Ένα βράδυ στην Αθήνα με άρωμα Αυστραλίας

Στην όμορφη και φιλόξενη κατοικία της πρέσβειρας της Αυστραλίας στην Ελλάδα, Alison Duncan, πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα η προβολή του πολυσυζητημένου ντοκιμαντέρ της Διασποράς “Australia’s Greek Cafés & Milk Bars”, σε σκηνοθεσία της Pria Viswalingam.

Στο Παλαιό Ψυχικό, σε μια διπλοκατοικία με πισίνα, είχε στηθεί ένα αυτοσχέδιο «θερινό σινεμά», με ποπ κορν και virgin mojitos να συμπληρώνουν την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Στην είσοδο μάς υποδέχθηκε η ίδια η πρέσβης, μαζί με το ευγενικό προσωπικό της πρεσβείας.

Η Alison Duncan (δεξιά) με την Elizabeth Kaydos

Οι καλεσμένοι είχαν φορέσει τα καλά τους και, πριν από την προβολή, είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν και να συζητήσουν. Ανάμεσά τους γνώρισα έναν Ελληνοαυστραλό, ο οποίος πριν από τρία χρόνια αποφάσισε να εγκαταλείψει το Σίδνεϊ και να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα. Η απόφαση αυτή ήρθε μετά τον θάνατο του πατέρα του. Είναι από εκείνες τις στιγμές που μας κάνουν να επανεξετάζουμε τη ζωή μας και, πολλές φορές, να παίρνουμε μια διαφορετική στροφή.

Γνώρισα επίσης μια νεοφερμένη διπλωμάτισσα από την Καμπέρα, η οποία ετοιμαζόταν να συμμετάσχει στον Μαραθώνιο της Αθήνας, των 42 χιλιομέτρων, στις 8 Νοεμβρίου.

«Είσαι δρομέας;» τη ρώτησα.

«Όχι, είναι η πρώτη φορά που παίρνω μέρος. Ξαφνικά, μια μέρα, πήρα την απόφαση και άρχισα να προπονούμαι», μου απάντησε, εξηγώντας, με χιούμορ, ότι τα γόνατα και τα πέλματά της είχαν ήδη αρχίσει να διαμαρτύρονται από την προπόνηση.

Μπροστά από την πισίνα είχε στηθεί μια μεγάλη φορητή οθόνη. Στην απέναντι πλευρά, οι προσκεκλημένοι κάθονταν στους εντοιχισμένους καναπέδες του εξωτερικού χώρου, ενώ για την προβολή είχαν τοποθετηθεί μικρές μπλε σεζλόνγκ και δύο μεγάλα bean bags.

Η Alison Duncan, προλόγισε την ταινία και στη συνέχεια έδωσε τον λόγο στην Elizabeth Kaydos, την παραγωγό του ντοκιμαντέρ, η οποία αυτή την περίοδο βρίσκεται στην Ελλάδα.

Η Kaydos μίλησε αρχικά για την προσωπική της σχέση με την ιστορία των ελληνικών «γαλακτοπωλείων» της Αυστραλίας. Η οικογένειά της διατηρούσε milk café και, όπως μας εξήγησε, μεγάλωσε μέσα σε έναν χώρο που αποτελούσε ταυτόχρονα επιχείρηση, σημείο συνάντησης και κομμάτι της καθημερινής ζωής μιας ολόκληρης εποχής.

Το “Australia’s Greek Cafés & Milk Bars” βασίζεται στα βιβλία και στη μακροχρόνια έρευνα της Ελληνοαυστραλέζας φωτογράφου Effy Alexakis και του συζύγου της, ιστορικού Leonard Janiszewski. Οι δύο ερευνητές ταξίδεψαν επανειλημμένα σε ολόκληρη την Αυστραλία, αναζητώντας Έλληνες της Διασποράς που είχαν δημιουργήσει και διατηρήσει τα περίφημα milk bars. Φωτογράφισαν τους χώρους, κατέγραψαν προφορικές ιστορίες και πήραν συνεντεύξεις από ιδιοκτήτες και απογόνους τους.

«Στην αρχή δίστασα να αναλάβω την παραγωγή του ντοκιμαντέρ, γιατί υπήρχε τεράστιος όγκος υλικού από τις συνεντεύξεις και δυσκολευόμουν να επιλέξω ποιοι θα μιλούσαν στην ταινία», μας είπε η Elizabeth Kaydos.

Τελικά, αποφάσισε να προχωρήσει.

