Η Ελληνική επανάσταση του 1821 συνάντησε την ευμενή στάση των λαών σε αντίθεση με εκείνη των ευρωπαϊκών αυλών και κυβερνήσεων που κυριαρχούνταν από την εχθρική πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας. Τον Φεβρουάριο του 1823 η Πύλη απέστειλε φιλική επιστολή προς τη Ρωσική κυβέρνηση υποσχόμενη την πλήρη εκκένωση των ηγεμονιών της Μολδοβλαχίας αλλά απαιτούσε συνάμα την παράδοση των ελλήνων προσφύγων στη Ρωσία και την απόδοση των φρουρίων της Ασιατικής οροθεσίας σύμφωνα με τη συνθήκη του Βουκορεστίου. Η δε Ρωσία απαίτησε από την Τουρκία την ειρήνευση στην Ελλάδα.
Η Ελληνική Επανάσταση χρειαζόταν κάποια επίσημη αναγνώριση για να σταθεί στα πόδια της, όμως, η Ιερά Συμμαχία ήταν εχθρική. Οι ΄Ελληνες διαψεύστηκαν ότι η Ρωσία θα τους έτεινε χέρι βοήθειας. Ο Αυτοκράτορας Αλέξανδρος Α΄ έδινε περισσότερη προσοχή στην Ιερά Συμμαχία, τη διατήρηση του Στάτους κβο και της ειρήνης.
«Μεταξύ όλων των Ρώσων, έλεγε ο Αλέξανδρος, Α΄ «είμαι ο μόνος ο μη ασπαζόμενος τον ελληνικό αγώνα». (Τρικούπης, Κεφ. ΚΒ, 2ος τόμος, σ. 25)
Η Ιερά Συμμαχία δεν ήθελε επαναστάσεις, πολέμους και αναταράξεις μεταξύ των υπαρχόντων εθνών, ήθελε ειρήνη και διατήρηση της υπάρχουσας τάξης. Και υπήρχε ανταγωνισμός κυρίως μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας για τη θάλασσα της Μεσογείου. Οι ΄Αγγλοι ήταν εναντίον ενός ρωσοτουρκικού πολέμου, ήθελαν την ακεραιότητα της Τουρκίας για να βοηθά στην απομόνωση της Ρωσίας, να την κρατά έξω από το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Η Αγγλία ήθελε την ειρηνοποίηση των επαναστατημένων περιοχών, δηλαδή ειρήνη με παροχή απλής αμνηστείας προς τους εξεγερθέντες. Η Ρωσία δεν ήθελε την επικράτηση των επαναστατών αλλά ούτε και την παντελή υποταγή των Ελλήνων. Παρόμοια με τη Ρωσία ήταν και η πολιτική της Γαλλίας και Πρωσίας, η δε Αυστρία επιθυμούσε την παντελή υποταγή των Ελλήνων επαναστατών.
Τον Αύγουστο του 1822 αυτοκτόνησε ο ΥΠΕΞ της Αγγλίας Κάστλειρτζ που ήταν εχθρικός προς την Ελληνική Επανάσταση και έγινε Υπουργός Εξωτερικών ο Τζορτζ Κάνινγκ. Ο Κάνιγκ ήταν περισσότερο συμπαθητικός προς την ελληνική υπόθεση και αναγνώρισε τους αποκλεισμούς από τους επαναστάτες κάστρων και φρουρίων. Δηλαδή αναγνώρισε την Ελλάδα ως εμπόλεμη δύναμη.
Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να συγκροτούνται φιλελληνικές επιτροπές, αρχικά στη Ζυρίχη και τη Γενεύη και λίγο αργότερα στη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Αμερική. Οι επιτροπές συνέβαλλαν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης μέσω των εφημερίδων και άλλων ενεργειών τους και την άσκηση επιρροής επί των κυβερνήσεων. Στα τέλη Μαρτίου 1823 ιδρύθηκε η φιλελληνική εταιρία του Λονδίνου που ανέδειξε ως αντιπρόσωπό της τον ποιητή Λόρδο Βύρωνα. Ο Βύρωνας μετέβηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλληνίας με τη συνοδεία του σχεδιάζοντας να μεταβεί στην Ελλάδα. Στις 24 Ιανουαρίου 1824 μετέβηκε στο Μεσολόγγι και συνέβαλε στη συμφιλίωση των διαφόρων μερίδων και την οργάνωση των μαχητών. Ασθένησε, όμως, και πέθανε στις 7 Απριλίου, τη 2η μέρα του Πάσχα.
