο εκτεθειμένη. Στη Μέση Ανατολή, η Σαουδική Αραβία πιέζει τη Βαγδάτη να τιμωρήσει τις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές, την ίδια ώρα που διατηρεί ανοικτό δίαυλο επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Στην Ασία, η Ταϊβάν και η Ιαπωνία αναζητούν πρακτικά διδάγματα από τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τον κίνδυνο αποκλεισμών και την ευπάθεια των θαλάσσιων διαδρόμων. Τέλος, οι ρωσικές και ουκρανικές αναλύσεις αναδεικνύουν, αντιστοίχως, την αμερικανική αξιοπιστία στην Κορεατική Χερσόνησο και την εύθραυστη ουκρανική πρωτοβουλία στο πεδίο.

Ο δυτικός Τύπος

Την πιθανότητα οι πολεμικές απώλειες να έχουν περιορίσει το περιθώριο συμβιβασμού της Τεχεράνης εξετάζει η Efrat Lachter στο Fox News, σε ανάλυση με τίτλο «Οι αποδεκατισμένες τάξεις του Ιράν καλύπτουν κρίσιμες θέσεις με πιστούς — με ένα κραυγαλέο πρόβλημα», που δημοσιεύτηκε στις 18 Αυγούστου. Η αρθρογράφος σημειώνει ότι το Ιράν ανασυγκροτεί την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία και τις υπηρεσίες ασφαλείας του μετά τις απώλειες του πολέμου, επαναφέροντας βετεράνους της Επανάστασης του 1979, του πολέμου Ιράν-Ιράκ και παλαιότερων καταστολών. Οι διορισμοί καλύπτουν τις ένοπλες δυνάμεις, τους Φρουρούς της Επανάστασης, τη ναυτική δύναμή τους, την Μπασίτζ και το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας. Στο επίκεντρο βρίσκονται ο Ahmad Vahidi, ο Mohsen Rezaei και ο Hossein Taeb, στελέχη στενά συνδεδεμένα με την οικογένεια Khamenei και με εκτεταμένο υπόβαθρο στις υπηρεσίες ασφαλείας. Η Lachter επισημαίνει ότι η επιστροφή τους δεν αποδεικνύει έλλειψη νεότερων στελεχών, υποδηλώνει όμως πως το καθεστώς προτάσσει την ιδεολογική πίστη έναντι της ανανέωσης. Η επιλογή αντανακλά το άγχος της ηγεσίας για εσωτερική συνοχή σε συνθήκες παρατεταμένης σύγκρουσης και διεθνούς απομόνωσης. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια στενότερη ομάδα λήψης αποφάσεων, περισσότερο εξαρτημένη από την καταστολή και λιγότερο πρόθυμη να ενδώσει στην αμερικανική πίεση για συμφωνία, τη στιγμή που η Ουάσιγκτον επιδιώκει επιστροφή στις διαπραγματεύσεις.

Την εκτίμηση ότι ο χρόνος μπορεί να ευνοεί περισσότερο το Ιράν από τον Λευκό Οίκο διατυπώνει ο Zachary Fillingham στο καναδικό Geopolitical Monitor, σε ανάλυση με τίτλο «Πόλεμος στο Ιράν: Ποια οικονομία θα λυγίσει πρώτη;», που δημοσιεύτηκε στις 18 Αυγούστου. Ο αναλυτής γράφει ότι, μετά το αδιέξοδο στο στρατιωτικό και διπλωματικό πεδίο, η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε πόλεμο οικονομικής φθοράς: παρατεταμένο ναυτικό αποκλεισμό, κυρώσεις και πίεση στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου. Η Τεχεράνη απαντά κρατώντας κλειστά τα Στενά του Ορμούζ και αξιοποιώντας τις επιθέσεις των Χούθι στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ για να αυξήσει τις τιμές της ενέργειας. Ωστόσο, και η Ουάσιγκτον έχει περιορισμένα χρονικά περιθώρια. Το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου έχει υποχωρήσει κάτω από τα 300 εκατομμύρια βαρέλια, το κόστος δανεισμού αυξάνεται και η πολεμική επιχείρηση επιβαρύνει έναν προϋπολογισμό στον οποίο οι τόκοι υπερβαίνουν ήδη τις αμυντικές δαπάνες. Παράλληλα, οι ενδιάμεσες εκλογές περιορίζουν τον πολιτικό ορίζοντα του Τραμπ και η κοινωνική κόπωση μπορεί να ενταθεί. Ο Fillingham αναγνωρίζει ότι ο αποκλεισμός μπορεί να στερήσει από το Ιράν συνάλλαγμα, υπενθυμίζει όμως ότι αυταρχικά καθεστώτα συχνά αντέχουν μακροχρόνιες κυρώσεις, μεταφέροντας το βάρος στον πληθυσμό και προστατεύοντας τον κατασταλτικό μηχανισμό. Συνεπώς, η αμερικανική οικονομική πίεση ίσως αποδώσει πολύ αργότερα από όσο επιτρέπει η αμερικανική πολιτική συγκυρία.

