Γιατί όλο και περισσότεροι ομογενείς επιλέγουν οι κηδείες αγαπημένων τους να τελούνται «κεκλεισμένων των θυρών»

ΚΑΘΕ μέρα διαβάζω και ακούω νέες προσπάθειες για τη «σωτηρία» της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία. Και κάθε μέρα, δυστυχώς, νιώθω όλο και μεγαλύτερη απογοήτευση.

Στα ελληνικά σχολεία, οι γονείς πηγαίνουν τα παιδιά τους και συχνά… τα πρώτα λόγια που ακούγονται είναι στα αγγλικά. Στις παροικιακές εκδηλώσεις, όλο και περισσότεροι επιλέγουν την αγγλική γλώσσα, είτε από ευκολία είτε από συνήθεια. Οι ομιλίες και οι ανακοινώσεις δίνονται στα αγγλικά, και σιγά σιγά η αγγλική κερδίζει έδαφος ακόμη και σε χώρους που κάποτε θεωρούνταν «απρόσβλητοι», όπως η εκκλησία.

Και τότε γεννιέται εύλογα το ερώτημα: για ποια ελληνική γλώσσα μιλάμε τελικά; Σε ποια «διάσωση» αναφερόμαστε, όταν η ίδια η καθημερινή χρήση της περιορίζεται όλο και περισσότερο;

ΜΗΠΩΣ τελικά η ελληνική γλώσσα στην παροικία έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε κάτι σαν… οικογενειακό κειμήλιο; Κάτι που το βγάζουμε από το συρτάρι στις γιορτές, το θαυμάζουμε με συγκίνηση, και μετά το ξανατοποθετούμε προσεκτικά στη θέση του;

Ή μήπως, για να το πούμε λίγο πιο απλά και με μια δόση πικρού χιούμορ, η ελληνική έχει γίνει η γλώσσα των… γιαγιάδων και των παππούδων; Εκείνων που ακόμα επιμένουν πεισματικά να λένε «έλα μέσα να φας» — κρατώντας ζωντανή μια καθημερινότητα που μοιάζει να απομακρύνεται σιγά σιγά από τις νεότερες γενιές.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο γλωσσικό. Είναι βαθύτερο. Είναι ζήτημα ταυτότητας, συνέχειας και επιλογής. Και ίσως το πιο δύσκολο απ’ όλα: τι είμαστε διατεθειμένοι να κρατήσουμε ζωντανό, πριν γίνει απλώς ανάμνηση.

ΔΕΝ ΠΕΡΝΑ μέρα που να μην ανοίγει το τηλέφωνο του «Νέου Κόσμου» σαν… πασχαλινή λαμπάδα που τρεμοσβήνει από τα μηνύματα των ομογενών. Το τελευταίο επεισόδιο στο σίριαλ «Πού πήγε ο πατήρ Εμμανουήλ;» έχει πλέον αποκτήσει δική του ζωή, κάπου ανάμεσα σε εκκλησιαστικό θρίλερ, παροικιακή σαπουνόπερα και –αν κρίνουμε από τα social media– πρόβα… λαϊκής συνέλευσης.

Οι πιστοί του Αγίου Ιωάννη στο North Carlton έχουν μπει σε κατάσταση που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «πνευματική αναμονή με νεύρα». Άλλοι τηλεφωνούν, και άλλοι γράφουν emails λες και ο ιερέας έφυγε για σιωπηλό μοναστήρι στο Θιβέτ και όχι για μια πιθανή μετακίνηση σε άλλη ενορία.

Και φυσικά, στο κέντρο της υπόθεσης βρίσκεται η κλασική παροικιακή μας συνταγή: «δεν ξέρουμε επίσημα τίποτα, αλλά ανεπίσημα τα ξέρουμε όλα». Από τη μία ο ιερέας που δεν απαντά στο κινητό, το οποίο, όπως κάθε σωστό κινητό σε τέτοιες ιστορίες, απλώς «σας παραπέμπει να αφήσετε μήνυμα», και από την άλλη η Αρχιεπισκοπή που κρατά επικοινωνιακή σιγή ασυρμάτου, δημιουργώντας το ιδανικό περιβάλλον για να ανθίσει η φαντασία.

