Η οικονομική βοήθεια από τους γονείς έχει γίνει για πολλούς νέους ανθρώπους το πρώτο σκαλοπάτι προς την αγορά κατοικίας. Είτε πρόκειται για χρήματα που καλύπτουν την προκαταβολή είτε για συμμετοχή των γονέων ως εγγυητών ή συνδανειοληπτών, η λεγόμενη «Bank of Mum and Dad» αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία όταν η είσοδος στην αγορά ακινήτων γίνεται δυσκολότερη.
Πίσω, όμως, από μια αυτονόητη για πολλές οικογένειες πράξη στήριξης υπάρχουν ερωτήματα που χρειάζεται να απαντηθούν πριν δοθούν τα χρήματα: Είναι δώρο ή δάνειο; Σε ποιον ακριβώς δίνονται; Τι συμβαίνει αν το παιδί χωρίσει από τον σύζυγο ή τον σύντροφό του; Και μέχρι πού φτάνει η ευθύνη ενός γονέα που μπαίνει στο στεγαστικό δάνειο;
Ο ιδρυτής και επικεφαλής της Velos & Velos Lawyers, Γιάννης Βέλος, με εμπειρία τεσσάρων δεκαετιών στη νομική πρακτική, λέει στον «Νέο Κόσμο» ότι το βασικό λάθος είναι ένα: οι οικογένειες συχνά αφήνουν τα πράγματα αδιευκρίνιστα ακριβώς επειδή πρόκειται για οικογένεια.
«Όλα αυτά τα θέματα προκαλούν διαφωνίες αργότερα», τονίζει.
ΔΩΡΟ Ή ΔΑΝΕΙΟ;
Το πρώτο που πρέπει να καθοριστεί είναι αν τα χρήματα δίνονται ως δώρο ή ως δάνειο.
Εάν πρόκειται για δάνειο, ο κ. Βέλος συνιστά να υπάρχει επίσημη δανειακή συμφωνία – loan agreement – στην οποία να καταγράφονται με σαφήνεια οι όροι. Ακόμη όμως και όταν οι γονείς δεν περιμένουν να πάρουν τα χρήματά τους πίσω, θεωρεί χρήσιμο να υπάρχει γραπτή επιβεβαίωση ότι πρόκειται πράγματι για δωρεά.
«Αν είναι δανεισμός για το παιδί, το πιο σίγουρο είναι να ετοιμαστεί ένα συμβόλαιο», εξηγεί. «Αλλά και αν είναι δώρο, είναι καλή ιδέα να υπάρχει ένα χαρτί που να λέει ότι αυτά τα χρήματα είναι δώρο και δεν χρειάζεται να επιστραφούν».
Η λεπτομέρεια αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν το παιδί είναι παντρεμένο ή αγοράζει το ακίνητο μαζί με σύντροφο.
Εάν, για παράδειγμα, η πραγματική πρόθεση των γονέων είναι να κάνουν ένα κοινό γαμήλιο δώρο στο ζευγάρι, αυτό πρέπει να αποτυπώνεται. Εάν, αντίθετα, τα χρήματα προορίζονται αποκλειστικά για τον γιο ή την κόρη τους, και αυτό πρέπει να είναι σαφές.
Γιατί, όπως λέει ο κ. Βέλος, όταν μια τέτοια συμφωνία «μείνει στον αέρα» και περάσουν χρόνια, οι εκδοχές των εμπλεκομένων μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικές.
«Ο ένας μπορεί να λέει ότι είναι δώρο, ο άλλος ότι είναι δάνειο», λέει, «με αποτέλεσμα η οικογένεια να βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές διαφωνίες και ενδεχομένως δικαστικές διαδικασίες».
ΟΤΑΝ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΝΕΙ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ
Σε μια οικογένεια, το να ζητήσει κανείς συμβόλαιο μπορεί να φαίνεται ψυχρό ή ακόμη και προσβλητικό. Σύμφωνα όμως με τον κ. Βέλο, η γραπτή συμφωνία είναι ακριβώς αυτή που μπορεί να προστατεύσει αργότερα και τις δύο πλευρές.
«Είναι καλύτερα να μην είναι προφορική, σίγουρα», επισημαίνει.
Ιδανικά, η συμφωνία θα πρέπει να καταρτίζεται μέσω δικηγόρων, με τα εμπλεκόμενα μέρη να έχουν λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Με αυτόν τον τρόπο, όπως εξηγεί, είναι σαφές ότι κάθε πλευρά γνώριζε τι υπέγραφε και ποιες ήταν οι συνέπειες της συμφωνίας.