Τη μετατροπή της επίδειξης ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών σε εικόνα αδυναμίας περιγράφει η συντακτική ομάδα της Le Monde, σε κύριο άρθρο με τίτλο «Ο καταστροφικός απολογισμός του Τραμπ στη Μέση Ανατολή», που δημοσιεύτηκε στις 17 Αυγούστου. Η γαλλική εφημερίδα υποστηρίζει ότι ο πόλεμος που εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ μαζί με το Ισραήλ κατά του Ιράν είχε ως πιο απτό αποτέλεσμα το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, τα οποία λειτουργούσαν κανονικά πριν από τις 28 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με τη Le Monde, η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε στη συνέχεια να υπογράψει μια ασαφή συμφωνία που επέτρεψε στην Τεχεράνη να διεκδικήσει πρωτοφανή έλεγχο της ναυσιπλοΐας. Οι απειλές για επανάληψη των επιθέσεων ακολούθησαν νέες υπαναχωρήσεις, πιθανώς υπό την πίεση των κρατών του Κόλπου και εξαιτίας της ανησυχητικής κατάστασης των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών. Η εφημερίδα συνδέει αυτή την αποτυχία με το αμυντικό σύμφωνο Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας, το οποίο θεωρεί αμφισβήτηση του παραδοσιακού ρόλου των ΗΠΑ στην Αραβική Χερσόνησο. Παράλληλα, κατηγορεί τον Τραμπ ότι επέτρεψε στον Benjamin Netanyahu να μπλοκάρει το αμερικανικό σχέδιο για τη Γάζα και αντέδρασε καθυστερημένα στη βία εποίκων στη Δυτική Όχθη. Το συμπέρασμα είναι ότι η αμερικανική πολιτική συνδυάζει στρατιωτική υπερεπέκταση, διπλωματική ασυνέπεια και αδυναμία να επιβληθεί ακόμη και στους συμμάχους της.

