Τέμπη: «Ούτε τώρα δεν υπάρχει σεβασμός» – Οι καταγγελίες του δικηγόρου της οικογένειας του Γεράσιμου

Τις ευθύνες για την αλλοίωση του χώρου της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών, τις καθυστερήσεις στη δικαστική διερεύνηση και τα κρίσιμα στοιχεία που, όπως υποστηρίζει, δεν εξετάστηκαν εγκαίρως ανέδειξε ο Λουκάς Αποστολίδης, δικηγόρος της οικογένειας του Γεράσιμου, του μοναδικού επιζώντα από το πρώτο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας.

Σε αποκλειστική συνέντευξή του στο MEGA, ο Λουκάς Αποστολίδης αναφέρθηκε στο βιβλίο του με τίτλο «ΤΕΜΠΗ: ΚΑΤΗΓΟΡΩ – Από την Τραγωδία στη Λύτρωση», το οποίο συνυπογράφει με την Ελισάβετ Μπαρμπαλιού. Όπως εξήγησε, στόχος του έργου είναι να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη της τραγωδίας και να αναδειχθούν οι ευθύνες που, κατά την άποψή του, εξακολουθούν να μην έχουν αποδοθεί.

Οι καταγγελίες για το μπάζωμα και το ξεμπάζωμα

Ο δικηγόρος έκανε λόγο για κρατική αδιαφορία και προσπάθεια συγκάλυψης, εστιάζοντας στις παρεμβάσεις που έγιναν στον τόπο του δυστυχήματος τις πρώτες ημέρες μετά τη σύγκρουση.

«Η μνήμη των Τεμπών θα παραμένει ένας καθρέφτης και ιδιαίτερα με τον Γεράσιμο, όπου θα καθρεφτίζεται η αδιαφορία αυτού που λέμε κράτους», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι οι χειρισμοί των αρμόδιων αρχών εξακολουθούν να προκαλούν ερωτήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην υπόθεση του μπαζώματος και του ξεμπαζώματος, επικαλούμενος έγγραφο στο οποίο, όπως είπε, ο Χρήστος Τριαντόπουλος ορίζεται ως συντονιστής και όχι ως απλός παρατηρητής.

Σύμφωνα με τον κ. Αποστολίδη, από τις πρώτες ώρες μετά την τραγωδία, μπουλντόζες και φορτηγά απομάκρυναν χώματα από τον χώρο του δυστυχήματος και τα μετέφεραν σε δύο ιδιωτικά οικόπεδα. Όπως υποστήριξε, στις συγκεκριμένες περιοχές εντοπίστηκε στη συνέχεια βιολογικό υλικό, καθώς και οστά, γεγονός που, κατά τον ίδιο, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να διερευνηθούν πλήρως οι χειρισμοί που έγιναν.

«Το μεγαλύτερο έγκλημα στο έγκλημα»

Ο δικηγόρος υποστήριξε ότι η καθυστέρηση των δικαστικών αρχών κατά τις πρώτες επτά ημέρες μετά το δυστύχημα επέτρεψε την πρόωρη αλλοίωση του χώρου και την απομάκρυνση υλικών που θα μπορούσαν να αποδειχθούν κρίσιμα για την έρευνα.

«Ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα στο έγκλημα», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι, εάν ο χώρος είχε παραμείνει ανέπαφος, θα μπορούσαν να έχουν διεξαχθεί εξετάσεις που θα συνέβαλλαν στην αποσαφήνιση των συνθηκών εκδήλωσης της πυρκαγιάς.

Όπως σημείωσε, η διατήρηση των ευρημάτων θα επέτρεπε τη διενέργεια ιστολογικών και άλλων ιατρικών εξετάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις για τα αίτια θανάτου των θυμάτων, αλλά και να συμβάλουν στη διερεύνηση των ερωτημάτων γύρω από το ενδεχόμενο ύπαρξης παράνομου φορτίου.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η απομάκρυνση χωμάτων και άλλων υλικών περιόρισε τις δυνατότητες συλλογής και αξιολόγησης αποδεικτικών στοιχείων, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν τις οικογένειες των θυμάτων.

Η κριτική για τους χειρισμούς της Βουλής

Ο κ. Αποστολίδης άσκησε, παράλληλα, κριτική στους χειρισμούς της κοινοβουλευτικής διαδικασίας για τη διερεύνηση των ευθυνών πολιτικών προσώπων, κάνοντας λόγο για «θεσμική εκτροπή».

Αναφερόμενος στον Κώστα Καραμανλή και τον Χρήστο Τριαντόπουλο, υποστήριξε ότι η αξιολόγηση των πιθανών αδικημάτων δεν θα έπρεπε να προχωρήσει χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική εξέταση από την αρμόδια προανακριτική επιτροπή.

«Θα έπρεπε να υπήρχε η προανακριτική επιτροπή, να γίνει συζήτηση στην προανακριτική, να βγει ένα συμπέρασμα ποια είναι τα αδικήματα που βλέπει η προανακριτική επιτροπή», ανέφερε, εκφράζοντας τη διαφωνία του με τον τρόπο που εξελίχθηκε η διαδικασία.

«Για τους γονείς και τους συγγενείς είναι μια άλλη ζωή»

Κλείνοντας, ο δικηγόρος αναφέρθηκε στο διαρκές ψυχολογικό βάρος που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες των θυμάτων, τονίζοντας ότι η αναζήτηση της αλήθειας παραμένει μια επίπονη διαδικασία, ακόμη και μετά την έναρξη της δίκης.

Όπως είπε, η δημιουργία ισχυρισμών που δεν στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία προσβάλλει τη μνήμη των νεκρών και εντείνει την οργή των συγγενών, οι οποίοι εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις.

Ειδική αναφορά έκανε στις αντιδράσεις που προκαλούν οι αναφορές σε οστά και υπολείμματα που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν ερευνήθηκαν επαρκώς, σημειώνοντας ότι τέτοια ζητήματα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις οικογένειες.

«Για τους γονείς και τους συγγενείς είναι μια άλλη ζωή. Δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη», ανέφερε, περιγράφοντας τη δοκιμασία που βιώνουν όσοι έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους στην