ΠΗΓΑ ΚΙ ΕΓΩ! Γέλασα, έφαγα, χειροκρότησα… αλλά Ελληνικά δεν άκουσα!
Από το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου και τις εκκλησίες της Μελβούρνης μέχρι το ποδόσφαιρο και την ψήφο των αποδήμων, εμείς οι Έλληνες έχουμε ένα μοναδικό ταλέντο: να υπερασπιζόμαστε τα πάντα, αρκεί να μη χρειαστεί να αλλάξουμε εμείς!
Πήγα κι εγώ, λοιπόν, στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Και, για να είμαι δίκαιη, πέρασα υπέροχα! Γέλασα με την κωμωδία που προβλήθηκε, έφαγα τα νόστιμα εδέσματα, άκουσα ελληνική μουσική, παρακολούθησα τα δρώμενα, είδα κόσμο, συνάντησα γνωστούς και φίλους. Όλα ωραία κι όλα καλά! Μια βραδιά που θύμιζε Ελλάδα, γεμάτη κέφι, πολιτισμό και ελληνική φιλοξενία.
Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, υπήρχε κι ένα μικρό «αλλά». Μικρό στην αρχή, μεγάλο όσο το σκεφτόμουν!
ΗΤΑΝ, βλέπετε, το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Με ελληνικές ταινίες, ελληνική κουλτούρα, ελληνική μουσική και ελληνικό κοινό. Και οι ομιλητές; Ούτε μία λέξη Ελληνικά! Ούτε μία, βρε αδελφέ, για το καλό! Με εξαίρεση την γενική πρόξενο της Ελλάδας στη Μελβούρνη, που είπε δυο λόγια στη γλώσσα μας, οι υπόλοιποι προτίμησαν τα Αγγλικά.
Και μην παρεξηγηθώ. Τα Αγγλικά είναι η γλώσσα της χώρας στην οποία ζούμε. Τα μιλάμε, τα σεβόμαστε και πολύ καλά κάνουμε. Αλλά άλλο να γνωρίζεις και να χρησιμοποιείς τη γλώσσα της πατρίδας που σε φιλοξενεί κι άλλο να συμπεριφέρεσαι σαν να ντρέπεσαι να αρθρώσεις δυο λέξεις στη γλώσσα των γονιών και των παππούδων σου.
Το ακόμη πιο απολαυστικό; Στο ίδιο φεστιβάλ υπήρχαν διαφημίσεις ελληνικών σχολείων! Διαφημίζουμε, δηλαδή, τα σχολεία που διδάσκουν στα παιδιά μας Ελληνικά, την ώρα που εμείς, οι μεγάλοι, δεν μπορούμε να πούμε ούτε έναν χαιρετισμό στη γλώσσα μας από το μικρόφωνο!
Και ύστερα τα βάζουμε με την Pauline Hanson και τους άλλους που δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για την πολυπολιτισμικότητα. Διαμαρτυρόμαστε, αγανακτούμε, ζητάμε σεβασμό για τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας. Και δικαίως! Μόνο που, πριν ζητήσουμε από τους άλλους να σεβαστούν την ελληνική μας ταυτότητα, μήπως πρέπει να αναρωτηθούμε πόσο την τιμούμε εμείς οι ίδιοι;
Γιατί, φίλοι μου, δεν μπορείς να απαιτείς από τους άλλους να αναγνωρίζουν τον πολιτισμό σου, όταν εσύ τον αντιμετωπίζεις σαν διακοσμητικό στοιχείο. Δεν γίνεται να θέλεις τα παιδιά σου να μάθουν Ελληνικά, αν τους δίνεις καθημερινά το παράδειγμα ότι η γλώσσα σου είναι κάτι που χρησιμοποιείται μόνο στο σπίτι, στο καφενείο ή όταν θέλεις να παραγγείλεις σουβλάκια!