Στην αρχή του 1824 η Ρωσία έστειλε εμπιστευτικό υπόμνημα στις άλλες αυλές με την πρότασή της για το ελληνικό ζήτημα. Σύστηνε να δημιουργηθούν τρεις αυτόνομες ηγεμονίες παρόμοιες με εκείνες της Μολδοβλαχίας που να είναι υποτελείς στο Σουλτάνο στον οποίο να πληρώνουν φόρο. Οι τρεις ηγεμονίες να είναι εκείνη της Ανατολικής Ελλάδας που θα περιλάμβανε τη Θεσσαλία, τη Βοιωτία και την Αττική, της Δυτικής Ελλάδας με την ΄Ηπειρο και Ακαρνανία και εκείνη της Μεσημβρινής Ελλάδας που να περιλάμβανε την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Τα νησιά του Αιγαίου να εξακολουθήσουν να διοικούνται δημογεροντκώς, όπως συνέβαινε και πριν και ο Πατριάρχης να εξακολουθεί να εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και να θεωρείται ως ο αντιπρόσωπος του Ελληνικού έθνους. Η πολιτική της Ρωσίας, γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης, αποσκοπούσε πάντοτε στην εξασθένιση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με τη δημιουργία πολλών μικρών επικρατειών στις οποίες η ίδια θα είχε επιρροή και θα τις έθετε υπό την προστασία της.
Η Ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε το ρωσικό υπόμνημα και εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της. Η ρωσική πρόταση περί αυτονομίας κατέστρεφε την ενότητα του Ελληνισμού και τον αγώνα των Ελλήνων επαναστατών για ανεξαρτησία (για ενιαίο ανεξάρτητο, όχι υποτελές αυτόνομο κράτος).
Την ίδια περίοδο στην επαναστατημένη Ελλάδα μαίνονταν οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος (Οκτώβριος 1823-Ιούνιος 1824) ακολούθησε τις διαφωνίες της Εθνοσυνέλευσης του ΄Αστρους, κυρίως μεταξύ του Κολοκοτρώνη και των καπεταναίων από τη μια μεριά και από την άλλη των νησιωτών ιδιοκτητών πλοίων και των κοτζαμπάσηδων της Πελοποννήσου. Ο Κολοκοτρώνης είχε εκλεγεί Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού με πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και Γραμματέα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Σύντομα, όμως, ο Μαυροκορδάτος εκλέχτηκε και μετακινήθηκε ως Πρόεδρος του Βουλευτικού κάτι που δυσαρέστησε τον Κολοκοτρώνη που προόριζε να προτείνει για τη θέση αυτή τον Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ο Κολοκοτρώνης που αντιπαθούσε τον Μαυροκορδάτο τον απείλησε ότι θα τον έδιωχνε «με τη βελάδα» που ήρθε από το εξωτερικό. Ο Μαυροκορδάτος ανησύχησε και έφυγε αμέσως για την ΄Υδρα, όπου ένιωθε πιο ασφαλής. Εκεί προέτρεψε τον Γεώργιο Κουντουριώτη να αναλάβει την προεδρία του Εκτελεστικού, δηλαδή την πρωθυπουργία. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, -Υδραίος μεγαλοπλοιοκτήτης και με τον μεγαλύτερο αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη ήταν οι πλουσιότεροι έλληνες της εποχής της Επανάστασης- δίσταζε γιατί αισθανόταν ότι δεν διέθετε τα απαιτούμενα διοικητικά προσόντα. ΄Όπως αφηγείται ο αμερικανός φιλλέληνας Σάμουελ Γκρίντλεϊ Χάου που ακολουθούσε ως γιατρός τις στρατιωτικές εκστρατείες των επαναστατών, ο Μαυροκορδάτος ενθάρρυνε τον Κουντουριώτη να αναλάβει την ηγεσία της κυβέρνησης: «Εσύ θα είσαι το καράβι κι εγώ το τιμόνι», του είπε. (o Γεώργιος Κουντουριώτης ήταν ο παππούς του μεγάλου Ναυάρχου των Βαλκανικών Πολέμων και μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας Παύλου Κουντουριώτη). Ο Γεώργιος Κουντουριώτης πείστηκε από τον Μαυροκορδάτο και ανέλαβε τα ηνία σε μια περίοδο που εντάθηκε ο διχασμός και ο εμφύλιος στην επαναστατημένη Ελλάδα.
