Ξέρω τι (δεν) έκανα φέτος το καλοκαίρι

Εντάξει, αυτό ήταν, αυλαία. Πέρασε κι αυτό το καλοκαίρι στην ιστορία. Μικρό, μικρούτσικο. Δεν μικραίνει το καλοκαίρι, εμείς μεγαλώνουμε. Και ο πιο ύπουλος δείκτης της ηλικίας μας, δεν είναι ούτε οι πόνοι στα κόκαλα ούτε οι αντοχές που στερεύουν. Είναι η ρημάδα σχέση μας με τον χρόνο. Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων τώρα μου φαίνεται σαν να διαρκούσαν 2,5 χρόνια το καθένα. Και μετά, όσο η αντίληψη διαστέλλεται τόσο συστέλλεται ο χρόνος. Γιατί ο χρόνος, όταν σκέφτεσαι, τρέχει, ενώ, όταν αισθάνεσαι, απλώνεται απολαυστικά.

Εχουμε κι οι περισσότεροι αυτά τα κ@λομηχανήματα στο χέρι, μήπως και χάσουμε την επαφή με το μικρομέγαλο διαδικτυακό μας τσίρκο, πότε να κοιμηθούμε, πότε να ξυπνήσουμε, πότε να κολυμπήσουμε, πότε να συμμετάσχουμε στο εμφυλιοπολεμικό μπιφ για τη Μαντόνα, να ξοδέψουμε δηλαδή την πολύτιμη σκέψη μας σε θέματα σημαντικότητας αμοιβάδας, πού να μείνει χρόνος να αισθανθούμε. Και κάπως έτσι, κλασάρουμε κι αυτό το καλοκαίρι με ελάχιστα απ’ όσα νιώσαμε, λίγα απ’ όσα κάναμε και περισσότερα απ’ όσα συνέβησαν.

Προχθές, στην τελευταία ολομέλεια της καλοκαιρινής παρέας, πάνω από πιάτα με υπολείμματα φαγητών που έχουμε φάει και ξαναφάει τις τελευταίες εβδομάδες, έκανα ένα τεστ. Ρώτησα ποια ήταν για τον καθένα πρώτη «φωτογραφία» που του έρχεται στο μυαλό από το φετινό καλοκαίρι. Η σπασίκλα της παρέας άρχισε να ρωτάει αν θα αναφέρεται σε κοινωνικό, καλλιτεχνικό, προσωπικό ή πολιτικό γεγονός, «Ελα χρυσή μου, ένα παιχνίδι είπαμε να παίξουμε, το πρώτο που σου έρχεται στο μυαλό λέμε». (Μετά ρώτησε αν θα υπάρχει και βαθμολογία ή θα ψηφίσουμε, κάπως την κοιτάξαμε, δεν το συνέχισε).

Το τραπέζι άναψε, ήρθαν κερασμένα λεμοντσίνα και γλυκάκια, φτούκα προ ποιος θα μιλήσει. Από την αρχή έδειξε πού θα πήγαινε το πράγμα. Κάποιες απόπειρες αναφοράς σε προσωπικές αισθήσεις και παραισθήσεις, ξέφτισαν γρήγορα. Σαν να υπόβοσκε μια αυτολογοκρισία, οι κοινές αναφορές κάνουν τους ανθρώπους να μην αισθάνονται εκτεθειμένοι, ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί αντάμα, τέλος πάντων…

«Οι φωτιές;» – «Ποιες φωτιές; Κάθε καλοκαίρι φωτιές έχουμε». Η πολιτικοποιημένη πτέρυγα ανέφερε τις Free Palestine πορείες. «Εντάξει παιδιά, χαλαρώστε, κάτι πιο juicy». «Ε, αφού είπες το πρώτο που θα μου έρθει». «Ωραία, πες το δεύτερο». «Ε, να μην είναι η “Οδύσσεια” του Νόλαν;». «Δεν έχει, όμως, κάτι το καλοκαιρινό». «Ναι καλά, όταν, μετά λίγα χρόνια, θα προσπαθούμε να θυμηθούμε πότε μείναμε σε εκείνο το ωραίο Airbnb, θα λέμε τότε που παιζόταν η “Οδύσσεια” επειδή ένα βράδυ που μιλούσαμε για την ταινία καθόμασταν στη βεράντα και τα λοιπά και τα λοιπά». Σωστό κι αυτό. «Ε, ναι μην είναι και η Μαντόνα;». «Να είναι». «Μαντιλοδεμένη ή με τη γλάστρα στο κεφάλι;». «Μην είσαι προβοκάτορας». «Τελικά πληρώθηκε για τη διαφήμιση της μπίρας;». «Βρε παιδιά, εκείνους τους λαγοκέφαλους που είχαν επικηρύξει στην αρχή της σεζόν, τους θυμάται κανείς;».

Εν τω μεταξύ, στο διπλανό τραπέζι, οι κατιόντες έφηβοι συγγενείς μας συζητούσαν τι θα έκαναν στη συνέχεια της βραδιάς και από ποια ηλικία επιτρέπεται να μπουν σε κλαμπ. …Αντε βρε, καλό καλοκαίρι. Γιατί το καλοκαίρι πάντα έρχεται.