ΤΟ ΟΛΟ ΘΕΜΑ έχει και συνέχεια. Πήγα και σε ένα μυστήριο σε ορθόδοξη εκκλησία της Μελβούρνης. Περίμενα, όπως είναι φυσικό, να ακούσω τη γλώσσα της Ορθοδοξίας όπως τη γνωρίσαμε, να συμμετάσχω σε μια ακολουθία που να συνδέει την πίστη με την παράδοση και τη γλώσσα μας.
Αμ δε!
Το μεγαλύτερο μέρος του μυστηρίου τελέστηκε στα Αγγλικά. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ακολούθησε και η ομιλία του ιερέα, η οποία, αν δεν με απατά η μνήμη μου, κράτησε περισσότερο από το ίδιο το μυστήριο. Επίσης στα Αγγλικά!
Εκεί πια σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Όχι για προσευχή, αλλά για να ζητήσεις έλεος!
Προς Θεού, δεν λέω να μην καταλαβαίνουν τα παιδιά μας τι γίνεται στην εκκλησία. Ούτε να αποκλείσουμε τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν Ελληνικά. Οι νεότερες γενιές μεγαλώνουν στην Αυστραλία, πολλά παιδιά μιλούν καλύτερα Αγγλικά από Ελληνικά και η Εκκλησία οφείλει να τα αγκαλιάζει όλα. Το ζήτημα δεν είναι να αποκλείσουμε τα Αγγλικά. Είναι να μη φτάσουμε στο σημείο να αποκλείσουμε εντελώς τα Ελληνικά.
Υπάρχει διαφορά. Και μάλιστα μεγάλη!
Η Εκκλησία δεν είναι μόνο χώρος λατρείας. Για πολλές γενιές Ελλήνων μεταναστών υπήρξε σχολείο, σημείο συνάντησης, τόπος διατήρησης της γλώσσας, της παράδοσης και της συλλογικής μνήμης. Αν χαθεί και αυτός ο δεσμός, τότε τι ακριβώς θα απομείνει από την ελληνορθόδοξη ταυτότητα των επόμενων γενεών;
ΚΑΙ ΜΕ την ευκαιρία, ας θέσουμε κι ένα ακόμη ερώτημα: τι γίνεται με τις εκκλησίες μας εδώ στη Μελβούρνη;
Ακούω συχνά διάφορα. Άλλοι λένε ότι ορισμένες ενορίες δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν ιερείς, άλλοι ότι υπάρχουν εκκλησίες που δεν μπορούν να λειτουργήσουν κανονικά λόγω έλλειψης κληρικών. Δεν γνωρίζω αν όλες αυτές οι πληροφορίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ούτε σε ποια έκταση συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αλλά, αν υπάρχει πράγματι τέτοιο πρόβλημα, τότε χρειάζεται σοβαρή ενημέρωση και απαντήσεις από τους αρμοδίους.
Γιατί δεν γίνεται να μιλάμε διαρκώς για τη δύναμη της Ομογένειας, για τις δωρεές, τα κοινοτικά έργα και τις μεγάλες εκκλησιαστικές περιουσίες, και την ίδια στιγμή να υπάρχουν ενορίες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξασφάλιση ιερέα.
Αφήνω, όμως, τις εκκλησίες και περνώ στο ποδόσφαιρο, γιατί εκεί τουλάχιστον, όταν θέλουμε, μπορούμε να συνεννοηθούμε χωρίς μεταφραστή!
Πήγα και στον τελικό του Κυπέλλου. Και τι τελικός! Μεγαλείο! Η παρουσία των Ελλήνων, ο ενθουσιασμός, η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε και η συμμετοχή του κόσμου έδειξαν για ακόμη μία φορά ότι ο Ελληνισμός της Μελβούρνης ξέρει να δίνει δυναμικό «παρών».
Κι όταν ήρθε και η νίκη, το κέφι απογειώθηκε. Εκεί που κάποιοι ίσως περίμεναν ότι θα είχαν να λένε για όλα τα άλλα, βρέθηκαν μπροστά σε ένα αποτέλεσμα που δεν τους άφηνε πολλά περιθώρια.
