Γιατί δεν επιμένουμε ελληνικά στην Αυστραλία;

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ ο Θοδωρής Μάρκου, με άρθρο του στον «Νέο Κόσμο», πως «χάθηκαν» τα αρχαία Eλληνικά στην Αυστραλία.

ΚΡΙΜΑ. Αλλά για να είμαστε και ειλικρινείς μεταξύ μας –χωρίς δράματα, χωρίς βιολιά και χωρίς να καλέσουμε τον… Σοφοκλή να μας παρηγορήσει– εδώ κοντεύει να χαθεί (αν δεν χάθηκε ήδη) και η νεοελληνική. Και αυτό δεν είναι απλώς κρίμα. Είναι… achievement ξεχωριστό.

ΔΙΟΤΙ άλλο να σου ξεφεύγουν τα αρχαία –που, μεταξύ μας, θέλουν και μια κάποια προσπάθεια– και άλλο να χάνεις τη γλώσσα που μιλούσε η γιαγιά σου, που σε τάιζε κεφτεδάκια και σου φώναζε «βάλε ζακέτα, θα κρυώσεις», ενώ έξω είχε 35 βαθμούς.

ΘΥΜΑΜΑΙ κάποτε έναν λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, από αυτούς τους ήσυχους, σχεδόν προφητικούς τύπους, που δεν μιλούν συχνά αλλά, όταν το κάνουν, λες «κάτσε, κάτι είπε τώρα».

ΕΙΧΕ πει, λοιπόν:

«Το μέλλον της ελληνικής γλώσσας είναι γραμμένο στον τοίχο. Και είναι στα αγγλικά».

ΤΟΤΕ γελάσαμε.

Σήμερα… δεν γελάμε τόσο εύκολα.

Ή μάλλον, γελάμε – αλλά είναι από αυτά τα γέλια που σε πιάνει ένα ελαφρύ σφίξιμο στο στομάχι.

 

ΦΕΤΟΣ, λοιπόν, που γιορτάσαμε –χωριστά, γιατί αλλιώς δεν γίνεται– την απόφαση της UNESCO να καθιερώσει Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, τι κάναμε;

ΚΑΝΑΜΕ αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα: εκδηλώσεις, ομιλίες, δεξιώσεις, φωτογραφίες, αναρτήσεις… και φυσικά hashtags.

ΚΑΙ μετά; Μετά επιστρέψαμε κανονικά στο πρόγραμμά μας. Δηλαδή… στα αγγλικά.

ΑΚΟΜΑ και στις παρελάσεις, στις δεξιώσεις και στις επίσημες ανακοινώσεις για την εθνική μας επέτειο –εκεί όπου θα περίμενε κανείς να ακούγεται τουλάχιστον λίγη ελληνική λέξη παραπάνω– όλα έγιναν κυρίως στην αγγλική γλώσσα.

ΓΙΑ να μην παρεξηγηθούμε: δεν έχουμε τίποτα με τα αγγλικά. Καμία απολύτως ένσταση. Μια χαρά γλώσσα είναι. Τη μιλάμε, τη χρειαζόμαστε, ζούμε σε μια αγγλόφωνη χώρα.

ΑΛΛΑ όταν φτάνουμε στο σημείο να τιμούμε την ελληνική γλώσσα… στα αγγλικά, κάπου υπάρχει μια ειρωνεία που ούτε ο Αριστοφάνης δεν θα τολμούσε να γράψει.

ΠΑΝΤΩΣ, ο καθηγητής Τάμης επιμένει. Και καλά κάνει. Γιατί αν δεν επιμένουν κάποιοι, θα καταλήξουμε να κάνουμε «Greek Language Day» με… μεταφραστή.

ΝΑ τι γράφει στους συνεργάτες του, με τους οποίους οργάνωσε την πρώτη εκδήλωση για την ελληνική γλώσσα:

«Αναγνωρίζοντας ότι ο αγώνας πρέπει να είναι συνεχής και καινοτόμος σε ιδέες και κινήσεις, θα ήταν ίσως φρόνιμο να αναληφθεί συστηματική εκστρατεία…»

ΚΑΙ συνεχίζει με μια σειρά από σκέψεις που, αν τις διαβάσει κανείς προσεκτικά, λένε κάτι πολύ απλό:

ότι η γλώσσα δεν σώζεται με ευχές. Ούτε με επετειακές εκδηλώσεις. Ούτε με ένα «χρόνια πολλά» στο Facebook – έστω και με ελληνικά γράμματα, που πολλές φορές είναι και αυτά… μεταφρασμένα από το Google.

