
Οσο οι κάλπες πλησιάζουν και η πολιτική σύγκρουση θα γίνεται πιο οπαδική, αναπόφευκτα οι ομάδες που μπήκαν στο γήπεδο θα αναζητήσουν τον καλύτερο τρόπο για να νικήσουν. Και στην Κεντροαριστερά ειδικά αυτός ο τρόπος περνάει μέσα από μεταγραφές – αεροδρομίου και μη. Παρότι οι καιροί έχουν αλλάξει, στην προοδευτική αντιπολίτευση έχουν βγάλει από το ντουλάπι την παλιά συνταγή· όμως, 15 χρόνια σκληρής διαμάχης μεταξύ Τσίπρα και ΠΑΣΟΚ, αλλά και το κόψιμο του δεσμού του πρώην πρωθυπουργού με το παλιό του κόμμα, έχουν κάνει τη μεταγραφική σεζόν πιο περίπλοκη.
Για το ΠΑΣΟΚ έχει ξεκινήσει μια αντίστροφη συνθήκη: τα χρόνια της κρίσης το κόμμα αποτέλεσε φυτώριο στελεχών, τροφοδοτώντας τόσο τη ΝΔ (με στελέχη που σήμερα κατέχουν θέσεις ακόμα και μέσα στο Μέγαρο Μαξίμου) όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ – τις εποχές που ο Αλέξης Τσίπρας απηύθυνε ανοιχτές προσκλήσεις σε όσους διαφωνούσαν με τη διαχείριση της λιτότητας. Δεν ήταν όλοι αντίστοιχου βεληνεκούς, όμως ήταν περισσότερο η νοοτροπία που κόστιζε – επιβεβαίωνε πως το ΠΑΣΟΚ ήταν ένα κόμμα που δεν μπορούσε να διεκδικήσει τίποτα περισσότερο από την επιβίωσή του.
Οι μεταγραφές της τελευταίας περιόδου αλλάζουν αυτήν την εικόνα, όμως η διαδικασία ούτε εύκολη είναι ούτε ανώδυνη. Εκείνοι που «έμειναν στα δύσκολα» και αποτελούν σήμερα όχι απλώς τον κορμό των στελεχών που απαρτίζουν την ομάδα κρούσης, αλλά και του κομματικού μηχανισμού, φέρουν πολιτικά, αλλά και προσωπικά τραύματα από τη συμπεριφορά πρώην συντρόφων τους τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Φράσεις που ειπώθηκαν εν θερμώ, επιθέσεις που είχαν χαρακτηριστεί ακόμα και γενιτσαρικές, αλλά και η συσπείρωση στον κομματικό πατριωτισμό δεν επιτρέπει στις πόρτες να ανοίξουν το ίδιο εύκολα για όλους. Δεν υπάρχει κανείς μέσα στο ΠΑΣΟΚ που δεν θα καλοδεχόταν έναν πρώην νεοδημοκράτη ή έναν πρώην συριζαίο στις τάξεις τού κόμματος – ενδοιασμοί υπάρχουν μόνο για πρόσωπα-«κόκκινα» πανιά. Πολύ πιο επιφυλακτικοί, όμως, είναι απέναντι σε περιφερόμενους πασόκους, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση όλων της Θεοδώρας Τζάκρη.
Προ των πυλών Αποστολάκης και Κασιμάτη
Η διαφορά φαίνεται πιο καθαρά στις αντιδράσεις που υπάρχουν για δύο ανεξάρτητους βουλευτές που αναμένεται να ενσωματωθούν στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος, ακόμα και μέσα στην εβδομάδα που έρχεται – για τον Ευάγγελο Αποστολάκη, οι συζητήσεις του οποίου με την ηγεσία του κόμματος φαίνεται πως έφεραν αποτέλεσμα και για τη Νίνα Κασιμάτη. Παρότι τα πηγαινέλα του Αποστολάκη μεταξύ Αλέξη Τσίπρα, ΣΥΡΙΖΑ και Στέφανου Κασσελάκη έχουν δημιουργήσει σούσουρο, στο ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχουν αντιδράσεις για την ένταξή του.
Αντιθέτως, όμως, για τη βουλευτή Β’ Πειραιά μέχρι και πριν από μερικές εβδομάδες δεν ήταν λίγοι εκείνοι που, με την ανακοίνωσή της επιστροφής της, ετοιμάζονταν να αντιδράσουν δημόσια, ενθυμούμενοι τον τρόπο με τον οποίο απευθυνόταν στο πρώην κόμμα της όταν αποχώρησε από αυτό – και δεν αποκλείεται να το κάνουν, σε τόνους όμως πολύ πιο «κατεβασμένους» σε σχέση με αυτούς που θα υπήρχαν αν δεν είχε ξεκινήσει στο φουλ η εκλογική προσπάθεια.