Τα πρώτα τρία χρόνια ο ελληνικός αγώνας διεξάγονταν με λίγες προσόδους και με συνεισφορές του κόσμου. Η κίνηση του στόλου, όμως, απαιτούσε δαπάνες. Γι’ αυτό η κυβέρνηση προσπάθησε να προσελκύσει δάνεια από το εξωτερικό.
Στο μεταξύ σημειώθηκε διχασμός στην Ελληνική κυβέρνηση και δημιουργήθηκαν δύο διαφορετικές κυβερνήσεις, η μία στην Τρίπολη και η άλλη στο Κρανίδι. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος διάρκεσε από τον Οκτώβριο του 1823 ως τον Ιούνιο του 1824. Ο δεύτερος εμφύλιος διάρκεσε από τον Ιούλιο του 1824 μέχρι τον Ιανουάριο του 1825. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη υπερίσχυσε και αναγνωρίστηκε ως η νόμιμη.
Στις 14 Ιανουαρίου 1824 στάλθηκαν από την κυβέρνηση Κουντουριώτη στο Λονδίνο οι Ορλάνδος και Λουριώτης για διαπραγμάτευση δανείου. Στις 9 Φεβρουαρίου υπέγραψαν με τραπεζίτες του Λονδίνου συμφωνητικό περί δανείου 800.000 λιρών από τα οποία 280.000 λίρες στάλθηκαν μέσω Ζακύνθου στην Ελλάδα. Αναμενόταν να εγκριθεί η αποστολή του ποσού από τον Λόρδο Βύρωνα, εκ μέρους της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου αλλά λόγω του ότι ο Βύρων είχε πεθάνει τα κατατεθέντα χρήματα απεστάλησαν εκ Ζακύνθου και έφτασαν στην Ελληνική κυβέρνηση στο Ναύπλιο στις 20 Ιουλίου 1824.
Η κυβέρνηση Κουντουριώτη με τα χρήματα του δανείου έφερε τους στρατιώτες των Ρουμελιωτών καπεταναίων Γκούρα, Καραϊσκάκη, Μακρυγιάννη, κ. α., εναντίον των Πελοποννησίων, οι οποίοι λεηλατούσαν και κατάστρεφαν τα χωριά της Πελοποννήσου. Στις 13 Νοεμβρίου 1824 δολοφονήθηκε σε ενέδρα στο χωριό Θάνας της Τρίπολης ο Πάνος Κολοκοτρώνης, γιος του Κολοκοτρώνη. Αυτό παρέλυσε τη θέλησή του πελοποννήσιου στρατηγού για τη συνέχιση των εμφυλιακών εχθροπραξιών. Τον Ιανουάριο του 1825 ο Κολοκοτρώνης μετέβηκε στο Ναύπλιο και παραδόθηκε στις κυβερνητικές αρχές οι οποίες υπόσχονταν αμνηστία. Αντίθετα, όμως, συνελήφθη, στάλθηκε στην ΄Υδρα και εγκλείστηκε με άλλους συμμαχητές του στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία.
Το 1824 ξεκίνησε επίσης η εκστρατεία των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων με επικεφαλής τον Ιμπραήμ Πασα. Ο Ιμπραήμ αφού κατέστειλε την επανάσταση στην Κρήτη έστειλε τον Χουσεΐν Μπέη με πλοία που πολιόρκησαν, κατέλαβαν και κατέστρεψαν το ναυτικό νησί της Κάσου στις 29 Μαΐου 1824. Στις 20 Ιουνίου 1824 ο τουρκικός στόλος υπό τον ναύαρχο Χοσρέφ Πασά πολιόρκησε, κατέλαβε και κατέστρεψε το νησί των Ψαρών. Στο νησί, εκτός από τους 7.500 Ψαριανούς κατοικούσαν, επίσης, περίπου 25.000 πρόσφυγες, κυρίως από την Κυδωνία και τη Χίο. Ο αριθμός των νεκρών και αιχμαλωτισθέντων υπερέβαινε τους 17.000.