Τι να κάνουν, λοιπόν; Κάπου έπρεπε να μεταφερθεί η συζήτηση. Και βρέθηκαν οι αποδοκιμασίες σε βάρος των Ιθαγενών.
ΑΣ ξεκαθαρίσουμε, όμως, κάτι. Σύμφωνα με όσα συζητήθηκαν, οι αποδοκιμασίες που προκάλεσαν αντιδράσεις δεν προκλήθηκαν μόνο από Έλληνες αλλά και από άλλους θεατές, ενώ υπήρξαν αναφορές ότι ακούστηκαν προσβλητικές εκφράσεις και προς τους Έλληνες. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, οφείλουμε να εξετάζουμε τα γεγονότα με ακρίβεια και όχι να τα φορτώνουμε συλλογικά στους Έλληνες.
Από την άλλη, δεν γίνεται να ζητάμε δικαιοσύνη μόνο όταν μας συμφέρει. Αν κάποιοι έβριζαν τους Έλληνες και όσοι ενοχλήθηκαν έκαναν την «πάπια», τότε έχουμε κι εμείς λόγο να προβληματιστούμε. Ο σεβασμός δεν μπορεί να είναι επιλεκτικός. Δεν γίνεται να καταγγέλλουμε την προσβολή όταν στρέφεται εναντίον μας και να σιωπούμε όταν στρέφεται εναντίον άλλων.
Και για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, ούτε τα δικά μας παιδιά ήταν όλα άψογα. Ακούστηκαν, όπως λέγεται, και από την ελληνική πλευρά ορισμένα υβριστικά συνθήματα. Μπορεί να μην αφορούσαν τους Ιθαγενείς, αλλά αυτό δεν τα κάνει αυτομάτως αποδεκτά.
Το γήπεδο είναι χώρος πάθους, έντασης, χαράς και απογοήτευσης. Δεν είναι, όμως, χώρος όπου καταργούνται οι κανόνες της στοιχειώδους αξιοπρέπειας. Άλλο να υποστηρίζεις με πάθος την ομάδα σου κι άλλο να μετατρέπεις την κερκίδα σε διαγωνισμό ύβρεων.
Τα παιδιά μας μπορούν να φωνάζουν, να πανηγυρίζουν, να τραγουδούν και να δημιουργούν ατμόσφαιρα. Αλλά τα προσβλητικά συνθήματα πρέπει να κοπούν. Τελεία και παύλα. Και αυτό ισχύει για όλους, ανεξαρτήτως καταγωγής, ομάδας ή χρώματος φανέλας.
ΓΙΑΤΙ ο καλύτερος τρόπος να υπερασπιστείς την ελληνική παρουσία στην Αυστραλία δεν είναι να φωνάζεις πιο δυνατά από τους άλλους. Είναι να δείχνεις ότι μπορείς να ξεχωρίζεις και για τη συμπεριφορά σου.
Και από το γήπεδο, πάμε στην πολιτική. Διάβασα και τη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στον «Νέο Κόσμο». Ωραία πράγματα είπε για τους απόδημους Έλληνες, για τη σχέση της Ελλάδας με την Ομογένεια και για τη σημασία της συμμετοχής μας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.
Όλα καλά στα λόγια. Και μακάρι να γίνουν πράξη.
Αλλά έχω κι εγώ μια απορία: εμείς τι κάνουμε;
Θέλουμε να μας υπολογίζουν στην Αθήνα. Θέλουμε να μας θυμούνται οι πολιτικοί, να μας επισκέπτονται, να μας μιλούν για την Ελλάδα και να υπόσχονται ότι θα ενισχύσουν τους δεσμούς με την Ομογένεια. Θέλουμε να έχουμε λόγο στις αποφάσεις που αφορούν την πατρίδα μας. Πολύ σωστά!