Το βασικό για τις μεταγραφές του ΠΑΣΟΚ είναι αφενός να υπηρετούν τη στρατηγική της αμφίπλευρης διεύρυνσης (οι επιστροφές, δηλαδή, να μην αφορούν μόνο τη μια πλευρά) και αφετέρου, όσοι έρχονται να αντιλαμβάνονται τους όρους με τους οποίους «παίζουν» στο νέο τους σπίτι – η περίπτωση του Αλέκου Αυλωνίτη, που στις πρώτες του εμφανίσεις θόλωσε τη γραμμή για τις συνεργασίες, είναι χαρακτηριστική. Το μεγαλύτερο τεστ για τη συνοχή της διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ θα έρθει, συνηγορούν όλοι οι μεγάλοι εσωκομματικοί παίκτες, στην περίπτωση που στα ψηφοδέλτια ενσωματωθεί η Θεοδώρα Τζάκρη – και αυτό όμως, συμφωνούν, θα κριθεί από την κατάσταση και το διακύβευμα για την παράταξη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθώς κανείς δεν θέλει να θεωρηθεί υπεύθυνος για την εσωστρέφεια.
Συμβολικές μετακινήσεις και κομματικός μηχανισμός
Στην πλευρά της ΕΛΑΣ, από την άλλη, οι μεταγραφές εξ αριστερών είναι αυτές που κρύβουν τη μεγαλύτερη απειλή για το εγχείρημα – ακριβώς γιατί η πλειονότητα όσων αρχίσουν να μπαίνουν στο νεότευκτο κόμμα, όπως ο Γιώργος Καραμέρος και ο Συμεών Κεδίκογλου, προέρχεται από τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε βήμα μέχρι τις κάλπες, ο Αλέξης Τσίπρας θα βρίσκεται μπροστά από μια σειρά τέτοιων διλημμάτων, για πρόσωπα που μετράει και σε focus groups και για τα οποία πρέπει να βρει το σωστό τάιμινγκ για την επανεμφάνισή τους και σε τηλεοπτικά πάνελ.
Δεν είναι μόνο η δημοφιλία τους το πρόβλημα βέβαια, αλλά και το γεγονός πως κάποιοι εξ αυτών, όπως ο Αλέξης Χαρίτσης, κρατούν και πολιτικές αποστάσεις για κάποιες από τις θέσεις που έχουν εκφραστεί από την ΕΛΑΣ, κυρίως όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και βέβαια, κάθε τέτοια συζήτηση ξεκινάει με το ίδιο ερώτημα: μέχρι πότε θα πρέπει να έχουν αποχωρήσει από το Κοινοβούλιο οι εν ενεργεία βουλευτές για να μπορέσουν να ενταχθούν με επιτυχία στα ψηφοδέλτια της ΕΛΑΣ;
Οι μεταγραφές από τον ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, έχουν ένα συμβολικό φορτίο διπλής όψης – σε αντίθεση με αυτές που επιδιώκει να κάνει η ΕΛΑΣ από το ΠΑΣΟΚ. Η Αμαλίας στοχεύει στα λεγόμενα «μεσαία» στελέχη, που μπορούν να στήσουν τοπικά δίκτυα, αλλά το επιτελείο του Τσίπρα κάνει επίσης κρούσεις και σε πιο κεντρικά στελέχη. Και οι δύο κατηγορίες στελεχών έχουν το ίδιο χαρακτηριστικό: τα πρόσωπα που προσεγγίζονται είναι αυτά που το προηγούμενο διάστημα είχαν εσωτερικά προβλήματα με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ – στο μοτίβο των μεταγραφών που έχουν ήδη γίνει.
Και αυτή η επιλογή είναι μονόδρομος για τον Τσίπρα, που θέλει να κάνει άνοιγμα και σε ένα πιο μετριοπαθές ακροατήριο. Τον τελευταίο καιρό, με τη συσπείρωση και την ψυχολογία του ΠΑΣΟΚ ανεβασμένες, βρίσκει πάντως περισσότερες κλειστές πόρτες, άρα αναγκαστικά επιστρέφει στις προσπάθειες να κάνει συμβολικές ζημιές προς την πλευρά του ΠΑΣΟΚ – με λιγότερα πρόσωπα μεν, αλλά με εκείνα που αν τελικά «κλειδώσουν» τη μεταπήδησή τους, θα λειτουργήσουν ως σημεία διεύρυνσης εντός της ΕΛΑΣ.