Ποιος τελικά κρίνει τις εκλογές; – Η κάλπη της τσέπης και το δίλημμα των αριθμών

kalpes

Ο συριζαίος πορτ-παρόλ πανηγύρισε τη συντριπτική ήττα του Ορμπαν, αποφαινόμενος ότι «δεν θα λείψει σε κανέναν δημοκρατικό και προοδευτικό πολίτη που υπερασπίζεται το Κράτος Δικαίου».

Ο λαλίστερος (για οποιοδήποτε θέμα) όλων των υπουργών εξήγησε σε «κάθε σοβαρό δεξιό στην Ελλάδα» ότι «θα πρέπει να είναι χαρούμενος» που έχασε ο εκλεκτός του Πούτιν και φίλος του Ερντογάν. Κανένας γνώστης της ουγγρικής πολιτικής σκηνής, όμως, δεν διάβασε την αναμέτρηση της προηγούμενης Κυριακής σαν μια σύγκρουση ιδεολογιών.

Ξένοι αναλυτές του εκλογικού αποτελέσματος έγραψαν με όλους τους τρόπους πως αυτό εξηγείται με το γνωστό τσιτάτο του Τζέιμς Κάρβιλ, επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας του Κλίντον το 1992, «η οικονομία, ανόητε». Η νίκη του Μαγιάρ θύμισε τι είθισται να επηρεάζει καθοριστικά τις αποφάσεις των ψηφοφόρων πίσω απ’ τα παραβάν.

Και ξανάφερε στην επικαιρότητα μια απορία που απασχολεί τα εγχώρια κομματικά επιτελεία: πώς θα ψηφίσουν οι Ελληνες στις επόμενες κάλπες, σκεπτόμενοι την τσέπη τους ή αναλογιζόμενοι τα σκάνδαλα για τα οποία ανεβάζει τα ντεσιμπέλ της πολιτικής αντιπαράθεσης η αντιπολίτευση;

Για έναν έμπειρο δημοσκόπο, η μελέτη των γκάλοπ και των exit-polls έχει δείξει πως οι Ελληνες δεν αποτελούν εξαίρεση στους κανόνες της εκλογικής συμπεριφοράς που παρουσιάζει η βιβλιογραφία. Κάποιοι ψηφίζουν ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Αλλοι με βάση την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Κι οι υπόλοιποι ορθολογιστικά, επιλέγοντας κόμμα με γνώμονα το προσωπικό τους συμφέρον, δηλαδή. Η τρίτη κατηγορία φαίνεται πως έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, που οι κομματικές ταυτίσεις φθίνουν.

Η ίδια πηγή λέει συχνά ότι μερίδα του εκλογικού σώματος που προτίμησε τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015 το έκανε ζυγίζοντας τη δέσμευσή του να καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ. Επίσης, επιμένει πως η εκλογική ήττα του 2019 δεν ήρθε από τις υπογραφές που έβαλε η κυβερνώσα Αριστερά στη Συμφωνία των Πρεσπών αλλά από τις οικονομικές επιλογές της.

«Economic voting»

Ως παράδειγμα που στηρίζει το λεγόμενο «economic voting» αναφέρει και τις εκλογικές επιδόσεις της ΝΔ σε περιοχές που θεωρούνταν παραδοσιακά κάστρα της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς το 2023. Τότε, το κυβερνών κόμμα έγραψε τρεις από τις δέκα μεγαλύτερες επιτυχίες του στον Δυτικό Τομέα της Αθήνας, τη Δυτική Αττική και τη Β’ Πειραιά – στις λαϊκές γειτονιές του Λεκανοπεδίου. Αυτές, στην ανάλυσή του, ήταν αποτέλεσμα της σχεδόν σοσιαλδημοκρατικής επιδοματικής πολιτικής που είχε εφαρμόσει στην πρώτη της θητεία η κυβέρνηση.

Η επιμονή των κυβερνώντων να απαριθμούν στην κοινή γνώμη τα επιτεύγματά τους σχετικά με την «πρόοδο της οικονομίας» την τελευταία επταετία υποδηλώνει ότι στο στενό κυβερνητικό επιτελείο συμφωνούν με τη διαπίστωση πως τα οικονομικά ζητήματα κρίνουν εκλογές. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, φέρ’ ειπείν, θυμίζει ξανά και ξανά ότι το κόμμα του «πήρε την ανεργία στο 18% και την έχει πάει στο 8%. Εχει οδηγήσει την οικονομία σε ανάπτυξη υπερδιπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Εχει προχωρήσει τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό του Δημοσίου. Εχει οδηγήσει οι συντάξεις να δίνονται γρηγορότερα από τη Γερμανία». Το κάνει μάλιστα ακόμη κι όταν το θέμα της συζήτησης είναι ο ΟΠΕΚΕΠΕ ή οι υποκλοπές.

Στη δε αντιπολίτευση, παρότι σηκώνουν ψηλά τις δύο παραπάνω υποθέσεις (χωρίς να φείδονται επιτιμητικών σχολίων για το χιλιοδιαφημισμένο θεσμικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης), διαβάζουν τη δυσαρέσκεια των πολιτών λόγω της ακρίβειας ως ευκαιρία να πλήξουν τη ΝΔ εκεί που υπερτερούσε μέχρι πρότινος. Αρα, εμμέσως αποδέχονται κι αυτοί πως οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί θα επηρεάσουν σημαντικά τα κριτήρια της ψήφου.

Ενα τέτοιο ενδεχόμενο αποτελεί ανομολόγητο φόβο του νεοδημοκρατικού στρατοπέδου. Εύλογα, αφού οι δημοσκοπικές αξιολογήσεις των κυβερνητικών επιδόσεων στην αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων και του αυξημένου κόστους ζωής γίνονται ολοένα και χειρότερες, ενώ χρηματοδοτικά εργαλεία που υπήρχαν για τη στήριξη των νοικοκυριών σε προηγούμενες κρίσεις δεν είναι πια διαθέσιμα.

Το δίλημμα

Ο τόνος της αντιπολιτευτικής κριτικής στα μέτρα που ελήφθησαν ώστε να μειωθούν οι τιμές των καυσίμων μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Μέση Ανατολή επιβεβαιώνει πως οι οικονομικές πρωτοβουλίες δεν είναι πλέον προνομιακό πεδίο για την κυβέρνηση. Το ίδιο κι οι συνεχείς δηλώσεις αντιπολιτευόμενων για τον πληθωρισμό, που παραμένει σταθερά υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Ή τα ενοίκια, που ισοδυναμούν στην Αθήνα με το 93,6% του μέσου μισθού, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται από 31% έως 46%.

Οσοι πολιτικοί αναλυτές δεν αμφιβάλλουν ούτε λίγο για τον ρόλο που παίζει η οικονομία, διατείνονται ότι το μοναδικό δίλημμα είναι αν θα υπερτερήσουν εκείνοι που ψηφίζουν έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους την προσωπική τους οικονομική κατάσταση ή αυτοί που εξετάζουν την πορεία των μακροοικονομικών δεικτών της χώρας, ελπίζοντας πως όταν ευημερούν οι αριθμοί δεν δυστυχούν οι άνθρωποι.

Το πραγματικό πρόβλημα των πολιτικών ενόψει της επόμενης προεκλογικής περιόδου, λοιπόν, μοιάζει με ένα που έχουν οι οικονομολόγοι: δεν μπορούν να αποδεχτούν την ιδέα ότι οι πλειοψηφίες είναι δυσανάλογα λιγότερο προβλέψιμες από τα άτομα.