Ένας αιώνας του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σίδνεϊ

Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Σίδνεϊ συμπλήρωσε εκατό χρόνια λειοτουργίας. Την ιστορία του την καταγράφει ο ομογενής ακαδημαϊκός Δρ Παναγιώτης Διαμάντηςσε ένα βιβλίο που θα παρουιαστεί επίσημα το Σάββατο.

Για τους λόγους συγγραφής του βιβλίου και τα περιεχόμενά του ο Δρ Παναγιώτης Διαμάντης γράφει στον “Νέο Κόσμο”:

“Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Σίδνεϊ άνοιξε επίσημα το 1926, αποτελώντας την πρώτη διπλωματική αντιπροσωπεία του ελληνικού κράτους στην Αυστραλία. Πρόκειται για μια αδιάκοπη παρουσία στην πολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλίας, η οποία πλέον εισέρχεται στον δεύτερο αιώνα υπηρεσίας της. Όταν διορίστηκαν οι πρώτοι επίτιμοι πρόξενοι της Ελλάδας στην Αυστραλία, στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Αντίποδες φιλοξενούσαν ήδη περίπου 20 επίτιμους αντιπροσώπους ξένων χωρών.

Η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας ιδρύθηκε το 1901, ενώ η Καμπέρα έγινε πρωτεύουσα μόλις το 1927, όταν μεταφέρθηκε εκεί το Εθνικό Κοινοβούλιο από τη Μελβούρνη. Ένας από τους στόχους αυτού του βιβλίου είναι να υπογραμμίσει το ιστορικό βάθος της διπλωματικής σχέσης Ελλάδας και Αυστραλίας: έναν αδιάκοπο σύνδεσμο διάρκειας άνω των 135 χρόνων.

Μέσα από τις πλούσιες ιστορίες που παρουσιάζονται στο βιβλίο 100 Χρόνια του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σίδνεϊ 1926-2026, ο αναγνώστης καλείται να συλλογιστεί τους πολλαπλούς ρόλους του Γενικού Προξενείου. Πρώτα και κύρια, το Προξενείο υπάρχει για να εξυπηρετεί τους πολίτες του ελληνικού κράτους στη Νέα Νότια Ουαλία και στις υπόλοιπες περιοχές της αρμοδιότητάς του, καθώς και μη πολίτες που αναζητούν τις υπηρεσίες του. Δεύτερον, όπως αναφέρει και η σχετική νομοθεσία της Βουλής των Ελλήνων, το Γενικό Προξενείο συμβάλλει στη στήριξη της Ομογένειας, ιδιαίτερα των πολιτιστικών της πρωτοβουλιών. Τρίτον, το Γενικό Προξενείο έχει ως αποστολή την καλλιέργεια των σχέσεων της Ελλάδας με τη Νέα Νότια Ουαλία, ιδιαίτερα στους τομείς της οικονομίας και του πολιτισμού. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των δραστηριοτήτων του τελευταίου αιώνα είναι ένας πλούσιος ιστορικός τάπητας, που λειτουργεί και ως οδηγός για τον επόμενο αιώνα του Γενικού Προξενείου της Ελληνικής Δημοκρατίας σε αυτή την αυστραλιανή μητρόπολη.

Ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Σίδνεϊ Γ. Σκέμπερης. Φώτο: Facebook

Το βιβλίο 100 Χρόνια πλαισιώνεται από μια σειρά επιλεγμένων φωτογραφιών και αποσπασμάτων από τον αυστραλιανό Τύπο.

Η έκδοση επικεντρώνεται στον πρώτο αιώνα των επίσημων διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας και Αυστραλίας, προσφέροντας μια ευρεία ανασκόπηση της ελληνικής διπλωματικής δραστηριότητας στη Νέα Νότια Ουαλία από το 1926 έως και το 2026. Επτά άνδρες υπηρέτησαν ως επίτιμοι πρόξενοι της Ελλάδας στη Νέα Νότια Ουαλία από το 1891 έως το 1926. Μάλιστα, οι τρεις από αυτούς δεν είχαν ελληνική καταγωγή, επιλέγοντας να υπηρετήσουν τον αυστραλιανό Ελληνισμό με τον δικό τους τρόπο. Στο βιβλίο 100 Χρόνια, αυτή η ομάδα των επίτιμων προξένων εκπροσωπείται από τον Άγγελο Φολέρο (γεννημένο στη Σμύρνη) και τον Samuel Sidney Cohen (γεννημένο στο Σίδνεϊ), δύο εξαιρετικούς ανθρώπους που άφησαν σημαντικό έργο στον Ελληνισμό.

Από το 1926, 24 άνδρες και μία γυναίκα έχουν υπηρετήσει ως Γενικοί Πρόξενοι της Ελλάδας στο Σίδνεϊ. Μέσα από τις ιστορίες επιλεγμένων προσώπων, που αντιπροσωπεύουν τις εποχές τους, παρουσιάζω στο βιβλίο 100 Χρόνια του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σίδνεϊ 1926-2026 την προσφορά τους στις ελληνοαυστραλιανές σχέσεις και στην Ομογένεια, μέσα από πρωτογενείς πηγές, κυρίως αυστραλιανές.