ΣΤΟ μεταξύ, η ενορία του Αγίου Ιωάννη έχει αναβαθμιστεί από τόπο λατρείας σε πεδίο κοινωνιολογικής μελέτης: για τη γλώσσα στη λειτουργία, για το αν η παράδοση μεταφράζεται ή μεταφράζεται… λάθος, και για το πώς κρατάς ενωμένες τρεις, τέσσερις και πέντε γενιές Ελληνοαυστραλών χωρίς να χρειαστεί διπλωματία ΟΗΕ.

Κάποιοι βλέπουν τον πατέρα Εμμανουήλ σαν «γεφυροποιό γενεών», άλλοι σαν τον τελευταίο προμαχώνα πριν χαθεί η επαφή με τους νέους, και άλλοι απλώς θέλουν να μάθουν αν θα γίνει τελικά εκείνη η πολυσυζητημένη συνάντηση… ή διαδήλωση… ή και τα δύο μαζί, με καφέ και κουλούρια μετά.

ΤΟ ΜΟΝΟ βέβαιο είναι πως στην παροικία μας, μια απλή μετακίνηση ιερέα μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας με στοιχεία reality show. Και κάπου ανάμεσα στις φήμες, τις αναρτήσεις και τα «μου είπε ένας που ξέρει», η ουσία χάνεται – αλλά το δράμα, ευτυχώς, παραμένει ζωντανό και ακμαιότατο.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ιερέας αναμένει την επιστροφή του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Μακαρίου και τότε «θα κριθούν όλα».

ΜΙΑ νέα «μόδα» φαίνεται να κάνει την εμφάνισή της σε τμήματα της ελληνικής παροικίας, προκαλώντας συζητήσεις, προβληματισμό αλλά και έντονα συναισθήματα. Όλο και περισσότεροι ομογενείς επιλέγουν, σύμφωνα με μαρτυρίες αναγνωστών, οι κηδείες αγαπημένων τους προσώπων να τελούνται «κεκλεισμένων των θυρών», ενώ παράλληλα παρατηρείται και μια αισθητή μείωση ή ακόμη και πλήρης απουσία μνημοσύνων.

ΤΟ φαινόμενο αυτό δεν περνά απαρατήρητο. Αναγνώστες αναφέρουν ότι πληροφορούνται εκ των υστέρων τον θάνατο ανθρώπων που γνώριζαν, αγαπούσαν ή είχαν μοιραστεί μαζί τους χρόνια κοινής πορείας στην Αυστραλία, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να τους αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά. Η εμπειρία αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα αποσύνδεσης, σαν να κόβονται απότομα δεσμοί που άλλοτε ήταν βαθιά ριζωμένοι μέσα στην κοινότητα.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι εύλογα και δύσκολα ταυτόχρονα. Είναι η οικονομική πίεση που οδηγεί σε πιο «ιδιωτικές» και περιορισμένες τελετές; Είναι η αλλαγή των ηθών και των εθίμων στις νεότερες γενιές, που αντιμετωπίζουν διαφορετικά τον θάνατο και τη δημόσια έκφραση του πένθους; Ή μήπως πρόκειται για έναν συνδυασμό παραγόντων, όπου η ταχύτητα της σύγχρονης ζωής και η απομάκρυνση από παραδοσιακές κοινότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο;

ΟΠΟΙΑ κι αν είναι η απάντηση, το ζήτημα αγγίζει βαθύτερες χορδές της συλλογικής μνήμης. Για την πρώτη γενιά των Ελλήνων μεταναστών, ο αποχαιρετισμός δεν ήταν απλώς μια τελετή. Ήταν πράξη κοινωνικής συνοχής, μια στιγμή όπου η κοινότητα στεκόταν ενωμένη γύρω από τον πόνο, αλλά και γύρω από την τιμή προς τον άνθρωπο που έφευγε.

Σήμερα, όμως, φαίνεται πως αυτή η συλλογικότητα δοκιμάζεται. Και γεννάται ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: τι σημαίνει να «φεύγει» κάποιος μέσα σε μια κοινότητα που δεν προλαβαίνει καν να τον αποχαιρετήσει;

ΙΣΩΣ τελικά το ζητούμενο να μην είναι μόνο η μορφή της τελετής, αλλά η ουσία της μνήμης. Διότι, όταν τα μνημόσυνα σβήνουν και οι αποχαιρετισμοί γίνονται ιδιωτική υπόθεση, τότε δεν κινδυνεύει μόνο ένα έθιμο, αλλά και ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο μια παροικία θυμάται, τιμά και αναγνωρίζει τη διαδρομή της.

