
Οι πολιτικές και δημοσιονομικές προκλήσεις στη Γαλλία οδηγούν σε σταυροδρόμι την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και προσωπικά την πρόεδρό της Κριστίν Λαγκάρντ, τόσο για την πορεία των αποδόσεων των ομολόγων όσο και την ισοτιμία του ευρώ.
Την ώρα που η διαφορά μεταξύ των αποδόσεων των 10ετών κρατικών ομολόγων Γαλλίας και Γερμανίας (spread) διευρύνεται στα υψηλότερα επίπεδα από την εποχή της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης (2010-2012), η δημοσιονομική επιβάρυνση της Γαλλίας και τα επίμονα διαρθρωτικά ελλείμματα μεταφράζονται σε διαρκώς αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, εν μέσω υψηλότερων επιτοκίων. Σε συνδυασμό με την πολιτική αβεβαιότητα στη Γερμανία και την Ισπανία, το ευρώ έχει υποχωρήσει κατά σχεδόν 4% έναντι του δολαρίου τις τελευταίες επτά εβδομάδες.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα είχε ισχυρά κίνητρα να περιορίσει μια άτακτη αντίδραση της αγοράς εάν η διεύρυνση των περιθωρίων απόδοσης (spreads) απειλούσε τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής ή τη γενικότερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ευρωζώνης – σενάριο που δεν υφίσταται επί του παρόντος, εκτιμά από την πλευρά της η UBS. Η ελβετική τράπεζα σημειώνει ακόμη ότι μια περαιτέρω ενίσχυση του δολαρίου έχει όρια, καθώς τα νέα οικονομικά στοιχεία αναμένεται να επιτρέψουν στις αγορές να αναθεωρήσουν τις προσδοκίες τους για περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής από τη Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.
Όμως η ΕΚΤ θα παραμείνει σε επιφυλακή για τυχόν έντονες κινήσεις τόσο στο ευρώ όσο και στα ομόλογα ώστε να διασφαλίσει τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος και της αγοράς χρέους στην ευρωζώνη γενικότερα. Αυτό θα είναι δουλειά για την ίδια την Κριστίν Λαγκάρντ -όσο θα παραμείνει στη σημερινή της θέση.
Ο παράγοντας Λαγκάρντ
Μια νέα κρίση του ευρώ με επίκεντρο τη Γαλλία θα απαιτούσε μια δυναμική παρέμβαση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να αποτραπεί η μετάδοση της κρίσης και να θωρακιστεί το ενιαίο νόμισμα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, διαφαίνεται αλλαγή στην ηγεσία της κεντρικής τράπεζας γεγονός που θα μπορούσε τόσο να περιπλέξει τη διαδικασία όσο και να ανεβάσει τον πήχη για την ανάληψη δράσης, σχολίαζε στο Reuters ο αρθρογράφος Μάικ Ντόλαν.
Οι εικασίες σχετικά με πρόωρη αποχώρηση της νυν επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, πριν από τη λήξη της θητείας της τον Οκτώβριο του 2027, ξεκίνησαν στις αρχές του έτους και δεν έχουν σταματήσει. Η προγραμματισμένη έκδοση των απομνημονευμάτων της τον Ιανουάριο έχει ήδη σημειωθεί στα ημερολόγια πολλών παραγόντων της αγοράς και μη, καθώς υποδηλώνει ότι δεν θα κατέχει πλέον τη θέση της στην ΕΚΤ όταν αλλάξει το έτος, αποκαλύπτει ο ίδιος.
Εάν τελικά αποχωρήσει έως το τέλος του τρέχοντος έτους, τότε δύο υποστηρικτές της αυστηρής νομισματικής πολιτικής, ο πρώην επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας, Κλάας Κνοτ, και ο επικεφαλής της γερμανικής Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, θα αποτελούσαν βασικούς υποψήφιους για τη διαδοχή της. Αυτοί πιθανώς να είναι πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε τέτοιες έκτακτες παρεμβάσεις της ΕΚΤ, τόσο σε σύγκριση με τη Λαγκάρντ ή σε σύγκριση με τον προκάτοχό της, Μάριο Ντράγκι, σημειώνεται.
Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αλλαγή ηγεσίας είναι πιθανό να συμπέσει με μια εξαιρετικά περίπλοκη χρονική συγκυρία πιέσεων στις αγορές του γαλλικού χρέους, του χρέους των χωρών όλης της ευρωζώνης και του ευρώ απέναντι στο δολάριο αλλά και άλλων μεγάλων νομισμάτων.
Το θετικό παραμένει ότι η Γαλλία διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα απέναντι τους παίκτες των αγορών, όπως το μέγεθος, τον πλούτο και τη διαφοροποίηση της οικονομίας της, καθώς και τη μεγάλη ικανότητα του εγχώριου χρηματοπιστωτικού της τομέα να χρηματοδοτήσει το κρατικό χρέος σε περίπτωση που εξασθενήσει η ζήτηση από ξένους επενδυτές, αναφέρει η UBS. Οι κινήσεις της Λαγκάρντ όμως εάν χρειαστεί παρέμβαση το αμέσως επόμενο διάστημα, αλλά τυχόν διαδόχου της θα αποτελέσουν καίριο παράγοντα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις αγορές.