Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τον νέο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό κλιμακώνεται σε μια εποχή αυξανόμενης κοινωνικής και οικονομικής πίεσης, ειδικά για τη «μεσαία τάξη».
Εν μέσω κόστους ζωής, κρίσης στέγασης, αλλά και «πύρινης» ρητορικής για τη μετανάστευση, τα στοιχεία δείχνουν πως οι πλούσιοι έγιναν… πλουσιότεροι, ενώ το οικονομικό χάσμα με τους «πολλούς» μεγαλώνει.
Παρά τις πολιτικές παρεμβάσεις και τις δεσμεύσεις μεγάλο μέρος του πληθυσμού παραμένει ουσιαστικά στάσιμο, ενώ ο πληθωρισμός ογκώνεται ροκανίζοντας εισοδήματα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία ανάλυσης της KPMG, ο μέσος πλούτος των νοικοκυριών στη χώρα αυξήθηκε κατά 24% το 2024-25, από $1,26 εκατ. το 2019-20 σε $1,56 εκατ.
Στον «πλούτο» περιλαμβάνεται η αξία περιουσιακών στοιχείων όπως: ακίνητα, superannuation, αποταμιεύσεις, επιχειρήσεις, και οχήματα, αφαιρουμένων των χρεών.
Σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται ότι όλοι έγιναν πλουσιότεροι κατά 300.000 δολάρια, αλλά η διάμεση τιμή (median) δείχνει διαφορετική εικόνα.
Ο οικονομολόγος της KPMG, Terry Rawnsley, εκτιμά ότι διάμεση περιουσία μετακινήθηκε ελάχιστα από τα $701.000 το 2019-20. Στην πραγματικότητα μειώθηκε οριακά στα $700.000.
Η διάμεση τιμή -η μέση τιμή ενός συνόλου δεδομένων- θεωρείται χρήσιμος δείκτης για το πώς μοιάζει ένα «τυπικό» νοικοκυριό, καθώς τα μισά νοικοκυριά έχουν μεγαλύτερο πλούτο και τα άλλα μισά μικρότερο.
Η ανάλυση της KPMG δείχνει ότι η μεταπανδημική έκρηξη στις τιμές περιουσιακών στοιχείων (κυρίως στις κατοικίες), που τροφοδοτήθηκε από τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια τότε, ωφέλησε δυσανάλογα το πλουσιότερο 20% των νοικοκυριών, τα οποία διαθέτουν πλέον καθαρή περιουσία $1,6 εκατομμυρίων και άνω.
Η ομάδα αυτή — που αυξήθηκε από το 15% στο 22% των νοικοκυριών μέσα στην τελευταία δεκαετία — επωφελήθηκε από την άνοδο στις αγορές ακινήτων και μετοχών, καθώς και από τη γρήγορη μείωση των χρεών της.
«Για αυτά τα νοικοκυριά, ο πλούτος δεν αυξήθηκε απλώς — πολλαπλασιάστηκε σε εκατομμύρια», αναφέρεται στην ανάλυση.
Την ίδια ώρα, περίπου το ένα τρίτο των αυστραλιανών νοικοκυριών — συνολικά 3,35 εκατομμύρια — διαθέτουν περιουσία μικρότερη από $300.000. Δηλαδή λιγότερη από τη μισή διάμεση περιουσία σε εθνικό επίπεδο και μόλις το 19% του μέσου όρου πλούτου των νοικοκυριών στην Αυστραλία.
Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει συνταξιούχους και άλλα χαμηλόμισθα άτομα χωρίς ιδιόκτητη κατοικία, καθώς και νεότερους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία.
Ο κ. Rawnsley δήλωσε ότι αυτό το χαμηλότερο περιουσιακά τμήμα του πληθυσμού δεν επωφελήθηκε από την «έκρηξη» των τιμών περιουσιακών στοιχείων μετά την πανδημία.
«Χωρίς κατοικία ή επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία, ο πλούτος αυτών των νοικοκυριών παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό στάσιμος», είπε.
Την ίδια περίοδο τα περιουσιακά στοιχεία των πλουσιότερων οικογενειών αυξήθηκαν σε αξία.
«Τα νοικοκυριά που είχαν ήδη ακίνητο ή κατάφεραν να μπουν στην αγορά εκείνη την περίοδο απολαμβάνουν τώρα τα οφέλη και βλέπουν τον πλούτο τους να αυξάνεται πολύ ταχύτερα από όσους έμειναν εκτός αγοράς».
«Νομίζω ότι αυτοί οι αριθμοί αποτυπώνουν την απογοήτευση που νιώθει μεγάλο μέρος του πληθυσμού … για την έλλειψη οικονομικής προόδου στη ζωή του. Την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος ‘απομακρύνονται’ όλο και περισσότερο όσον αφορά τον πλούτο τους».