Η γλώσσα σώζεται μόνο αν τη χρησιμοποιείς.

Καθημερινά.

Ακόμα και αν κάνεις λάθη.

Ακόμα και αν κολλάς στη λέξη και πετάς ένα «how do you say…».

ΓΙΑΤΙ, στο κάτω-κάτω, και αυτό μέρος της διαδικασίας είναι.

ΜΕΣΑ σε αυτό το πλαίσιο, έρχονται και οι πολύ σωστές επισημάνσεις της συναδέλφου Γιώτας Σταυρίδου, η οποία, με άρθρο της στον «Νέο Κόσμο», έβαλε το δάχτυλο… εκεί που πονάει. Και όχι απαλά – κανονικά.

ΑΡΧΙΚΑ, όπως σημειώνει, αξίζουν συγχαρητήρια στην Επιτροπή για τη διοργάνωση της παρέλασης της 25ης Μαρτίου στη Μελβούρνη. Και πράγματι, όσοι γνωρίζουν από μέσα, ξέρουν πως δεν είναι εύκολη υπόθεση. Θέλει οργάνωση, συνεννόηση, υπομονή και –ας το πούμε– γερά νεύρα.

ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ, επίσης, σε όλους όσοι παρέλασαν: σχολεία, οργανισμούς, συλλόγους. Ιδίως αν λάβουμε υπόψη τη ζέστη, την αναμονή και τις γνωστές «μικρές καθυστερήσεις» που, σε τέτοιες περιπτώσεις, γίνονται… παράδοση.

ΓΙΑΤΙ, κακά τα ψέματα, αν μια παρέλαση ξεκινήσει ακριβώς στην ώρα της, κάτι πάει λάθος. Δεν είναι ελληνικό.

Η παρουσία, η υπομονή και η αφοσίωση των συμμετεχόντων –μεγάλων και μικρών– ήταν πραγματικά αξιέπαινες. Και η ολοκλήρωση της εκδήλωσης απέδειξε ότι, όταν η κοινότητα ενώνεται, μπορεί να ξεπεράσει εμπόδια και να τιμήσει την ιστορία της με αξιοπρέπεια.

ΜΕΧΡΙ εδώ, όλα καλά.

ΚΑΙ μετά… μπαίνει το «ωστόσο».

ΚΑΙ εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.

ΟΠΩΣ παρατηρεί η ίδια, περιηγούμενη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –Facebook, Instagram και λοιπά ψηφιακά καφενεία– διαπίστωσε, για ακόμη μία φορά, ότι μεγάλο μέρος της ελληνοαυστραλιανής κοινότητας επικοινωνεί κυρίως στα αγγλικά.

Και δεν μιλάμε μόνο για νέους. Μιλάμε για όλους: άτομα, οργανισμούς, φορείς.

ΔΗΛΑΔΗ, για να το πούμε απλά:

μαζευόμαστε να γιορτάσουμε την ελληνική ταυτότητα… στα αγγλικά.

ΑΝ το δεις απ’ έξω, έχει μια σουρεαλιστική ομορφιά.

Αν το δεις από μέσα… έχει ένα πρόβλημα.

ΓΙΑΤΙ, όπως σωστά επισημαίνει, η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσο επικοινωνίας. Δεν είναι ένα «delivery system» για να περάσουμε ένα μήνυμα, σαν να παραγγέλνουμε καφέ.

Είναι φορέας πολιτισμού, ιστορίας και αξιών.

Είναι το νήμα που συνδέει τις γενιές.

ΕΙΝΑΙ αυτό που κάνει τη γιαγιά να λέει «φάε, παιδί μου» και να σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από το ίδιο το φαγητό.

