Το μικρό βιογραφικό του Ράφα Μπενίτεθ

Ο Παναθηναϊκός ανακοίνωσε τη λύση του συμβολαίου του Ράφα Μπενίτεθ. Το διαζύγιο με τον ισπανό προπονητή είναι το ακριβότερο στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου: λέγεται ότι το πέρασμα του Μπενίτεθ από τον ΠΑΟ θα κοστίσει πάνω από 5 εκατ. ευρώ. Τώρα που η ιστορία ολοκληρώθηκε μπορώ να καταθέσω το δικό μου συμπέρασμα. Παρά τη μεγάλη του εμπειρία και το πλούσιο σε τίτλους βιογραφικό ο Μπενίτεθ δεν είχε καμία επιτυχημένη σεζόν σε ομάδα όπως ο Παναθηναϊκός – ποτέ δεν κατάφερε να «ξυπνήσει» μια ομάδα και να την οδηγήσει σε τίτλους.

Επιπλέον οι επιτυχίες του έγιναν σε ομάδες συνηθισμένες να κερδίζουν. Και δεν υπάρχει κανένα προηγούμενο επιτυχημένης σεζόν σε ομάδα που περνά κρίση αποτελεσμάτων: όπως δεν τα κατάφερε με τον ΠΑΟ έτσι δεν είχε εντυπωσιάσει και στην Εβερτον, στη Θέλτα και στη Νιούκαστλ. Κέρδισε τίτλους εκεί που υπήρχε κεκτημένη ταχύτητα καλών αποτελεσμάτων: στη Λίβερπουλ, στη Ρεάλ Μαδρίτης, στην Τσέλσι, στη Νάπολι, στην Ιντερ.

Έμερι

Τον τελευταίο καιρό πιστεύω όλο και περισσότερο ότι για τους προπονητές είναι απαραίτητο να έχουν ζήσει μια σεζόν που κόντρα στα προγνωστικά και παρά τα προβλήματα να έχουν μια επιτυχία. Αυτό δημιουργεί σιγουριά και αυτοπεποίθηση μεγαλύτερη από όσο η δουλειά σε μια μεγάλη ομάδα στην οποία υπάρχουν πολλοί που δουλεύουν ώστε να έχουν αυτοί τα λιγότερα προβλήματα.

Την περασμένη εβδομάδα για παράδειγμα έγινε μεγάλη συζήτηση για τις ικανότητες του Γιουνάι Εμερι που κέρδισε το Γιουρόπα Λιγκ με την Αστον Βίλα φτάνοντας τις πέντε κατακτήσεις ευρωπαϊκών τροπαίων. Αν δει κανείς πώς όλα άρχισαν θα καταλάβει γιατί ο Βάσκος έχει χαρακτήρα: όταν κατέκτησε το πρώτο του Γιουρόπα Λιγκ με τη Σεβίλλη επί της ουσίας την είχε οδηγήσει σε μια υπέρβαση. Βάζοντας παράλληλα τις βάσεις για μια δεύτερη δική του προσωπική καριέρα μετά την καταστροφή της πρώτης.

Όνομα

Ο Εμερι ήταν μέτριος ποδοσφαιριστής – παρόλο που ήταν αριστεροπόδαρος. Ξεκίνησε την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής στη Ρεάλ Σοσιεδάδ, αλλά δεν τα κατάφερε να εντυπωσιάσει. Εφυγε κι έκανε καριέρα κυρίως στη Β’ κατηγορία της Ισπανίας, σε ομάδες που λέγονται Λεγανιές, Ρασίνγκ Φερόλ ή έχουν διάσημα αλλά άσχετα με το ποδόσφαιρο ονόματα (Τολέδο, Λόρκα). Δεν είχε όνομα ποδοσφαιριστή που θα τον βοηθούσε να πάρει γρήγορα μια ευκαιρία ως προπονητής σε μεγάλη ομάδα – δεν τον έλεγαν π.χ. Ζιντάν ή έστω Πεπ Γκουαρντιόλα. Ο Εμερι ξεκίνησε σαν παίκτης – προπονητής για μια χρονιά στη Λόρκα: έμεινε τελικά τέσσερις κι εκεί έχτισε το όνομά του κερδίζοντας κατηγορίες.

Χρεοκοπία

Την τριετία 2008-11 έβγαλε δυο φορές στο Τσάμπιονς Λιγκ τη Βαλένθια και επέτρεψε στον σύλλογο να γλιτώσει τη χρεοκοπία. Οι πωλήσεις του Βίγια (στην Μπαρτσελόνα), του Νταβίντ Σίλβα (στη Μάντσεστερ Σίτι) και του Χουάν Μάτα (στην Τσέλσι) βοήθησαν τον σύλλογο να βάλει στα ταμεία του πάνω από 80 εκατ. ευρώ και χάρισαν στον Εμερι ένα είδος ευρωπαϊκής αναγνώρισης: όταν έφυγε από τη Βαλένθια η Σπαρτάκ Μόσχας τον έκανε έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους προπονητές στην Ευρώπη.