Την έλλειψη πυραύλων Patriot ως τη σοβαρότερη αδυναμία της Ουκρανίας αναδεικνύει ο Georg Fahrion στο Der Spiegel, σε ανάλυση με τίτλο «Η έλλειψη πυραύλων Patriot είναι η μεγαλύτερη αδυναμία του Κιέβου», που δημοσιεύτηκε στις 18 Αυγούστου. Ο συντάκτης επισημαίνει ότι η Ρωσία αυξάνει τη χρήση βαλλιστικών πυραύλων, ενώ οι συστοιχίες Patriot —το μοναδικό ουκρανικό σύστημα με αποδεδειγμένη ικανότητα αναχαίτισης των συγκεκριμένων απειλών— μένουν χωρίς επαρκείς πυραύλους αναχαίτισης. Το αποτέλεσμα φάνηκε σε επιδρομές κατά του Κιέβου, όταν ρωσικοί πύραυλοι έπληξαν την πόλη χωρίς επιτυχή αναχαίτιση. Η κρίση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των εκτοξευτών, αλλά κυρίως τη διαθεσιμότητα των ακριβών πυραύλων PAC-3 και τον αργό ρυθμό παραγωγής τους. Τα αμερικανικά αποθέματα έχουν επιβαρυνθεί από τον πόλεμο κατά του Ιράν, στον οποίο χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 1.500 πύραυλοι Patriot, ενώ οι ευρωπαϊκές εναλλακτικές δεν μπορούν να καλύψουν γρήγορα το κενό. Ο Fahrion εξετάζει τη δέσμευση του Τραμπ να επιτρέψει στην Ουκρανία την παραγωγή τους, από την οποία υπαναχώρησε αργότερα, επικαλούμενος τον κίνδυνο μεταφοράς ευαίσθητης τεχνολογίας. Ακόμη και αν εγκριθεί η συμπαραγωγή, θα χρειαστούν χρόνια για να αποδώσει. Έτσι, το Κίεβο εισέρχεται στον χειμώνα εκτεθειμένο σε επιθέσεις κατά πόλεων και ενεργειακών υποδομών, χωρίς άμεση τεχνική λύση και με την αμερικανική πολιτική βούληση αβέβαιη.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Τη διπλή στρατηγική του Ριάντ —τιμωρία των φιλοϊρανικών ενόπλων οργανώσεων και ταυτόχρονη συνεννόηση με την Τεχεράνη— καταγράφει η Amberin Zaman στο Al-Monitor, σε ανάλυση με τίτλο «Η Σαουδική Αραβία ζητεί να “πέσουν κεφάλια” φιλοϊρανών πολιτοφυλάκων στο Ιράκ, ενώ συνομιλεί με την Τεχεράνη», που δημοσιεύτηκε στις 19 Αυγούστου. Σύμφωνα με περιφερειακές πηγές, η σαουδαραβική ηγεσία απαιτεί ευθέως από τον Ιρακινό Πρωθυπουργό Ali al-Zaidi να στραφεί όχι μόνο κατά των εκτελεστών επιθέσεων εναντίον του βασιλείου, αλλά κυρίως κατά όσων έδωσαν τις εντολές. Οι περισσότερες επιθέσεις που δέχθηκε η Σαουδική Αραβία από την έναρξη του πολέμου φαίνεται ότι εξαπολύθηκαν από ιρακινό έδαφος, γεγονός που οδήγησε το Ριάντ σε πλήγματα αντιποίνων από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Zaman επισημαίνει, ωστόσο, ότι η σαουδαραβική πολιτική δεν περιορίζεται στη στρατιωτική αποτροπή. Παράλληλα με τις νέες αμυντικές συμφωνίες, το βασίλειο διατηρεί παρασκηνιακές επαφές με το Ιράν για αποκλιμάκωση. Η Βαγδάτη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με αντικρουόμενες πιέσεις: να προστατεύσει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη, να διαφυλάξει τη συνεργασία με την Ουάσιγκτον και να περιορίσει οργανώσεις που διαθέτουν θεσμική και ένοπλη ισχύ. Η ουσία είναι ότι η ιρακινή κυριαρχία δοκιμάζεται πλέον από τις απαιτήσεις περιφερειακών δυνάμεων για λογοδοσία σε μια σύγκρουση που ξεπερνά τα σύνορά της.

Τα ισραηλινά πλήγματα στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στόχευαν να αποτρέψουν τουρκική στρατιωτική προώθηση στη Συρία και πιθανή σύγκρουση, σύμφωνα με το άρθρο της Danielle Greyman-Kennard με τίτλο «Το Ισραήλ έπληξε τη Συρία για να αποφύγει άμεση σύγκρουση με την Τουρκία, λένε ειδικοί», που δημοσιεύτηκε στις 19 Αυγούστου στη Jerusalem Post. Ο Hay Eytan Cohen Yanarocak υποστηρίζει ότι το Ισραήλ δεν επιδιώκει αντιπαράθεση με την Άγκυρα, θεωρεί όμως ασφαλή μόνο την παραμονή των τουρκικών δυνάμεων στη βόρεια Συρία. Η τουρκική Προεδρία απέρριψε τις ισραηλινές κατηγορίες και χαρακτήρισε τα πλήγματα παράνομα, διαβεβαιώνοντας ότι η συνεργασία με τη Δαμασκό θα συνεχιστεί. Ο Jonathan Hessen εκτιμά ότι η τουρκική επιρροή υπερβαίνει τη φυσική παρουσία στρατευμάτων, καθώς εκτείνεται στο συριακό Υπουργείο Άμυνας, στη συγκρότηση νέου στρατού και στην ενσωμάτωση τζιχαντιστών και ξένων μαχητών. Κατά τον ίδιο, τα ισραηλινά πλήγματα στις βάσεις Αμπού αλ-Ντουχούρ και Τ4 αποτελούν προειδοποίηση ότι η Ιερουσαλήμ δεν θα αποδεχθεί τουρκική αεροπορική υποδομή νοτιότερα. Παρά τις δημόσιες αντιδράσεις, ενδέχεται να λειτουργούν παρασκηνιακοί δίαυλοι. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει αποκλιμάκωση, αλλά ο Hessen θεωρεί ότι ο Tom Barrack εμφανίζεται υπερβολικά φιλοτουρκικός, υποβαθμίζοντας τις ισραηλινές ανησυχίες ασφαλείας. Το συμπέρασμα είναι πως οι επιδρομές λειτουργούν ως όριο στην τουρκική στρατιωτική εδραίωση, όχι ως προάγγελος πολέμου.