Ακόμη και όταν αυτό δεν είναι δυνατό, ωστόσο, ο κ. Βέλος θεωρεί ότι «κάποιο γραπτό, υπογεγραμμένο συμφωνητικό» μεταξύ των πλευρών είναι σαφώς προτιμότερο από μια προφορική συνεννόηση και μπορεί να έχει τη δική του αποδεικτική αξία.
Το ζητούμενο είναι να μην υπάρχει αμφιβολία για το τι συμφωνήθηκε τη στιγμή που δόθηκαν τα χρήματα.
ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΝ
ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΧΩΡΙΣΕΙ;
Η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη όταν το ακίνητο αγοράζεται από το παιδί μαζί με σύζυγο ή σύντροφο.
Μια αρχική γραπτή συμφωνία παρέχει ένα πρώτο επίπεδο προστασίας, λέει ο κ. Βέλος. Αν, όμως, οι γονείς θέλουν ισχυρότερη εξασφάλιση για ένα ποσό που έχει δοθεί ως δάνειο, υπάρχουν και πιο επίσημες νομικές επιλογές.
«Αν θέλουν να κάνουν κάτι πιο επίσημο και πιο ισχυρό, μπορεί να γίνει μία υποθήκη», εξηγεί, σημειώνοντας ότι τέτοιες διαδικασίες γίνονται συνήθως μέσω δικηγόρων.
Έτσι, όπως λέει, οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών είναι καταγεγραμμένες και μειώνεται σημαντικά το περιθώριο να εμφανιστούν αργότερα διαφορετικές εκδοχές για το τι είχε συμφωνηθεί.
Ο ίδιος έχει δει τέτοιες συγκρούσεις να φτάνουν στο Οικογενειακό Δικαστήριο.
Εκεί, όπως περιγράφει, μπορεί η μία πλευρά να υποστηρίζει «ήταν δώρο για μένα», η άλλη «ήταν δώρο για εμάς» ή «ήταν γαμήλιο δώρο» και οι γονείς να επιμένουν ότι επρόκειτο εξαρχής για δάνειο.
Και τότε εμφανίζονται επιχειρήματα που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί χρόνια νωρίτερα: «Δεν μας ζητήσατε ποτέ να πληρώσουμε επιτόκια», «δεν μας ζητήσατε ποτέ να πληρώσουμε το δάνειο πίσω», «δεν μας στείλατε κάποιο γράμμα ότι είναι επίσημο δάνειο».
Όπως έχει διαπιστώσει ο κ. Βέλος στην πράξη, όταν η αρχική συμφωνία δεν έχει καταγραφεί καθαρά, ανοίγει ο δρόμος για μια μακρά και δαπανηρή διαμάχη.
«Αν όλα πάνε καλά, δεν υπάρχει πρόβλημα», λέει. «Το πρόβλημα είναι όταν δεν πάνε καλά».
Και τότε, προσθέτει, οι οικογένειες μπορεί να καταλήξουν «στα δικαστήρια, με μεγάλες δαπάνες και μεγάλα τρεχάματα».
ΕΓΓΥΗΤΗΣ Ή ΣΥΝΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗΣ; ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ
Άλλο είναι να προσφέρει ένας γονέας ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και άλλο να συνδέσει άμεσα τη δική του οικονομική θέση με το στεγαστικό δάνειο του παιδιού.
Στην περίπτωση του co-borrower, του συνδανειολήπτη, ο γονέας αποτελεί μέρος του ίδιου του δανείου και είναι από κοινού υπεύθυνος για την αποπληρωμή του.
«Όταν λέμε co, εννοούμε όλοι μαζί υπεύθυνοι», εξηγεί χαρακτηριστικά ο κ. Βέλος.
Η τράπεζα έχει συνήθως εξετάσει τη δική του οικονομική κατάσταση, την περιουσία και τα εισοδήματά του και, εάν ο κύριος δανειολήπτης δεν μπορεί να ανταποκριθεί, μπορεί να στραφεί και προς τον συνδανειολήπτη.
Όπως το θέτει ο ίδιος, στην περίπτωση αυτή ο γονέας είναι «πιο δεμένος από την τράπεζα», καθώς εκείνη γνωρίζει ήδη σε βάθος την οικονομική του θέση – τι περιουσία διαθέτει, από πού προέρχονται τα εισοδήματά του και ποια είναι η δυνατότητά του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις.