Μπορεί να μην είχε κερδίσει τίτλους, όμως τα κατορθώματά του στη Βαλένθια τα ζήλευαν όλοι: όπως φυσικά και το επιθετικό, παραγωγικό, εξαιρετικό ποδόσφαιρο που η ομάδα του έπαιζε. Αλλά εκεί τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Ο Εμερι έφυγε από τη Ρωσία κυνηγημένος ύστερα από μια ήττα της Σπαρτάκ από την Ντιναμό Μόσχας με 1-5, αλλά επειδή είναι ψημένος στα δύσκολα ξανασηκώθηκε: παρέλαβε το 2011 τη Σεβίλλη από τον Μίτσελ χαμηλά στη βαθμολογία, και μετά ενάμιση χρόνο την οδήγησε στον τελικό του Γιουρόπα Λιγκ στο Τορίνο, αν και δεν συγκαταλέγονταν μεταξύ των φαβορί όταν η σεζόν ξεκίνησε.

Τιμωρία

Η Σεβίλλη στο Γιουρόπα Λιγκ τότε είχε βρεθεί εξαιτίας της τιμωρίας της Μάλαγα από την UEFA για παραβάσεις του Financial Fair Play, αλλά και γιατί η Ράγιο Βαγεκάνο δεν πήρε πιστοποιητικό συμμετοχής στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις εξαιτίας της χρεοκοπίας: στην Ισπανία της κρίσης αυτά συνέβαιναν συχνά. Και η Σεβίλλη είχε οικονομικά προβλήματα και του έδωσε μια ευκαιρία γιατί δεν μπορούσε να προσλάβει ένα προπονητή πιο ακριβό.

Ομως η επιλογή αποδείχτηκε πολύ καλή: η Σεβίλλη έπαιζε πολύ καλά στην επίθεση, δεν παράταγε τίποτα, και έφτασε ύστερα από επτά χρόνια σε τελικό του Γιουρόπα Λιγκ έχοντας το ένα τέταρτο του μπάτζετ της ομάδας της Σεβίλλης που πριν από αυτή είχε διακριθεί στην Ευρώπη κερδίζοντας δυο Γιουρόπα Λιγκ αλλά έχοντας αστέρια που λέγονταν Λουίς Φαμπιάνο, Κανουτέ, Σαβιόλα, Χέσους Νάβας, Αντριάνο, Εσκουντέ κ.λπ.

Η Σεβίλλη του Εμερι δεν είχε τους μεγάλους σταρ: οι καλύτεροι παίκτες της ήταν τότε άγνωστοι. Ο Μπάκα, ο αρχηγός Ράκιτιτς, ο Κέβιν Γκαμέιρο, ο σκληρός Κόκε, ο Μπιά: όλοι ήταν στην αναζήτηση μιας μεγάλης μεταγραφής. Κάποιοι, μετά την κατάκτηση εκείνου του Γιουρόπα Λιγκ, την έκαναν. Αλλά αυτός που άλλαξε την καριέρα του ήταν ο ίδιος ο Εμερι που βγήκε μπροστά, ανέλαβε ευθύνες, δούλεψε υποδειγματικά μαζί με τον τεχνικό διευθυντή Μόντσι και πολλούς συνεργάτες που έχει σήμερα και στην Αστον Βίλα.

Η επιτυχία άλλαξε την εικόνα του: αυτός που ήταν ένας αποτυχημένος στη Ρωσία, έμοιαζε σαν θαυματοποιός στην Ισπανία! Και κάπως έτσι έγινε αυτός που είναι σήμερα: έφτασε στην Παρί, την Αρσεναλ, τη Βιγιαρεάλ και σήμερα στην Αστον Βίλα. Και τα όσα πέρασε στη Σεβίλλη, όπως ο ίδιος λέει, δεν τα ξέχασε ποτέ: η ομάδα του έπαιζε για να γλιτώσει τη χρεοκοπία και κέρδιζε ευρωπαϊκά τρόπαια! Μετά το πρώτο του κέρδισε δυο ακόμα με την ίδια ομάδα.

Πουθενά

Ο Μπενίτεθ δεν είχε τη στήριξη που πιστεύω πως περίμενε στον ΠΑΟ. Κυρίως όμως δεν είχε και μια προηγούμενη δουλειά στο βιογραφικό του να ανασύρει και να τη χρησιμοποιήσει όχι ως μπούσουλα, αλλά για να αντλήσει κι ο ίδιος την απαραίτητη δύναμη όταν γρήγορα διαπίστωσε ότι τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από όσο πίστευε.

Να γίνει ο ΠΑΟ ξαφνικά μια ομάδα με τα χρήματα της Ρεάλ Μαδρίτης, τη βαρύτητα της Λίβερπουλ, την υπομονή της Νάπολι, το κύρος της Ιντερ, ήταν κομμάτι δύσκολο. Κι ο Μπενίτεθ βρέθηκε γρήγορα μπροστά στο ίδιο πρόβλημα που είχε στην Εβερτον, στη Νιούκαστλ, στη Θέλτα: του ζητούσαν να κάνει αυτός τη διαφορά. Ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε κάνει πουθενά.