Ο Τύπος της Ασίας

Τον κίνδυνο να αντιγράψει η Ταϊβάν επιτυχίες που δεν μεταφέρονται αυτομάτως στο δικό της πεδίο εξετάζει ο Denny Roy στην εφημερίδα The Straits Times, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Πόσο χρήσιμοι είναι οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν για την αμυντική στρατηγική της Ταϊβάν;», που δημοσιεύτηκε στις 17 Αυγούστου. Ο Roy ξεκινά από τις ασκήσεις Han Kuang του 2026, όπου τα drones και τα συστήματα αντιμετώπισής τους είχαν κεντρικό ρόλο, και από τον προϋπολογισμό άμυνας του 2027, που αναμένεται να ενισχύσει μη επανδρωμένα αεροσκάφη, σκάφη και άλλα μέσα ασύμμετρου πολέμου. Η Ουκρανία έχει δείξει ότι φθηνά drones μπορούν να φθείρουν έναν ισχυρότερο αντίπαλο, να πλήξουν εφοδιαστικές γραμμές και να μεταφέρουν τον πόλεμο βαθιά στα μετόπισθεν. Το Ιράν απέδειξε πώς πύραυλοι, νάρκες και μη επανδρωμένα μέσα αμφισβητούν μια ανώτερη ναυτική δύναμη. Ωστόσο, η Ταϊβάν θα αντιμετωπίσει διαφορετική γεωγραφία, μικρότερο στρατηγικό βάθος, αποκλεισμό και την ανάγκη να επιβιώσει από ένα πρώτο κύμα πληγμάτων. Ο αρθρογράφος υπογραμμίζει ότι η μαζική προμήθεια συστημάτων δεν αρκεί: απαιτούνται αποκεντρωμένη διοίκηση, ασφαλείς επικοινωνίες, ανθεκτική παραγωγή, αποθέματα και εκπαίδευση σε συνθήκες ηλεκτρονικού πολέμου. Το ουσιαστικό δίδαγμα των δύο συγκρούσεων, καταλήγει, δεν είναι η μηχανική αντιγραφή όπλων, αλλά η προσαρμογή της ασύμμετρης άμυνας στις επιχειρησιακές συνθήκες της Ταϊβάν.

Την κρίση στα Στενά του Ορμούζ ως προειδοποίηση ότι η Ιαπωνία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την προστασία των θαλάσσιων οδών παρουσιάζει ο Yuki Goto στην εφημερίδα The Japan Times, σε ανάλυση με τίτλο «Γιατί τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν προειδοποίηση για την Ιαπωνία», που δημοσιεύτηκε στις 17 Αυγούστου. Ο συγγραφέας διακρίνει δύο επίπεδα της θαλάσσιας τάξης: την «κάθετη» ισχύ μιας ηγεμονικής ναυτικής δύναμης και την «οριζόντια» λειτουργία κοινώς αποδεκτών κανόνων. Ο de facto αποκλεισμός που επέβαλε το Ιράν μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα έδειξε ότι ένας αντίπαλος δεν χρειάζεται να κυριαρχεί στη θάλασσα για να παραλύσει την εμπορική ναυσιπλοΐα. Αρκούν νάρκες, πύραυλοι, drones, απειλές και η εκτίναξη του ασφαλιστικού κινδύνου. Για την Ιαπωνία, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια και θαλάσσιες γραμμές, το δίδαγμα είναι άμεσο. Ο Goto εισηγείται να ενταχθεί η επιτήρηση του θαλάσσιου χώρου στα προγράμματα Επίσημης Βοήθειας Ασφαλείας, ώστε χώρες κατά μήκος κρίσιμων διαδρόμων να μοιράζονται δεδομένα και να εντοπίζουν νωρίς απειλές. Ζητεί επίσης μόνιμους μηχανισμούς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κράτους, ναυτιλιακών εταιρειών και ασφαλιστών. Η αποστολή πολεμικών πλοίων μετά την εκδήλωση μιας κρίσης δεν αρκεί, σημειώνει· το Τόκιο χρειάζεται προληπτικό δίκτυο επιτήρησης, συνεργασίας και οικονομικής ανθεκτικότητας, ικανό να λειτουργεί πριν κλείσει ένα θαλάσσιο πέρασμα.