Με την καταστροφή των Ψαρών η Ελλάδα έχασε ένα μεγάλο μέρος της ναυτικής της δύναμης και ένα ναυτικό προπύργιο στο Αιγαίο. Ωστόσο, ο ελληνικός στόλος τον Ιούλιο – Αύγουστο νίκησε σε ναυμαχίες στην περιοχή της Σάμου και στη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824) τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, εξασφαλίζοντας την κυριότητα της Σάμου.
Ο Ιμπραήμ αποσύρθηκε στη Σούδα της Κρήτης αλλά σύντομα οι δυνάμεις του κινήθηκαν προς την Πελοπόννησο. Στις 12 Φεβρουαρίου 1825 αποβιβάστηκε στη Μεθώνη, χωρίς να συναντήσει καμιά σοβαρή αντίσταση. Τον Απρίλιο τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατέβαλαν τις ελληνικές δυνάμεις της Σφακτηρίας και μετά την κατάληψη των φρουρίων Παλιόκαστρο και Νιόκαστρο ο κόλπος ου Ναβαρίνου έγινε το κέντρο ανεφοδισμού και το ορμητήριο του Ιμπραήμ για τις επιθέσεις του στην Πελοπόννησο. Ο Παπαφλέσσας μετά μια σκληρή μάχη να σταματήσει την προέλαση του εισβολέα έπεσε στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου με όλους τους άνδρες του και ο Ιμβραήμ προχώρησε προς την Τρίπολη και την Αργολίδα. Η επανάσταση αντιμετώπιζε την πιο κρίσιμη φάση της. Στη μάχη των Μύλων της Λέρνης, όμως, στις 13 Ιουνίου 1825 οι Αιγύπτιοι ηττήθηκαν από τα σώματα του Μακρυγιάννη, Δημητρίου Υψηλάντη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη και ο Ιμβραήμ αποσύρθηκε στην Τρίπολη.
Στο μεταξύ στις 17 Μαΐου, η κυβέρνηση Κουντουριώτη, λόγω της κρισιμότητας των περιστάσεων χορήγησε γενική αμνηστία και απελευθέρωσε τον Κολοκοτρώνη και τους συμμαχητές του. Η αμνηστία, ωστόσο, δεν φαίνεται να συμπεριέλαβε και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο που στις 5 Ιουνίου βρέθηκε δολοφονημένος στο φρούριο της Ακρόπολης, στην Αθήνα, κάτω απ’ το κελί όπου κρατούνταν. Στον Κολοκοτρώνη ανατέθηκε η αρχιστρατηγία της Πελοποννήσου. Το μόνο, όμως, που μπορούσε να κάνει ήταν να περιοριστεί σε κλεφτοπόλεμο εναντίον του Ιμπραήμ.
Γύρω στο 1825, τα πράγματα σχετικά με την αναγνώριση του αγώνα της Ελλάδας για την ελευθερία της άρχισαν να κινούνται. Πολλοί από τους ΄Ελληνες ηγέτες το 1825, μεταξύ των οποίων και ο Κολοκοτρώνης, απελπισμένοι από τη δυσχερή θέση που περνούσε η Επανάσταση, πέρασαν ένα αμφιλεγόμενο ψήφισμα υποταγής προς την Αγγλία που καλούσε τη δύναμη αυτή να αναλάβει αποκλειστικά την προστασία της Ελλάδας. Κάτι σαν την Αγγλική διοίκηση των Ιονίων Νήσων. Ο Δημήτριος Υψηλάντης αρνήθηκε να το υπογράψει. Η Αγγλική κυβέρνηση με επιστολές προς τον Μιαούλη και τον Κολοκοτρώνη απέρριψε την πρόταση. Προσφέρθηκε, όμως, να συμβάλει σε κάποια διευθέτηση του ζητήματος αλλά δεν θα έκανε τίποτα, αν η οποιαδήποτε πρόταση δεν ήταν αποδεχτή και από τα δυο μέρη, τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας. Με αυτό τον σκοπό έκανε κάποιες νύξεις προς την Υψηλή Πύλη. Ο Πρέσβης της Αγγλίας στην Πύλη, Στράτφορντ Κάννινγκ, πήγε, επίσης, στην ΄Υδρα και συζήτησε με διάφορους παράγοντες και επίσης με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Οι συζητήσεις είχαν ως βάση την ειρηνοποίηση με βάση κάποια μορφή ‘αυτονομίας’.