Ο guarantor, από την άλλη πλευρά, παρέχει εγγύηση για το δάνειο χωρίς να είναι ο ίδιος συνδανειολήπτης.
Οι κίνδυνοι και στις δύο περιπτώσεις είναι, όπως επισημαίνει, παρόμοιοι και σοβαροί.
Και όταν ερωτάται ποια από τις δύο επιλογές θα προτιμούσε για έναν γονέα, ο κ. Βέλος πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα:
«Το καλύτερο από όλα είναι να μην μπουν καθόλου».
Ο λόγος, εξηγεί, είναι ότι οι γονείς βρίσκονται συνήθως σε μεγαλύτερη ηλικία και μπορεί να εκτεθούν σε οικονομικό κίνδυνο σε μια περίοδο της ζωής τους κατά την οποία οι συνέπειες μιας μεγάλης οικονομικής απώλειας είναι βαρύτερες.
«Πολλές φορές απρόβλεπτα πράγματα συμβαίνουν», λέει, αναφέροντας μεταξύ άλλων την απώλεια εργασίας και την πτώχευση.
Εφόσον η οικογένεια έχει τη δυνατότητα, ο ίδιος θεωρεί προτιμότερο να δοθεί ένα συγκεκριμένο ποσό στα παιδιά αντί οι γονείς να δεσμευθούν ως guarantors ή co-borrowers.
«Να δοθούν ορισμένα χρήματα στα παιδιά και να μην μπλεχτούν ούτε ως εγγυητές ούτε ως co-borrowers», είναι η συμβουλή του.
Και αν δεν υπάρχει άλλη επιλογή, τους συστήνει να παρακολουθούν στενά την πορεία του δανείου και να βεβαιώνονται ότι οι δόσεις καταβάλλονται σωστά και κανονικά.
ΤΟ «ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ»
ΤΗΣ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗΣ
Ένα ακόμη ζήτημα που συναντά στην πράξη αφορά την προκαταβολή.
Είναι σύνηθες, λέει ο κ. Βέλος, οι γονείς να μην χρηματοδοτούν ολόκληρη την αγορά, αλλά να δίνουν στα παιδιά τους το ποσό που χρειάζεται για την προκαταβολή (deposit), ώστε εκείνα να μπορέσουν στη συνέχεια να εξασφαλίσουν τραπεζικό δάνειο.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η πραγματική προέλευση των χρημάτων δεν πρέπει να αποκρύπτεται από την τράπεζα.
Ο κ. Βέλος λέει ότι έχει συναντήσει περιπτώσεις στις οποίες οι αγοραστές παρουσιάζουν τα χρήματα ως δικά τους, ενώ στην πραγματικότητα προέρχονται από τους γονείς.
«Πολλές φορές δεν λένε ότι είναι από τους γονείς, το αποκρύπτουν», σημειώνει.
Όμως η συμβουλή του σε αυτό το σημείο είναι κατηγορηματική:
«Κανονικά πρέπει να πουν την αλήθεια στην τράπεζα».
Αναγνωρίζει ότι η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει δυσκολότερη την έγκριση μιας αίτησης ή να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η τράπεζα αξιολογεί το δάνειο. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει την υποχρέωση να δηλώνεται η πραγματική προέλευση των χρημάτων.
Πρόκειται, όπως λέει, για «πολύ λεπτό θέμα».
ΟΤΑΝ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Η οικονομική ενίσχυση ενός παιδιού μπορεί να επηρεάσει και τις ισορροπίες μέσα στην ευρύτερη οικογένεια.
«Είναι πολλές οι διαφωνίες ότι η μαμά και ο μπαμπάς έδωσαν σε ένα παιδί και δεν έδωσαν σε άλλο», λέει ο κ. Βέλος.
Το άλλο παιδί μπορεί αργότερα να θεωρήσει ότι έχει και εκείνο κάποια απαίτηση ή ότι η προηγούμενη οικονομική βοήθεια πρέπει να ληφθεί υπόψη. Όπως σημειώνει, όμως, όταν δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για το τι ακριβώς δόθηκε και με ποιους όρους, αυτό «δεν είναι πολλές φορές εύκολο να αποδειχθεί».
Σε περίπτωση θανάτου των γονέων, όπως εξηγεί, καθοριστικό ρόλο έχει στη συνέχεια το περιεχόμενο της διαθήκης και ο τρόπος με τον οποίο προβλέπεται η διανομή της περιουσίας.
