Στα άκρα η ρήξη ΗΠΑ-Γερμανίας

Οταν ο Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε την περασμένη εβδομάδα μια σειρά από αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επικρίνοντας τη Γερμανία – απειλώντας μεταξύ άλλων να αποσύρει αμερικανικά στρατεύματα από τη χώρα – «οι Γερμανοί ηγέτες δεν έδειξαν να πιστεύουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος σοβαρολογούσε», σχολιάζουν σε ανάλυσή του οι New York Times.

«Αυτό πλέον φαίνεται να ήταν μία λανθασμένη εκτίμηση – μία από τις αρκετές που έχουν κάνει οι Γερμανοί ηγέτες κατά τη διάρκεια του πολέμου του Τραμπ εναντίον του Ιράν – αλλά πιθανότατα όχι καταστροφική για τη γερμανική ασφάλεια», συνεχίζει η αμερικανική εφημερίδα.

Αξιωματούχοι του Πενταγώνου γνωστοποίησαν την Παρασκευή ότι σχεδιάζουν να μετακινήσουν 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία προς τις ΗΠΑ και άλλες περιοχές του κόσμου μέσα στον επόμενο χρόνο.

Δεν ήταν βιαστική απόφαση

Αξιωματούχοι στις ΗΠΑ και τη Γερμανία εκτίμησαν ότι η απόφαση δεν ήταν αιφνιδιαστική και υπήρχε πολιτική προεργασία εδώ και μήνες, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης επανεξέτασης του όγκου των στρατευμάτων που στρατοπεδεύουν εκτός συνόρων. Ωστόσο, η ανακοίνωση επιταχύνθηκε σημαντικά ώστε να κατευναστεί ένας πρόεδρος που είχε εξοργιστεί από τη γερμανική κριτική για την αμερικανική στρατηγική στο Ιράν.

Με πρωινή του δήλωση, ο υπουργός Αμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, χαρακτήρισε την κίνηση των ΗΠΑ «προβλέψιμη. «Η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, και ιδίως στη Γερμανία, είναι προς το συμφέρον μας και προς το συμφέρον των ΗΠΑ», δήλωσε με νόημα ο Πιστόριους, υπογραμμίζοντας ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να συνεχίσουν να αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια.

Η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν δεχθεί τα «πυρά» του Τραμπ επειδή -όπως υποστηρίζει- δεν συμβάλλουν επαρκώς στην πολεμική προσπάθεια κατά του Ιράν. Παράλληλα, έχει ενοχληθεί από την κριτική για τη διαχείριση του πολέμου και από τις εκτιμήσεις ότι η αμερικανική προσπάθεια δεν έχει αποδώσει. Τη Δευτέρα, ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς σχολίασε, μιλώντας σε μαθητές λυκείου, ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν στρατηγική» για τον τερματισμό του πολέμου και ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές «ταπείνωσαν» το αμερικανικό έθνος.

Οι συνέπειες

Το Πεντάγωνο προετοιμάζει την απόσυρση μιας μάχιμης μονάδας που είχε σταθμεύσει στη Γερμανία μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η παραμονή της συγκεκριμένης δύναμης στη Γερμανία δεν είχε «κλειδώσει» στο μεσοδιάστημα. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος εγκαταλείπει το σχέδιο της κυβέρνησης Μπάιντεν για την ανάπτυξη μιας μονάδας μάχης με πυραύλους μέσου βεληνεκούς στη Γερμανία. Αν και εφόσον υλοποιηθούν αυτά τα σχέδια, θα είναι η επιστροφή στους αριθμούς των αμερικανικών στρατευμάτων που βρίσκονταν στη Γερμανία πριν από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Στην Ουάσιγκτον, η ανακοίνωση για την απόσυρση στρατευμάτων προκάλεσε αντιδράσεις και από Ρεπουμπλικανούς ηγέτες στο Κογκρέσο. Ο γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ από το Μισισίπι και ο βουλευτής Μάικ Ρότζερς από την Αλαμπάμα, επικεφαλής των αρμόδιων επιτροπών Ενόπλων Δυνάμεων, εξέδωσαν ανακοίνωση εκφράζοντας τη «σοβαρή ανησυχία» τους για την απόφαση απόσυρσης.

Και οι δύο «υπερασπίστηκαν» τη Γερμανία, επισημαίνοντας ότι έχει αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες «ανταποκρινόμενη στην έκκληση του προέδρου Τραμπ για ανάληψη μεγαλύτερου βάρους» του κόστους, και προειδοποίησαν ότι «η πρόωρη αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη» θα έστελνε λάθος μήνυμα στον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν.

Γερμανοί αξιωματούχοι σχολιάζουν πάντως ότι η πρόταση θα μπορούσε να είναι «και πολύ χειρότερη» για το Βερολίνο.

Πριν από την ανακοίνωση της Παρασκευής, το Πεντάγωνο δεν είχε προειδοποιήσει τη γερμανική ηγεσία για όσα θα ακολουθούσαν. Η εκτίμηση που επικράτησε αρχικά στη γερμανική πολιτική σκηνή ήταν ότι ο Τραμπ πιθανότατα μπλόφαρε. Είχε επιχειρήσει, χωρίς επιτυχία, να αποσύρει μέρος των περίπου 35.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται στη Γερμανία, κατά το τέλος της πρώτης του θητείας. Και για να μετακινήσει στρατεύματα από την Ευρώπη σήμερα, θα χρειαζόταν την έγκριση του Κογκρέσου.