ΑΛΛΑ, αν δεν φροντίζουμε να συμμετέχουμε στις ελληνικές εκλογές, αν δεν αξιοποιούμε το δικαίωμα της ψήφου μας, με ποιον τρόπο περιμένουμε να μας πάρουν στα σοβαρά;
Στην πολιτική υπάρχει ένας απλός κανόνας: σε υπολογίζουν όταν έχεις φωνή, παρουσία και δύναμη. Και η ψήφος είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία αυτής της δύναμης. Δεν αρκεί να παραπονιόμαστε ότι η Ελλάδα μάς ξεχνά, αν εμείς εμφανιζόμαστε μόνο όταν έρχεται κάποιος πολιτικός στην Αυστραλία ή όταν υπάρχει μια ωραία εκδήλωση με ελληνικούς μεζέδες.
Η Ομογένεια δεν μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο στις επετείους, στις φωτογραφίες και στις προεκλογικές ομιλίες. Πρέπει να έχει ουσιαστική συμμετοχή και να διεκδικεί με συνέπεια όσα δικαιούται.
ΚΑΙ ΚΑΠΩΣ έτσι, από το ελληνικό φεστιβάλ στην εκκλησία, από την εκκλησία στο γήπεδο και από το γήπεδο στην πολιτική, καταλήγουμε πάλι στα ίδια.
Θέλουμε να διατηρήσουμε τη γλώσσα μας, αλλά συχνά δεν τη μιλάμε εκεί όπου θα έπρεπε. Θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανή την πίστη και την παράδοσή μας, αλλά δυσκολευόμαστε να βρούμε την ισορροπία ανάμεσα στις γενιές. Θέλουμε να μας σέβονται οι άλλοι, αλλά πρέπει πρώτα να μάθουμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον. Θέλουμε να μας υπολογίζουν οι πολιτικοί, αλλά πρέπει κι εμείς να συμμετέχουμε ενεργά.
Και, φυσικά, θέλουμε να κερδίζουμε στο ποδόσφαιρο, να γελάμε στον κινηματογράφο, να τρώμε καλά και να ακούμε ελληνική μουσική. Σε αυτό, ομολογώ, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα!
Το πρόβλημα αρχίζει όταν νομίζουμε ότι η ελληνική ταυτότητα εξαντλείται σε ένα συρτάκι, μια σημαία, ένα πιάτο σουβλάκια και μια φωτογραφία με φόντο την ελληνική σημαία.
Η ταυτότητα δεν είναι ντεκόρ. Είναι γλώσσα, συμμετοχή, ευθύνη, μνήμη και καθημερινή πράξη.
Γι’ αυτό, λοιπόν, πήγα κι εγώ. Γέλασα, έφαγα, χειροκρότησα, συγκινήθηκα, προβληματίστηκα και, στο τέλος, έφυγα με μια σκέψη.
ΠΡΙΝ αρχίσουμε να κατηγορούμε τους άλλους ότι μας ξεχνούν, μήπως να κοιταχτούμε λίγο στον καθρέφτη;
Γιατί, κακά τα ψέματα, εμείς οι Έλληνες έχουμε ένα μεγάλο ταλέντο: να κάνουμε εξαιρετικές συζητήσεις για το τι πρέπει να κάνουν οι άλλοι.
Το δύσκολο είναι να κάνουμε πρώτοι εμείς αυτό που ζητάμε από εκείνους.
Και του χρόνου, λοιπόν, στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου! Θα ξαναπάω, θα ξαναγελάσω, θα ξαναφάω και θα ξανακούσω ελληνική μουσική.
Μόνο που αυτή τη φορά, αν μου δοθεί η ευκαιρία, θα ήθελα να ακούσω και μερικές ελληνικές λέξεις από το μικρόφωνο.
Δεν ζητάω πολλά. Ένα «καλησπέρα σας» είναι αρκετό για αρχή.
Και μετά βλέπουμε. Μην τα θέλουμε κι όλα ελληνικά από την πρώτη χρονιά!
Τ.Τ.
The post οι Έλληνες έχουμε ένα μεγάλο ταλέντο: να κάνουμε εξαιρετικές συζητήσεις για το τι πρέπει να κάνουν οι άλλοι appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.