«Έπρεπε να γίνει αυτή η ταινία», υπογράμμισε, αναφερόμενη στη σημασία που είχαν τα milk bars στη νεότερη ιστορία της Αυστραλίας.

Και πράγματι, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που προέκυψαν από αυτή την έρευνα είναι ότι σχεδόν 200 ώρες προφορικής ιστορίας Ελληνοαυστραλών έχουν διασωθεί και βρίσκονται σήμερα στην πολιτειακή Βιβλιοθήκη της Νέας Νότιας Ουαλίας (State Library of NSW), διαθέσιμες σε όσους ενδιαφέρονται να τις μελετήσουν.

Πρόκειται για ένα ανεκτίμητο αρχείο, το οποίο, όπως μας εξήγησε, χρειάζεται ακόμη συστηματική ψηφιοποίηση και αρχειοθέτηση, ώστε να διαφυλαχθεί για τις επόμενες γενιές.

Και ύστερα άρχισε η προβολή.

Αναπαυτήκαμε στις καρέκλες μας. Η Alison Duncan, ξάπλωσε πάνω σε ένα από τα μεγάλα πουφ, ενώ η Elizabeth Kaydos κάθισε δίπλα μου σε μια σεζλόνγκ. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ και της έκανα μια ερώτηση την ώρα της προβολής. Ελπίζω να μην φάνηκα ενοχλητική!

Λίγο αργότερα, το προσωπικό πέρασε ανάμεσα στους καλεσμένους και σέρβιρε ποπ κορν μέσα σε χάρτινα, στρογγυλά δοχεία, όπως ακριβώς στο σινεμά. Τα φώτα χαμήλωσαν και η ιστορία άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Οι εικόνες της ταινίας καθρεφτίζονταν πάνω στην επιφάνεια της πισίνας, δημιουργώντας μια πραγματικά μαγική ατμόσφαιρα.

Αυτό που μου άρεσε περισσότερο στο ντοκιμαντέρ ήταν ότι οι δημιουργοί δεν περιορίστηκαν απλώς στην ιστορία των milk bars, αλλά προσπάθησαν να την εντάξουν στο ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της Αυστραλίας.

Πώς έφτασαν οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες; Πού αναζήτησαν εργασία; Πώς σκέφτονταν; Πώς γεννήθηκαν ιδέες όπως τα milk bars μέσα στον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης; Και, τελικά, ποιο ήταν το μυστικό του περίφημου ελληνικού milkshake;

Και ύστερα υπήρχε η αισθητική.

Η πανέμορφη αρχιτεκτονική των χώρων σε στυλ Art Deco, οι χαρακτηριστικές επιγραφές, τα φλιτζάνια, τα πιάτα και τα λευκά είδη με τα λογότυπα. Μικρές λεπτομέρειες που σήμερα αποτελούν κομμάτια μιας εποχής η οποία, δυστυχώς, έχει σχεδόν χαθεί.

Τα milk bars ήταν, κατά κανόνα, μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις. Δούλευαν σε αυτές ο πατέρας, η μητέρα και τα παιδιά. Ήταν χώροι εργασίας, αλλά ταυτόχρονα και χώροι κοινωνικής συνάντησης.

Αυτό που τα ξεχώριζε από τις παμπ, όπου συγκεντρωνόταν κυρίως ο εργατικός κόσμος μετά τη δουλειά, ήταν ότι προσέφεραν φαγητό.

Όχι, όμως, ελληνικό φαγητό.

Στα milk bars σερβίρονταν τα κλασικά αμερικανικού τύπου πιάτα που συναντά κανείς στα diners: μπριζόλες με τηγανητές πατάτες, λουκάνικα, αυγά, χάμπουργκερ και, φυσικά, milkshakes. Εκείνη την εποχή ήταν σχεδόν αδιανόητο να προσφέρεις ελληνική κουζίνα σε ένα τέτοιο κατάστημα. Τα γεμιστά και τα άλλα ελληνικά φαγητά παρέμεναν υπόθεση του οικογενειακού τραπεζιού.

Παρακολουθώντας την ταινία, καταλαβαίνει κανείς ότι πίσω από τα milk bars κρυβόταν μια ολόκληρη κουλτούρα. Μια κουλτούρα που συνδεόταν ακόμη και με τους πρώτους κινηματογράφους της Αυστραλίας, αρκετοί από τους οποίους είχαν ελληνική ιδιοκτησία.

Και ύστερα ήρθαν οι δύσκολες ημέρες της ρατσιστικής βίας.