 

Οι «βεβαιότητες» του Βερολίνου

Τον Μάρτιο, όταν ο καγκελάριος Μερτς επισκέφθηκε τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον, δήλωσε σε δημοσιογράφους, σε συνέντευξη Τύπου στα γερμανικά: «ο πρόεδρος με διαβεβαίωσε εκ νέου σήμερα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διατηρήσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Γερμανία».

Το Βερολίνο, φαίνεται να ήταν επίσης πεπεισμένο ότι η κυβέρνηση Τραμπ είχε ανάγκη τη Γερμανία. Σε αντίθεση με άλλους Ευρωπαίους συμμάχους, η Γερμανία είχε επιτρέψει στις ΗΠΑ να εξαπολύσουν επιθέσεις κατά του Ιράν από βάσεις εντός του εδάφους της. Παράλληλα, συνέχισε να επιτρέπει τη νοσηλεία τραυματισμένων Αμερικανών σε μεγάλο αμερικανικό νοσοκομείο στη Γερμανία, το οποίο εδώ και δεκαετίες φιλοξενεί Αμερικανούς τραυματίες από πολέμους, μεταξύ άλλων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.

Η σχετικά ψύχραιμη στάση της Γερμανίας απέναντι στο ενδεχόμενο απόσυρσης στρατευμάτων αποτυπώθηκε εκ νέου και αυτή την εβδομάδα. Ο καγκελάριος Μερτς δεν επιχείρησε καμία αναδίπλωση από τις επίμαχες δηλώσεις του σε μαθητές.

Ο Μερτς, που φαίνεται να είχε «επενδύσει» τον τελευταίο χρόνο στην οικοδόμηση μίας σχέσης με τον Τραμπ, δήλωσε την Πέμπτη σε Γερμανούς στρατιώτες στην πόλη Μύνστερ: «διατηρούμε δυνατούς δεσμούς και σχέσεις εμπιστοσύνης με τους εταίρους μας, και ιδίως με την Ουάσιγκτον». Τόνισε επίσης ότι η σχέση με την Ουάσιγκτον βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και στη δίκαιη κατανομή των βαρών για την ασφάλεια. «Αυτή η διατλαντική συνεργασία είναι ιδιαίτερα σημαντική για εμάς, και για εμένα προσωπικά», είχε πει.

Ο αντικαγκελάριος του Μερτς, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, όξυνε περαιτέρω το κλίμα την Παρασκευή. Σε ομιλία για την Πρωτομαγιά, ο Κλίνγκμπαϊλ υπερασπίστηκε τον Μερτς απέναντι στις επιθέσεις του προέδρου. «Δεν χρειαζόμαστε καμία συμβουλή από τον Ντόναλντ Τραμπ αυτή τη στιγμή», δήλωσε. «Θα έπρεπε να δει το χάος που έχει δημιουργήσει» με τον πόλεμο, πρόσθεσε.

Ο Κλίνγκμπαϊλ ηγείται των Σοσιαλδημοκρατών, του κεντροαριστερού εταίρου στον κυβερνητικό συνασπισμό υπό την ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών του Μερτς. Εχει υπάρξει στο παρελθόν πιο επικριτικός απέναντι στον Τραμπ σε σχέση με τον Μερτς και βρίσκεται σε στενή συνεννόηση μαζί του το τελευταίο διάστημα για μια σειρά εσωτερικών ζητημάτων.

 

Ο «απρόβλεπτος Τραμπ»

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αιφνιδιάσει τη γερμανική ηγεσία με τη στάση του στον πόλεμο. Μετά τη συνάντηση του Μερτς με τον Αμερικανό πρόεδρο τον Μάρτιο, ορισμένοι αξιωματούχοι είχαν αποκομίσει την εντύπωση ότι η σύγκρουση δεν θα διαρκούσε πολύ, καθώς ο Τραμπ εξέφραζε ήδη ανησυχίες για τις οικονομικές επιπτώσεις από την άνοδο των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου.

Αντίθετα, ο Τραμπ συνέχισε τις επιθέσεις ακόμη και όταν οι τιμές της βενζίνης και του φυσικού αερίου αυξήθηκαν απότομα, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν.

Γερμανοί αξιωματούχοι πίστευαν επίσης ότι είχαν βρει ένα σημείο συμβιβασμού με τον Αμερικανό πρόεδρο όσον αφορά τις απαιτήσεις του προς την Ευρώπη να αποστείλει στρατιωτικά μέσα για την ασφάλεια των Στενών και την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας.

Ο καγκελάριος Μερτς είχε δηλώσει επανειλημμένα ότι η Γερμανία θα συμμετείχε σε μια τέτοια αποστολή ασφάλειας, και με αποστολή ναρκαλιευτικών, αλλά υπό δύο προϋποθέσεις: οι Γερμανοί ζητούσαν μόνιμη κατάπαυση του πυρός, αντί της προσωρινής που ισχύει σήμερα, και, προκειμένου να συμμορφωθούν με το Γερμανικό Σύνταγμα, ζητούσαν την έγκριση της αποστολής από κάποιον διεθνή οργανισμό όπως τα Ηνωμένα Έθνη ή η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό φαίνεται πως δεν ήταν αρκετό για τον Τραμπ. Την Παρασκευή, αξιωματούχος του Πενταγώνου δεν απέδωσε την απόφαση για απόσυρση στρατευμάτων μόνο στις δηλώσεις του Μερτς. Επικαλέστηκε και «την αποτυχία της Γερμανίας να συμβάλει ουσιαστικά στην πολεμική προσπάθεια κατά του Ιράν».

Πηγή: New York Times

The post Στα άκρα η ρήξη ΗΠΑ-Γερμανίας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.