Οι επίσημοι διπλωμάτες χωρίζονται σε τρεις περιόδους, με σημείο αναφοράς την ίδρυση της Πρεσβείας στην Καμπέρα το 1953. Εκπροσωπώντας την πρώτη περίοδο, από το 1926 έως το 1952, είναι οι Γενικοί Πρόξενοι Δρ Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Δρ Ιωάννης Κοκοτάκης και Δρ Αιμίλιος Βρυζάκης. Οι άνδρες αυτοί υπηρέτησαν συνολικά σχεδόν 25 χρόνια, κατά την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης (Great Depression) και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, γεγονότα που είχαν τεράστιες επιπτώσεις στη Νέα Νότια Ουαλία και στον αυστραλιανό Ελληνισμό. Ο καθένας από αυτούς άφησε έντονο το αποτύπωμά του και σημαντική, κυρίως πολιτιστική, κληρονομιά.

Οι εκπρόσωποι της δεύτερης περιόδου, που υπηρέτησαν από το 1953 έως το 1974, είναι ο Γραμματέας του Γενικού Προξενείου Άγγελος Γκούμας και οι Γενικοί Πρόξενοι Παναγιώτης Ρέλλας και Εμμανουήλ Γκίκας. Αυτή ήταν η εποχή της μαζικής μετανάστευσης, της Χούντας στην Αθήνα και των επιπτώσεών της στη Νέα Νότια Ουαλία και στον αυστραλιανό Ελληνισμό.

Οι εκπρόσωποι της τρίτης περιόδου, που υπηρέτησαν από το 1975 έως το 2013, είναι οι Γενικοί Πρόξενοι Ιωάννης Καμπόλης και Βασίλειος Τόλιος. Αυτή ήταν η εποχή της μετάβασης, όταν οι αυστραλογεννημένοι Έλληνες έγιναν η πλειοψηφία της Ομογένειας και άρχισαν να μετασχηματίζουν τις υπάρχουσες δομές και πολιτιστικές δράσεις, ώστε να αντανακλούν καλύτερα τις διπλές τους ταυτότητες — Αυστραλοί και Έλληνες — μέσα στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής και πολύγλωσσης Αυστραλίας.

Η επιλογή κυρίως μη ελληνικών πηγών για την παρουσίαση των δραστηριοτήτων αυτών των εκπροσώπων της Ελλάδας έγινε συνειδητά. Ένα σημαντικό στοιχείο των διπλωματικών σχέσεων είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο σε βλέπει ο άλλος. Στη δική μας περίπτωση, πώς οι αυστραλιανές κυβερνήσεις και τα αυστραλιανά μέσα ενημέρωσης παρουσίαζαν τους Γενικούς Προξένους και τις δραστηριότητές τους. Το αποτέλεσμα είναι να βλέπουμε το έργο του Γενικού Προξενείου κυρίως μέσα από το βλέμμα της Ομογένειας και της ευρύτερης αυστραλιανής κοινωνίας.

The narrative presented in these pages also illustrates the diverse threads that influenced the development of the Australian Hellenic diplomatic relationship and the evolution of the Australian Hellenic community. International events such as the Genocide of the Hellenes, the Great Depression and World War Two; national events such as the mass migration of the 1960s and the transformation of the Hellenic state from a Kingdom to a Republic; and local events such as celebrations of national days, concerns for the future direction of the community and internal factional disputes all played a role. The stories related in these pages are serious and quirky, covering topics such as formal diplomatic relations, the legal status of religious and civil marriages, the responsibilities of citizens, shipwrecks, political and industrial disputes, international and civil wars, and much more. Together, they encompass the full spectrum of human experience and shaped — and reshaped — the story of the Consulate-General of the Hellenic Republic in Sydney.

Αφού διαβάσει αυτό το βιβλίο, ελπίζω ο αναγνώστης να κρατήσει έστω και μία σκέψη: ο Ελληνισμός είναι μια παγκόσμια οντότητα. Το Σίδνεϊ μπορεί να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, όμως οι άνθρωποι, τα γεγονότα και τα κινήματα εκεί επηρεάζουν ανθρώπους, γεγονότα και κινήματα εδώ — και το αντίστροφο. Η σχέση μεταξύ του ελληνικού κράτους και της Διασποράς είναι, και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως, μια συμβιωτική σχέση. Το ένα διαμορφώνει το άλλο με τρόπους ορατούς και αόρατους, όπως συμβαίνει φυσικά σε κάθε ουσιαστική σχέση.

*Ο Δρ Παναγιώτης Διαμάντης είναι ο συγγραφέας του βιβλίου 100 Χρόνια του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σίδνεϊ 1926-2026.

 

The post Ένας αιώνας του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Σίδνεϊ appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.