Ο ρωσικός και ουκρανικός Τύπος

Τον κίνδυνο η επιδίωξη του Ντόναλντ Τραμπ για συμφωνία με την Πιονγιάνγκ να υπονομεύσει τη νοτιοκορεατική εμπιστοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφει ο Nikolay Zubov στην Kommersant, σε δημοσίευμα με τίτλο «Τα προβλήματα του Τραμπ στο Ιράν δεν ενισχύουν καθόλου το κύρος του στα μάτια του Κιμ», που δημοσιεύτηκε στις 17 Αυγούστου. Ο Ρώσος συντάκτης συγκεντρώνει τις αντιδράσεις διεθνών μέσων στην απόφαση του Αμερικανού Προέδρου να περιορίσει τις κοινές ασκήσεις ΗΠΑ-Νότιας Κορέας, τις οποίες χαρακτήρισε «εχθρικές». Η JoongAng Ilbo βλέπει μια συναλλακτική αντίληψη των συμμαχιών, στην οποία η προστασία της Σεούλ αντιμετωπίζεται ως κόστος, ενώ οι απαιτήσεις για συνδρομή στα Στενά του Ορμούζ αφορούν διαφορετικό μέτωπο. Η Wall Street Journal προειδοποιεί ότι η κίνηση μπορεί να δυσκολέψει την αμερικανική προσπάθεια να αποτρέψει τη Νότια Κορέα από την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου. Η Japan Times εκτιμά ότι ο Τραμπ επιδιώκει επιστροφή στη διπλωματία με τον Kim Jong Un, όμως ο Βορειοκορεάτης ηγέτης διαθέτει προηγμένο πυρηνικό πρόγραμμα και στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία. Κατά την Kommersant, οι δυσκολίες των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν αποδυναμώνουν περαιτέρω την αμερικανική αποτρεπτική αξιοπιστία. Επομένως, η παραχώρηση προς την Πιονγιάνγκ μπορεί να εντείνει την πυρηνική ανασφάλεια στην περιοχή, την οποία υποτίθεται ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει.

Την εκτίμηση ότι η Ουκρανία έχει ανακτήσει την πρωτοβουλία στο έδαφος, χωρίς όμως να έχει λύσει το πρόβλημα της αεράμυνας, διατυπώνει ο Stefan Korshak στην Kyiv Post, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Μεγάλα εδαφικά κέρδη της Ουκρανίας, ισχυρό πλήγμα στο Νοβοροσίσκ και περισσότερος κατευνασμός από το ΝΑΤΟ», που δημοσιεύτηκε στις 18 Αυγούστου. Ο Korshak αναφέρει ότι το ουκρανικό επιτελείο ήρε το εμπάργκο ενημέρωσης για μια τρίμηνη αντεπίθεση στο νότιο μέτωπο και ανακοίνωσε την ανακατάληψη 26 χωριών και 352 τετραγωνικών χιλιομέτρων στις περιφέρειες Ντονέτσκ, Ζαπορίζια και Ντνιπροπετρόφσκ. Κατά την εκτίμησή του, οι διεισδύσεις και οι έφοδοι δείχνουν ότι το Κίεβο διατηρεί την πρωτοβουλία από την άνοιξη, μολονότι οι μάχες γύρω από την Κοστιαντινίβκα και την Ντομπροπίλια παραμένουν σκληρές. Παράλληλα, ουκρανική ναυτική επίθεση στο Νοβοροσίσκ φέρεται να προκάλεσε ζημιές σε τέσσερα πολεμικά πλοία και το κλείσιμο τριών τερματικών σταθμών σιτηρών, αυξάνοντας την πίεση στη Μαύρη Θάλασσα. Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι ρωσικοί βαλλιστικοί πύραυλοι συνεχίζουν να πλήττουν το Κίεβο και την Οδησσό χωρίς επαρκή αναχαίτιση. Οι παραβιάσεις νατοϊκού εναέριου χώρου από ρωσικά drones και η αδυναμία έγκαιρου εντοπισμού τους ενισχύουν, κατά τον ίδιο, την εικόνα επικίνδυνης αδράνειας. Η ουκρανική πρόοδος, καταλήγει, παραμένει εύθραυστη όσο η Δύση δεν καλύπτει το κενό στην αντιαεροπορική άμυνα.

Πηγή: ΚΥΠΕ