ΟΤΑΝ, λοιπόν, εμείς –οι μεγαλύτεροι– επιλέγουμε να επικοινωνούμε κυρίως στα αγγλικά, ακόμα και μεταξύ μας, ακόμα και σε ελληνικές εκδηλώσεις, ποιο μήνυμα στέλνουμε στους νεότερους;

ΟΤΙ τα ελληνικά είναι για… ειδικές περιστάσεις;

Για ποιήματα στο σχολείο;

Για το «Χρόνια Πολλά» το Πάσχα και μετά πίσω στο “Happy Easter”;

Η απογοήτευση που εκφράζει η συνάδελφος είναι απολύτως κατανοητή.

Και, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι η μόνη που τη νιώθει.

ΓΙΑΤΙ υπάρχει μια σιωπηλή παραδοχή που όλοι, λίγο-πολύ, κάνουμε:

ότι τα ελληνικά «κάπως θα χαθούν».

Ότι είναι θέμα χρόνου.

Ότι «έτσι είναι τα πράγματα».

ΑΛΛΑ εδώ τίθεται ένα απλό ερώτημα: είναι πράγματι έτσι… ή απλώς έτσι τα αφήνουμε να γίνουν;

ΓΙΑΤΙ η διατήρηση της γλώσσας δεν είναι ευθύνη μόνο των σχολείων ή των εκπαιδευτικών. Δεν μπορεί ο δάσκαλος να κάνει θαύματα, αν το παιδί βγει από την τάξη και δεν ακούσει ούτε μία ελληνική λέξη μέχρι την επόμενη εβδομάδα.

ΕΙΝΑΙ ευθύνη όλων: των γονέων, που πολλές φορές επιλέγουν την «ευκολία» της αγγλικής για να μην κουράζονται, των κοινοτικών φορέων, που γράφουν ανακοινώσεις λες και απευθύνονται στον… ΟΗΕ, των πολιτιστικών και χορευτικών συλλόγων, όπου το «ένα-δύο-τρία» γίνεται “one-two-three”, των μέσων ενημέρωσης, που ισορροπούν –ή παλεύουν να ισορροπήσουν– ανάμεσα στις δύο γλώσσες, και, φυσικά, κάθε μέλους της κοινότητας.

ΓΙΑΤΙ, στο τέλος της ημέρας, η γλώσσα είναι συνήθεια.

Και οι συνήθειες είτε καλλιεργούνται… είτε εγκαταλείπονται.

ΑΣ μην ξεχνάμε κάτι απλό, σχεδόν αυτονόητο – αλλά, προφανώς, χρειάζεται να το θυμίζουμε:

ό,τι δεν χρησιμοποιείται, χάνεται.

ΟΧΙ από κακία.

Όχι από συνωμοσία.

Απλώς… χάνεται.

ΟΠΩΣ χάνονται λέξεις, εκφράσεις, τρόποι σκέψης.

Όπως χάνεται το «ρε παιδί μου», που δεν μεταφράζεται σωστά σε καμία γλώσσα του κόσμου – όσο κι αν προσπαθήσεις.

ΤΟ ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα χαθεί η γλώσσα.

Το ερώτημα είναι:

εμείς τι κάνουμε για να μη χαθεί;

ΓΙΑΤΙ, στο τέλος, δεν φταίει ούτε η Αυστραλία, ούτε τα αγγλικά, ούτε η παγκοσμιοποίηση.

Φταίει –ή, μάλλον, εξαρτάται από– τις μικρές καθημερινές επιλογές.

ΑΠΟ το αν θα πεις «καλημέρα» ή “good morning”.

Από το αν θα γράψεις μια ανάρτηση στα ελληνικά ή θα πεις «άσε, ποιος κάθεται τώρα».

Από το αν θα μιλήσεις στο παιδί σου ελληνικά, ακόμα κι αν σου απαντάει στα αγγλικά.

ΚΑΙ ίσως, τελικά, το μέλλον της ελληνικής γλώσσας να μην είναι γραμμένο σε κανέναν τοίχο.

Ούτε στα αγγλικά, ούτε στα ελληνικά.

ΙΣΩΣ να γράφεται… κάθε μέρα.

Από όλους μας.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

T.T.

The post Γιατί δεν επιμένουμε ελληνικά στην Αυστραλία; appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.