Και εδώ, επομένως, η έγκαιρη καταγραφή των προθέσεων των γονέων μπορεί να αποτρέψει διαφωνίες που διαφορετικά θα περάσουν στην επόμενη γενιά.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΛΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΑΦΕΙΑ
Μετά από τέσσερις δεκαετίες νομικής εμπειρίας, ο Γιάννης Βέλος επιστρέφει ξανά στο ίδιο σημείο: το μεγαλύτερο λάθος είναι να μην ξεκαθαριστεί τίποτα.
«Πολλές φορές δίνουν βοήθεια χωρίς να κανονίσουν αν είναι δώρο ή αν είναι δάνειο», λέει.
Οι γονείς μπορεί να διστάζουν να ζητήσουν από το παιδί τους ή από ένα νεόνυμφο ή αρραβωνιασμένο ζευγάρι να υπογράψει συμφωνία. Μπορεί, όπως εξηγεί, να ντρέπονται, να μη θέλουν να πιέσουν την κατάσταση ή να φοβούνται ότι θα δυσαρεστήσουν τα παιδιά τους.
Όμως αυτή ακριβώς η αποφυγή είναι, κατά τον ίδιο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
«Το πιο συνηθισμένο λάθος είναι να τα αφήσεις στους τέσσερις ανέμους, να μην κάνεις τίποτα», λέει χαρακτηριστικά.
Και τότε δεν μένει απροστάτευτος μόνο ο γονέας αλλά, όπως επισημαίνει, ενδέχεται να μην προστατεύεται ούτε το ίδιο το παιδί.
Ένα δάνειο μπορεί να προβλέπει αν υπάρχει επιτόκιο, αν θα καταβάλλονται δόσεις, πότε πρέπει να επιστραφεί το ποσό ή τι θα συμβεί όταν πουληθεί το ακίνητο.
Ο κ. Βέλος δίνει ένα απλό παράδειγμα: αν οι γονείς συνεισφέρουν $100.000 για ένα ακίνητο αξίας $1 εκατ., μπορεί να συμφωνηθεί εξαρχής ότι, όταν το ακίνητο πωληθεί, θα λάβουν πίσω ένα συγκεκριμένο ποσοστό.
«Και αυτό είναι κάτι που μπορούν να πουν και να συμφωνήσουν», σημειώνει.
Υπάρχουν πολλές πιθανές ρυθμίσεις. Εκείνο που δεν πρέπει να υπάρχει είναι ασάφεια.
Γιατί, όπως προειδοποιεί, εάν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων γονέων δώσει ένα σημαντικό ποσό στον γιο ή στην κόρη του χωρίς να κατοχυρωθεί, «ο μεγάλος κίνδυνος» είναι να θεωρηθεί αργότερα ότι επρόκειτο για δώρο και όχι για δάνειο.
«Ηλικιωμένοι γονείς μπορεί να χάσουν αυτά τα χρήματα», προειδοποιεί.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που, όπως λέει, οι γονείς συχνά δεν έχουν σκεφτεί όταν προσφέρουν τη βοήθεια.
Σε περίπτωση διάλυσης του γάμου ή της σχέσης του παιδιού τους, μέρος της οικονομικής συνεισφοράς μπορεί τελικά να ωφελήσει και τον γαμπρό ή τη νύφη, «ενώ δεν είχαν ποτέ φανταστεί ότι το 50% θα πήγαινε εκεί», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, επειδή η πρόθεσή τους ήταν πρωτίστως να βοηθήσουν το δικό τους παιδί.
Γι’ αυτό και η συμβουλή του στο τέλος επιστρέφει στην αρχή: νομική συμβουλή, καθαρές επιλογές και γραπτή συμφωνία.
Αν είναι δάνειο, να είναι ξεκάθαρα δάνειο. Αν είναι δωρεά, να αποτυπώνεται ως δωρεά. Και αν υπάρχουν ειδικοί όροι, να συμφωνηθούν πριν τα χρήματα αλλάξουν χέρια.
Γιατί το πραγματικό τεστ μιας οικογενειακής οικονομικής συμφωνίας δεν έρχεται όταν όλα πηγαίνουν καλά.
Έρχεται όταν πάψουν να πηγαίνουν καλά.

The post Η «τράπεζα του μπαμπά και της μαμάς» θέλει και κανόνες appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.