ΔΕΝ είχα την ευκαιρία να τη διαβάσω αναλυτικά ακόμη, όμως ομολογουμένως πρόκειται για μια εντυπωσιακή επετειακή έκδοση του «Ελληνικού Κήρυκα», αυτή της περασμένης Τετάρτης, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων ζωής. Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές.

Όπως και να το δει κανείς, πρόκειται για ένα μεγάλο επίτευγμα. Σε μια χώρα τόσο μακριά από την Ελλάδα, η διατήρηση μιας ζωντανής ελληνικής φωνής για έναν ολόκληρο αιώνα δεν αποτελεί μόνο δημοσιογραφικό κατόρθωμα, αλλά και βαθιά πράξη ταυτότητας, μνήμης και συλλογικής συνέχειας.

Από την ίδρυσή του το 1926, αρχικά ως «Πανελλήνιος Κήρυξ» και στη συνέχεια ως «Ελληνικός Κήρυκας», η εφημερίδα υπήρξε σταθερό σημείο αναφοράς για την ελληνική παροικία στην Αυστραλία. Κατέγραψε την ιστορία της, ανέδειξε τις αγωνίες και τις επιτυχίες της και ενίσχυσε τη συμμετοχή των μεταναστών στη δημόσια ζωή της χώρας υποδοχής.

ΟΠΩΣ σημειώνει χαρακτηριστικά η σημερινή εκδότρια και διευθύνουσα σύμβουλος, Δήμητρα Σκάλκου, «εδώ και έναν αιώνα, ο “Ελληνικός Κήρυκας” υπάρχει γιατί οι κοινότητες χρειάζονται να βλέπουν την παρουσία και την ιστορία τους να αποτυπώνονται στον δημόσιο λόγο… ο ρόλος μας ήταν πάντοτε να διασφαλίζουμε ότι οι φωνές των μεταναστών δεν θα χαθούν, δεν θα ξεχαστούν και δεν θα περιθωριοποιηθούν».

Η σημαντική αυτή επέτειος τιμήθηκε με ειδική εκδήλωση στο Πολιτειακό Κοινοβούλιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, επιβεβαιώνοντας τον ιστορικό και κοινωνικό ρόλο της εφημερίδας στην ελληνική διασπορά.

Η «ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ» επιστρέφει στο Doncaster Playhouse όχι για να μας θυμίσει απλώς ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος τελείωσε… αλλά μάλλον για να μας πει ότι ο ανθρώπινος καβγάς δεν τελειώνει ποτέ — απλώς αλλάζει σκηνικό και εποχή.

Η νέα παραγωγή του Creative Drama & Arts, σε συμπαραγωγή με την Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης, επιχειρεί το δύσκολο: να αποδείξει ότι ο Αριστοφάνης δεν χρειάζεται «αναβίωση», γιατί στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ από το WhatsApp των πολιτικών και των κοινωνικών εντάσεων. Οι γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης κάνουν απεργία… και αν αυτό δεν είναι το πιο διαχρονικό πολιτικό “shutdown”, τότε τι είναι;

Με σκηνοθεσία που βλέπει τη σάτιρα ως αντιπολεμικό όπλο και υπέρτιτλους που φροντίζουν να μη χαθεί ούτε ένα αστείο, ούτε στα ελληνικά ούτε στα αγγλικά, η παράσταση μοιάζει σχεδόν… υπερ-δημοκρατική: όλοι καταλαβαίνουν, όλοι γελούν, και όλοι στο τέλος σκέφτονται λίγο παραπάνω απ’ όσο περίμεναν όταν μπήκαν στην αίθουσα.

Και φυσικά, για όσους αναρωτιούνται αν η αρχαία Αθήνα του 411 π.Χ. μοιάζει με τη σύγχρονη κοινωνία, η απάντηση είναι καθησυχαστική: δεν έχει αλλάξει και πολύ — απλώς τώρα αντί για δόρατα έχουμε Wi-Fi και αντί για πολιορκία έχουμε deadlines.

Με λίγα λόγια, μια «Λυσιστράτη» που υπόσχεται ότι θα σας κάνει να γελάσετε… και να συνειδητοποιήσετε ότι η ειρήνη παραμένει ακόμη σε δοκιμαστική έκδοση.

Τ.Τ.

The post Γιατί όλο και περισσότεροι ομογενείς επιλέγουν οι κηδείες αγαπημένων τους να τελούνται «κεκλεισμένων των θυρών» appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.