Η Τουρκία, όμως, απέρριψε έντονα την ιδέα αποδοχής οποιασδήποτε μεσολάβησης.
«Η Πύλη (η κυβέρνηση του Σουλτάνου) έλεγε παρρησία», γράφει ο Τρικούπης) «ουδεμία μεσιτεία μεταξύ δεσπότου και ραγιάδων ήτο δεκτή, και ουδεμία παρέμβασις ανεκτή» (Τόμος 4, σ.3).
Το 1825, όμως, πέθανε ο τσάρος Αλέξανδρος και τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Νικόλαος που ήθελε κάποια στήριξη των Ελλήνων για επίτευξη ‘αυτονομίας’, όχι ανεξαρτησίας. Στο τέλος του 1825 επισκέφτηκε την Αγία Πετρούπολη, εκ μέρους της Αγγλικής κυβέρνησης, ο Ουέλλιγκτον να συγχαρεί τον νέο αυτοκράτορα και συζήτησε μαζί του και το ελληνικό ζήτημα. Ο Ουέλλιγκτον δεν υποστήριζε τους ΄Ελληνες αλλά η Αγγλία επιθυμούσε κάποια ειρήνευση στην περιοχή και πρότεινε στο Νικόλαο να επιδιώξουν αυτή την ειρήνευση. Ο νέος τσάρος του απάντησε: «Αν αρχίσωμεν πρέπει και να τελειώσωμεν». (Τρ.ικούπης, τόμος 4, σ. 3-4) Αποφάσισαν, λοιπόν, να προτείνουν για τους ΄Ελληνες κάποια συμφωνία για «αυτονομία» και με τους όρους αυτούς οι κυβερνήσεις της Ρωσίας και Αγγλίας υπόγραψαν το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης στις 23 Μαρτίου 1826 (με το νέο ημερολόγιο) που συμπίπτει περίπου, με τις ημέρες της εξόδου του Μεσολογγίου. Οι δυο κυβερνήσεις αποφάσισαν επίσης να επιδιώξουν τη σύμπραξη και των άλλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Η Αυστρία και η Πρωσία απέρριψαν την πρόταση αλλά η κυβέρνηση της Γαλλίας αποδέχτηκε τη συμμετοχή της. ΄Ετσι, λοιπόν, προέκυψαν οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις της Ελληνικής υπόθεσης, η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία.
Στις 10 Απριλίου 1826 έγινε η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου. Στο σημείο αυτό η επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο. ΄Ενα προπύργιο του αγώνα, το Μεσολόγγι, έπεσε. Η κυβέρνηση ήταν διαιρεμένη και χρήματα δεν υπήρχαν για την εξακολούθηση του αγώνα. Ο Ιμπραήμ επέστρεψε από το Μεσολόγγι στην Πελοπόννησο και την κατέστρεφε και ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα
Η έξοδος του Μεσολογγίου, ωστόσο, συνέβαλε στην περαιτέρω ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης των ευρωπαϊκών λαών υπέρ του Ελληνικού αγώνα, στην ενίσχυση του φιλελληνικού κινήματος. Φιλελληνικές ευρωπαϊκές ομάδες άρχισαν να πιέζουν τις αυλές και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για λύση του Ελληνικού Ζητήματος.
(Ο Δρ Χρήστος Ν. Φίφης είναι επίτιμος ερευνητής στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου La Trobe)
Βιβλιογραφία
Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι ΙI, ΙΙΙ και IV. Κωνσταντίνος Χολέβας, «1825-2025: Διακόσια χρόνια από την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο». Διαδίκτυο.
David Brewer, The Flame of Freedom, John Murray, London, 2001
Douglas Dαkin, The Greek Srruggle for Independence, 1821 – 1833, B. T. Batsfold, London, 1973.
Samuel Gridley Howe, Letters and Journals. The Greek Revolution, , Vol. I.
Digitized, Boston Library.
The post Κινήσεις για αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, 1823 – 1826 appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.