Πριν από την πανδημία, σημειώνεται, οι αυξήσεις πλούτου κατανέμονταν πιο ομοιόμορφα.
Σήμερα, τα νοικοκυριά με καθαρή περιουσία $1,6 εκατ. και άνω αποτελούν πλέον το 22% όλων των νοικοκυριών, από μόλις 15% πριν από μία δεκαετία.
Οι πολίτες με καθαρή περιουσία άνω των $900.000 αντιπροσωπεύουν πλέον περισσότερο από το 40% των νοικοκυριών. Πριν από δέκα χρόνια, αποτελούσαν μόλις το 32%.
Τα νοικοκυριά με περιουσία μεταξύ $300.000 και $900.000 αντιπροσωπεύουν πλέον λιγότερο από το 28% των νοικοκυριών, σε σύγκριση με 34% πριν από δέκα χρόνια.
Ο κ. Rawnsley είπε ότι αυτή η «μεσαία» κατηγορία τροφοδοτούνταν παραδοσιακά από σταθερή ροή αγοραστών πρώτης κατοικίας που αποκτούσαν ακίνητο με προκαταβολή περίπου $200.000.
Όμως, καθώς η οικονομική προσιτότητα κατοικίας επιδεινώνεται, πολλοί δεν μπορούν πλέον να μπουν στην αγορά, κάτι που — όπως εκτιμά — οδηγεί σε μείωση του αριθμού ανθρώπων σε αυτή την κατηγορία.
«Αν ήσουν στην αγορά πριν από πέντε χρόνια, επωφελήθηκες σημαντικά από την ιδιοκατοίκηση και ανέβηκες σε υψηλότερες περιουσιακές κατηγορίες», είπε.
«Υπάρχει όμως και αυτή η άλλη ομάδα που δεν μπόρεσε να αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά και γι’ αυτό η χαμηλότερη περιουσιακή κατηγορία ουσιαστικά δεν αναπτύχθηκε».
Ο κ. Rawnsley πρόσθεσε ότι η κοινωνική ομάδα που παλαιότερα οι περισσότεροι θεωρούσαν «μέση» βρίσκεται πλέον σε υποχώρηση, καθώς όλο και περισσότερος πλούτος συγκεντρώνεται σε όσους διαθέτουν ακίνητα ή μεγάλα επενδυτικά χαρτοφυλάκια.
«Κινδυνεύουμε να γίνουμε μια χώρα όπου η περιουσία των γονιών σου παίζει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στην ικανότητά σου να δημιουργήσεις πλούτο», τόνισε.
Ορισμένοι νέοι πιστεύουν πλέον ότι θα μπορέσουν να αγοράσουν σπίτι μόνο όταν λάβουν την κληρονομιά τους ή μπορέσουν να πάρουν ένα δάνειο από την «Τράπεζα Μαμά και Μπαμπά».
Η ανάλυση της KPMG δημοσιοποιήθηκε λίγες ώρες πριν την κατάθεση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, με το χάσμα πλούτου στην Αυστραλία να τελεί υπό νέα έντονη κριτική.
Η οργάνωση Oxfam κάλεσε την κυβέρνηση να εισαγάγει φόρο στον πλούτο, μεταξύ άλλων μέτρων, ώστε να περιοριστεί η ανισότητα και να χρηματοδοτηθούν βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
Έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο διαπίστωσε ότι οι 48 δισεκατομμυριούχοι της Αυστραλίας διαθέτουν περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 40% των Αυστραλών.
Παράλληλα, ερευνητική εργασία του Australian National University διαπίστωσε πέρυσι ότι «ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις» επέτρεψαν σε μεγαλύτερους σε ηλικία πολίτες να συσσωρεύσουν σημαντικό πλούτο και εισόδημα μέσω ακινήτων και superannuation.
«Οι ρυθμίσεις ευνοούν ολοένα και περισσότερο τους μεγαλύτερους Αυστραλούς εις βάρος των νεότερων», υποστηρίζεται.
Ακόμη, η πιο πρόσφατη General Social Survey της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ABS) έδειξε ότι οι Αυστραλοί βίωσαν μεγαλύτερη οικονομική πίεση το 2025 σε σχέση με πέντε χρόνια πριν (και το 2026, έως τώρα, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τον πληθωρισμό να κλιμακώνεται η πίεση αυτή ογκώνεται).
Περίπου 21% δήλωσαν ότι αντιμετώπισαν τουλάχιστον ένα πρόβλημα «ταμειακής ροής» τους προηγούμενους 12 μήνες, έναντι 19% το 2020, ενώ το 25% ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει $2.000 μέσα σε μία εβδομάδα για κάποια σημαντική ανάγκη.
The post Οι πλούσιοι πλουσιότεροι και η μεσαία τάξη στη… μέγγενη appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.