Ήταν λυπηρό να βλέπει κανείς σπασμένες βιτρίνες και milk cafés που είχαν πυρποληθεί. Ήταν μια σκληρή υπενθύμιση των δυσκολιών που αντιμετώπισαν οι πρώτες γενιές Ελλήνων μεταναστών.

Ένας Έλληνας ιδιοκτήτης βρήκε, μάλιστα, έναν ιδιαίτερο τρόπο να απαντήσει στους επιτιθέμενους. Τοποθέτησε στη βιτρίνα του μια πινακίδα που έγραφε: «We are Naturalized Australians». Και τότε οι επιθέσεις σταμάτησαν.

Εξίσου συγκινητική ήταν η καταγραφή της παρακμής των milk cafés. Η ανάπτυξη των μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, η εξάπλωση των πολυκαταστημάτων και αργότερα η κυριαρχία των fast-food αλυσίδων άλλαξαν για πάντα το τοπίο.

Υπήρχε, όμως, και ένας ακόμη λόγος.

Οι επόμενες γενιές των Ελληνοαυστραλών δεν ακολούθησαν τα βήματα των γονιών και των παππούδων τους. Οι γονείς τους ήθελαν κάτι διαφορετικό για τα παιδιά τους. Ήθελαν να σπουδάσουν, να πάνε στο πανεπιστήμιο, να γίνουν δικηγόροι, γιατροί, επαγγελματίες. Και έτσι, σιγά-σιγά, η οικογενειακή παράδοση των milk bars άρχισε να σβήνει.

Στο τέλος της προβολής, συζητώντας με την παραγωγό, έμαθα ότι έχουν απομείνει πλέον ελάχιστα milk bars στη Μελβούρνη.

Και τότε σκέφτηκα πόσο κρίμα είναι να χάνεται ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας των Ελλήνων της Αυστραλίας. Γιατί δεν προστατεύτηκαν περισσότερα από αυτά τα καταστήματα ως μνημεία της κοινωνικής και μεταναστευτικής ιστορίας της χώρας; Γιατί δεν διασώθηκαν περισσότεροι από αυτούς τους χώρους, που υπήρξαν για δεκαετίες σημεία αναφοράς ολόκληρων κοινοτήτων;

Ένας άνδρας, ντυμένος στα μαύρα, σηκώθηκε τότε και μοιράστηκε μαζί μας τη δική του εμπειρία από ένα milk bar στο οποίο είχε εργαστεί. Ήταν μια ακόμη προσωπική μαρτυρία που έδωσε ανθρώπινη διάσταση σε όσα μόλις είχαμε παρακολουθήσει.

Ήταν, τελικά, μια όμορφη κινηματογραφική βραδιά. Κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή προβολή ταινίας.

Για μένα, ήταν μια ευκαιρία να γνωρίσω μια άγνωστη πλευρά της ελληνοαυστραλιανής ιστορίας. Και, κατά έναν παράξενο τρόπο, να γνωρίσω λίγο καλύτερα και ένα κομμάτι του ίδιου μου του εαυτού.

Η Άλισον Ντάνκαν έκλεισε τη βραδιά με ένα χαμόγελο:

«Θα σας περιμένω στο επόμενο event, που δεν ξέρουμε ακόμη τι θα είναι και πού θα πραγματοποιηθεί».

Η θητεία της στην Ελλάδα ολοκληρώνεται σε περίπου έναν χρόνο. Ανάμεσα, όμως, στα πολλά που έχει καταφέρει κατά τη διάρκεια της παρουσίας της στη χώρα, ξεχωρίζουν και οι πολιτιστικές βραδιές που διοργανώνει, ανοίγοντας την πόρτα της πρεσβείας και της κατοικίας της σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν καλύτερα την Αυστραλία, τον πολιτισμό της αλλά και την αυστραλιανή κοινότητα που ζει στην Αθήνα.

Είναι, άλλωστε, εκδηλώσεις που προσφέρουν όχι μόνο πολιτισμό και ψυχαγωγία, αλλά και κάτι εξίσου σημαντικό: την ευκαιρία να συναντήσεις ανθρώπους, να ανταλλάξεις ιστορίες και να δημιουργήσεις νέες γνωριμίες.

Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να εγγραφούν στη mailing list της αυστραλιανής πρεσβείας για να ενημερώνονται για τις επόμενες εκδηλώσεις.

The post Ένα βράδυ στην Αθήνα με άρωμα Αυστραλίας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.